Κυριακή, Οκτωβρίου 24, 2021

Κουρδιστό Πορτοκάλι: Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για την ταινία

 

Τα παρασκήνια των γυρισμάτων, η σημασία του ονόματος, τα... βασανιστήρια στον πρωταγωνιστή και ο... Darth Vader 

Μισός αιώνας συμπληρώνεται φέτος από την ημέρα που το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Η πρώτη του προβολή έγινε στη Νέα Υόρκη την 19η Δεκεμβρίου 1971 ενώ στην χώρα μας ήρθε την Πρωτοχρονιά του 1973. Πενήντα χρόνια μετά το δημιούργημα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (βασισμένο στο βιβλίο του Άντονι Μπέρτζες) παραμένει ένα ορόσημο για το παγκόσμιο σινεμά. Πίσω από την παραγωγή κρύβεται πολύ παρασκήνιο, απρόοπτα ακόμα και απειλές δολοφονίας...

-Το όνομα

Η ταινία πήρε το όνομα του βιβλίου πάνω στο οποίο βασίστηκε. Το «A Clockwork Orange» του Άντονι Μπέρτζες κυκλοφόρησε το 1962 και ο συγγραφέας έχει δώσει διαφορετικές εκδοχές για το πώς κατέληξε στο συγκεκριμένο όνομα.

Ο Μπέρτζες έχει πει ότι άκουσε τη φράση «as queer as a clockwork orange» (τόσο περίεργο όσο ένα κουρδιστό πορτοκάλι) σε μια παμπ στο Λονδίνο το 1945. Τόνιζε ότι από τότε είχε ακούσει κι άλλες φορές τη συγκεκριμένη έκφραση και την «ερωτεύτηκε». «Δεν είναι δικό μου δημιούργημαΤην άκουσα και την ερωτεύτηκαΉθελα να τη χρησιμοποιήσω ως τίτλο του βιβλίου μου. Αναγκαστικά μετά το βιβλίο έπρεπε να της δώσω ένα νόημα. Εννοώ λοιπόν την ένωση κάτι οργανικού, ζωντανού και γλυκού δηλαδή της ζωής με κάτι μηχανικό, ψυχρό και πειθαρχημένο» έχει πει.

Σε μια άλλη εξήγηση του έχει πει ότι χρησιμοποίησε την λέξη orange γιατί το orang στη γλώσσα της Μαλαισίας σημαίνει άντρας. Σε κάποιες άλλες αναφορές του τόνισε ότι είναι απλά μια παρομοίωση που θέλει να δείξει πώς κάτι τόσο ζωντανό, χυμώδες και γλυκό μετατράπηκε σε κάτι μηχανικό. «Ένας άνθρωπος που πλέον δεν έχει ελεύθερη βούληση δεν είναι πλέον άνθρωπος. Είναι ένα κουρδιστό πορτοκάλι» έχει τονίσει επίσης.

Όσο για το όνομα του πρωταγωνιστή ο Μπέρτζες έχει πει ότι ήθελε κάτι διεθνές. «Δεν μπορεί ένα παιδί από τη Βρετανία ή τη Ρωσία να λέγεται Τσακ ή Μπουτς» ανέφερε χαρακτηριστικά.

-To βιβλίο δεν άρεσε στον Κιούμπρικ

Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ διάβασε το βιβλίο ενώ βρισκόταν στα γυρίσματα του «Dr Strangelove». Του το έδωσε ο συνεργάτης του Τέρι Σάουθεν ο οποίος θεώρησε ότι θα αρέσει στον σκηνοθέτη. Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» όμως δεν άρεσε στο Κίουμπρικ κυρίως λόγω της αργκό γλώσσας που χρησιμοποιούσε ο Μπέρτζες. Τελικά άλλαξε άποψη όταν άρχισε να συγκρίνει τον πρωταγωνιστή με τον Ριχάρδο τον Γ'. Τότε είδε αλλιώς όλη την ιστορία και αποφάσισε να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη. Τελικά προσπάθησε η ταινία του να είναι όσο πιο πιστή γίνεται με το πρωτότυπο

-Ο ρόλος του κρίκετ

Ο αρχικός σχεδιασμός των στολών της συμμορίας ήταν διαφορετικός αλλά δεν άρεσε στον Κιούμπρικ. Όταν μια μέρα είδε τον πρωταγωνιστή του, Μάλκομ ΜακΝτόουελ, με στολή κρίκετ του ζήτησε να μην τη βγάλει και να κάνουν κάποια γυρίσματα. Με κάποιες τροποποιήσεις η στολή έγινε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ταινίας.  

-Ή αυτός ή κανείς 

Ο Κιούμπρικ δεν έχει καμία αμφιβολία για τον ποιον ήθελε για πρωταγωνιστή. Είχε δει τον Μάλκομ ΜακΝτόουελ στην ταινία «If...» και τον θεωρούσε όχι απλά ιδανικό για τον ρόλο του Άλεξ αλλά μοναδική επιλογή. Κάποιες πληροφορίες υποστηρίζουν ότι αν ο ΜακΝτόουελ έλεγε όχι ο Κιούμπρικ δεν θα έκανε την ταινία. Πήρε τελικά τον ρόλο χωρίς δοκιμαστικό αλλά χωρίς να γνωρίζει τον Κιούμπρικ. «Στην αρχή τον είχα μπερδέψει με τον Στάνλεϊ Κράμερ. Δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομα του», θα πει.

-Singing In The Rain

Στην πιο σκληρή σκηνή της ταινίας ο Άλεξ και η συμμορία του μπαίνουν σε ένα σπίτι, βιάζουν μια γυναίκα και τελικά σκοτώνουν το ζευγάρι. Κατά τη διάρκεια της φρικτής σκηνής ο ΜακΝτόουελ τραγουδά το «Singin In The Rain» του Τζιν Κέλι. Πρόκειται για αυτοσχεδιασμό μετά από προτροπή του Κιούμπρικ να κάνει κάτι εξωφρενικό. «Άρχισαν να τραγουδάω το Singin In The Rain. Γιατί το έκανα αυτό; Γιατί το τραγούδι αυτό είναι το δώρο του Χόλιγουντ στον κόσμο της ευφορίας. Αυτό ένιωθε ο χαρακτήρας εκείνη τη στιγμή» θα πει ο ηθοποιός. Ο αυτοσχεδιασμός άρεσε τόσο πολύ στον Κιούμπρικ που πλήρωσε 10.000 δολάρια για τα δικαιώματα του τραγουδιού.

-Ο γιατρός

Στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» και συγκεκριμένα στη σκηνή που ο ΜακΝτόουελ φορά τη συσκευή που του κρατά τα μάτια ανοιχτά, συμμετέχει και ένα κανονικός γιατρός. Είχε προσληφθεί από μια οφθαλμολογική κλινική του Λονδίνου για να βάζει συνέχεια κολλύριο στα μάτια του ηθοποιού. Τελικά κάποια πλάνα άρεσαν τον Κιούμπρικ και έτσι ο γιατρός... έμεινε στην ταινία.

-Ο τραυματισμός

Παρά την παρουσία γιατρού όμως ο ΜακΝτόουελ τραυματίστηκε στη συγκεκριμένη σκηνή. Ο Κιούμπρικ επέμενε πως έπρεπε να είναι καθιστός όταν φορά τη συσκευή και όχι ξαπλωμένος, όπως προβλέπεται. Ο ηθοποιός τόνισε ότι το γύρισμα με τη συσκευή ήταν ένα πραγματικό βασανιστήριο και ο πόνος αφόρητος. Τελικά o ΜακΝτόουελ τραυμάτισε τον κερατοειδή του.

-Η σκηνή σεξ

Στην ερωτική σκηνή με τον Άλεξ και τα δύο κορίτσια από το δισκοπωλείο ο Κιούμπρικ έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει το φιλμ τον χαρακτηριστικό «ακατάλληλο». Την θάμπωσε και την έβαλε να παίζει πιο γρήγορα. Τελικά δεν κατάφερε κάτι

- Ο Darth Vader

Στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» συμμετέχει και ο ηθοποιός Ντέιβιντ Πρόουζ. Είναι ο μυώδης άντρας στο σπίτι του συγγραφέα. Ο Πρόουζ είναι ο ηθοποιός κάτω από τη στολή του Darth Vader στην αρχική τριλογία του Star Wars.

-Ψαλίδι...

Ο Κιούμπρικ αναγκάστηκε να προσλάβει βοηθούς για να συμμετάσχουν στο μοντάζ. Η ταινία αρχικά ήταν τέσσερις ολόκληρες ώρες και δεν μπορούσε να βγει έτσι στις αίθουσες. Πολύ από το υλικό που είχε τραβήξει ο Κιούπρικ έμεινε εκτός και μάλιστα ο σκηνοθέτης επέμενε να καταστραφεί κάτι που έγινε.

-Πινγκ Πονγκ

Για δύο εβδομάδες ο Κιούμπρικ και ο ΜακΝτόουελ δούλευαν τα voiceovers της ταινίας. Για να χαλαρώνουν και να ξεφεύγουν από τη ρουτίνα έπαιζαν πινγκ πονγκ. Όταν στο τέλος ο ΜακΝτόουελ πληρώθηκε μόνο τη μια εβδομάδα ο Κιούμπρικ του εξήγησε πως την υπόλοιπη απλά έπαιζαν πινγκ πονγκ και δεν δούλευαν.

-Σε φυσικά τοπία

Μετά την «Οδύσσεια του Διαστήματος» ο Κιούμπρικ είχε κατηγορηθεί ότι μπορεί να φτιάξει ταινίες μόνο με τεράστιο μπάτζετ. Θέλησε στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» να δώσει μια απάντηση. Χρησιμοποίησε κυρίως φυσικά τοπία τα οποία μετέτρεψε. Λίγες ήταν οι σκηνές που γυρίστηκαν σε στούντιο. Πάντως το διαβόητο Korovo Milk Bar ήταν εξ ολοκλήρου σκηνικό.

-Οι αντιγραφείς

Ο Τύπος άσκησε δριμεία κριτική στο φιλμ για τις σκηνές βίας. Υπήρξαν μάλιστα αναφορές ότι υπήρξαν άτομα που αντέγραψαν τη συμμορία και έκαναν βιασμούς και δολοφονίες, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας. Πολλοί ήταν εκείνοι που ζήτησαν να κατέβει το φιλμ από τις αίθουσες της Αγγλίας. Αυτό συνέβη τελικά αλλά για διαφορετικό λόγο. Ο Κιούμπρικ δέχθηκε απειλές για τη ζωή του και τη ζωή της οικογένειας του. Έτσι αναγκάστηκε να αποσύρει την ταινία από τους βρετανικούς κινηματογράφους.



Παρασκευή, Οκτωβρίου 22, 2021

Η «Χριστίνα» (θαλαμηγός) του Ωνάση

 

Η 99 μέτρων μήκους και 11 μέτρων πλάτους θαλαμηγός του μυθικού Σμυρνιού όπου φιλοξενήθηκαν όλοι οι VIPs του 20ού αιώνα, από τον Winston Churchill και την Marilyn Monroe ως τον Frank Sinatra και την Μαρία Κάλλας, έχει δεχτεί εκτεταμένο λίφτινγκ και ενοικιάζεται για κρουαζιέρες
Το θρυλικό γιοτ στα καταστρώματα του οποίου περπάτησαν και χαλάρωσαν δεκάδες σημαίνουσες προσωπικότητες έχει μετατραπεί σε ένα σύγχρονο luxury σκάφος που διατηρεί την αίγλη του παρελθόντος.
Ο Τσόρτσιλ στην «Χριστίνα» © AP Photo/Murray L. Becke

Η ιστορία της Χριστίνας

Αρχικά ήταν φρεγάτα του καναδικού πολεμικού ναυτικού, συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η «Χριστίνα» πέρασε στα χέρια του Αριστοτέλη Ωνάση το 1954 ο οποίος την μετέτρεψε στο πιο πολυτελές ιδιωτικό γιοτ της εποχής.

Φιλοξένησε πλήθος επιφανών καλεσμένων, από τη Μέριλιν Μονρόε και τον Φρανκ Σινάτρα μέχρι τον Τζον Κ. Κένεντι και τον Ουίνστον Τσώρτσιλ.



Μετά το θάνατό του το 1975, η «Χριστίνα», γνώρισε την εγκατάλειψη.

Οικογενειακός φίλος της οικογένειας Ωνάση ανέλαβε μετά από χρόνια το έργο αποκατάστασης του θρυλικού γιοτ, το οποίο ολοκληρώθηκε το 2001.

Πλέον, αντί αδράς αμοιβής όσοι έχουν τη δυνατότητα μπορούν να νοικιάσουν το θρυλικό σκάφος και να απολαύσουν πολυτελή διαμονή και υπηρεσίες εν πλω, με την απήχηση του μοναδικού παρελθόντος.
Σχεδιασμένο στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα από τον Caesar Pinnau, το εξωτερικό της Christina O ξεχωρίζει εύκολα μεταξύ άλλων superyachts στη σημερινή αγορά τσάρτερ.

Το πιο εντυπωσιακό είναι το κεντρικό κατάστρωμα, όπου η πισίνα του Ωνάση έχει αποκατασταθεί με το ψηφιδωτό μωσαϊκό του Μινώταυρου να ξεχωρίζει.
Στο εσωτερικό του σκάφους θρυλικά αντικείμενα από την εποχή Ωνάση διασώθηκαν και αποκαταστάθηκαν.

Στο κεντρικό κατάστρωμα βρίσκεται το «Aris Bar», το οποίο διαθέτει την αυθεντική του μπάρα καλυμμένη με σχοινί και τα σκαμπό από δέρμα φάλαινας. Εκεί βρίσκεται και το μεγαλοπρεπές αίθριο με το εντυπωσιακό μωσαϊκό με το λογότυπο του Ωνάση ένα μεγάλο Ω.
Ξεχωρίζουν το σαλόνι «Μαρία Κάλλας» με το πιάνο και τα πορτραίτα της Ελληνίδας ντίβας της όπερας και η βιβλιοθήκη «Winston Churchill» με πολυτελείς καναπέδες, πολυθρόνες και την προτομή του Άγγλου πολιτικού.
Τα πατώματα είναι στρωμένα με μάρμαρο, ενώ στους τοίχους βλέπεις αυθεντικά έργα των Renoir, Capuzzo, Warhol.

Φυσικά υπάρχει και η Σουίτα του Ωνάση, στο μπροστινό τμήμα του καταστρώματος. Λευκά μάρμαρα Πεντέλης, μια μεγάλη βιβλιοθήκη, το αυθεντικό τζάκι από όνυχα, αυθεντικά κρυστάλλινα φώτα Μπακαρά.
Η σπειρωειδής σκάλα με την επίχρυση κουπαστή συνδέει τη σουίτα του Ωνάση με τις 18 καμπίνες που βρίσκονται στον κάτω όροφο και φέρουν ονόματα ελληνικών νησιών.
Σήμερα, 78 χρόνια μετά την ναυπήγησή του, το «Christina O» όπως πλέον είναι το όνομά του, περιλαμβάνεται στην λίστα με τα 50 μεγαλύτερα γιωτ στον κόσμο. Μπορεί να φιλοξενήσει 34 άτομα σε 18 καμπίνες και 42 άτομα πλήρωμα.

Σύμφωνα με το yachtcharterfleet.com το «Χριστίνα Ο» ενοικιάζεται αντί 560.000 ευρώ την εβδομάδα το καλοκαίρι και αντί 700.000 ευρώ το χειμώνα.
Courtesy Valef Yachts


Ιστορίες από τη Χριστίνα
Στη Χριστίνα έγινε ο γάμος του Αριστοτέλη Ωνάση με την Τζάκι, ενώ σε δημοσιεύματα που φιλοξένησε πρόσφατα το iefimerida, μέσα από διηγήσεις του Νίκου Μαστοράκη, περιέγραψε πώς... μεταμφιεσμένος σε μπουζουκτζής κατάφερε να ανέβει στο γιοτ, να καταγράψει τα όσα γίνονταν εκεί και ακολούθως με το ρεπορτάζ του να αποκαλύψει σε όλο τον κόσμο το ειδύλλιο του κροίσου με την πρώην Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 15, 2021

Οι Δουβλινέζοι» του Τζέιμς Τζόις: Ένα μωσαϊκό της ιρλανδέζικης ζωής

 

«ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ο Ιησούς Χριστός της λογοτεχνίας» είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ο Τζέιμς Τζόις, αλλά, θέλοντας και μη, αυτή ήταν η μοίρα του. Οι σύντομες ιστορίες που άρχισε να γράφει στα εικοσιδύο του, αυτές των «Δουβλινέζων», δεν βρήκαν εκδότη προτού γίνει τριανταδύο, έχοντας στο μεταξύ απορριφθεί δεκάδες φορές.

 

«Δεν πρόκειται για συλλογή τουριστικών εντυπώσεων» εξηγούσε σ΄ έναν υποψήφιο εκδότη ο ίδιος, μ’ επιστολή του που δημοπρατήθηκε το 2004 από τον Christie’s έναντι 48.000 ευρώ. Ο Τζόυς αντιμετώπιζε τους «Δουβλινέζους» ως ένα κεφάλαιο της ιστορίας των ιρλανδέζικων ηθών μέσα από αφηγήσεις αντλημένες από τα παιδικά κι εφηβικά του χρόνια κυρίως, αλλά και από τη δημόσια ζωή όπως την είχε αντιληφθεί.

 

Οι συμπατριώτες του, όμως, τις θεωρούσαν προσβλητικές. Σαράντα εκδοτικοί οίκοι αρνήθηκαν να τις εκδώσουν, πολλοί τυπογράφοι έκαψαν τα χειρόγραφά του, κι εκείνος, ως το 1914 που δημοσιεύτηκε τελικά το βιβλίο, είχε ήδη πάρει την απόφασή του να γυρίσει την πλάτη του στο Δουβλίνο οριστικά.

 

Υπόγεια συνδεδεμένες μεταξύ τους, εικόνες όλες τους μιας πόλης που ο Τζόις ισχυριζόταν πως μισεί, οι δεκαπέντες ιστορίες των «Δουβλινέζων» συγκροτούν ένα μωσαϊκό της ιρλανδέζικης ζωής επί βικτωριανής εποχής κι αποτυπώνουν την ασφυξία, την οργή αλλά και την αλλόκοτη τρυφερότητα που ένιωθε για τη γενέτειρά του ο μετέπειτα δημιουργός του «Οδυσσέα».

 

Οι ήρωες των διηγημάτων, τριαντάρηδες αλλά και μικρά παιδιά, αλήτες, υπάλληλοι, εργένηδες ή παντρεμένοι, άντρες αγριεμένοι κι εκδικητικοί και γυναίκες κουρασμένες, χωρίς ψευδαισθήσεις, παρουσιάζονται παγιδευμένοι μέσα στο αλκοόλ, τη φτώχεια και τον καταπιεσμένο ερωτισμό, τη σκληρότητα της Εκκλησίας και την αναποτελεσματικότητα των πολιτικών, ανήμποροι να μεταβάλουν το πεπρωμένο τους.


Από τα πιο προσιτά έργα του Τζόυς, μιλούν για την παράλυση της θέλησης, της μνήμης και της φαντασίας, όπως και για την υποκρισία, τη μιζέρια, τη δειλία και τη μικρότητα μιας κοινωνίας, στερημένης από πνευματικό σφρίγος, παθητικής.


Γόνος ευκατάστατης και πολυπληθούς οικογένειας που γρήγορα ξέπεσε κοινωνικά, ο Τζέιμς Τζόις (1882-1941) μαθήτευσε μεν πλάι στους Ιησουίτες εντρυφώντας στη φιλοσοφία του Θωμά του Ακινάτη, μελέτησε σε βάθος από τον Αριστοτέλη ως τον Ίψεν κι από τον Δάντη ως τον Μαλαρμέ, αλλά όπως επισημαίνει η βιογράφος του Έντνα Ο΄ Μπράιαν, οι πραγματικές σπουδές του ήταν άλλες: «Οι καβγάδες, οι θάνατοι, η πείνα, τα μόνιμα οικονομικά προβλήματα ήταν το πικρό σχολείο του και τον έκαναν να περιφρονεί την οικογένειά του και τη χώρα του. Σαν τις αγριόχηνες ήθελε να πετάξει μακριά. Να νιώσει Ευρωπαίος».

 

δουβλινέζοι
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Τζέιμς Τζόις, Οι Δουβλινέζοι, εκδόσεις Οξύ

Ηφαιστειώδης και βιβλιοφάγος, ευρυμαθής αλλά κι απείθαρχος μαθητής, γεμάτος αποστροφή για τα κηρύγματα των ιερωμένων, τακτικός θαμώνας σε μπαρ και πορνεία, επίδοξος κατά καιρούς τραγουδιστής, ηθοποιός αλλά και γιατρός, ο Τζόις αυτοεξορίστηκε στη Ρώμη, την Τεργέστη, το Παρίσι, τη Ζυρίχη, μοιράστηκε τη ζωή του με την επαρχιώτισσα κοκκινομάλλα Νόρα Μπάρκναλ με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, διεκδίκησε και βρήκε οικονομική στήριξη για ν’ αφοσιωθεί στα γραπτά του και υπήρξε ο πρώτος Ιρλανδός καθολικός που κατέστησε τις εμπειρίες και το περιβάλλον του γνωστά στην οικουμένη, προκαλώντας με τις καινοτομίες του ριζικές αλλαγές στον λογοτεχνικό χάρτη του 20ού αιώνα.

 

Όσες επιρροές από τον Τσέχοφ ή τον Φλομπέρ κι αν έχουν εντοπιστεί στους «Δουβλινέζους», παραμένουν αξιοθαύμαστο κατόρθωμα για έναν συγγραφέα που μόλις έχει συμπληρώσει τα είκοσι. Οι ιστορίες του βιβλίου ούτε απλά νατουραλιστικά σκίτσα είναι, ούτε όμως και κατασκευές με σύνθετο συμβολισμό. Από τα πιο προσιτά έργα του Τζόις, μιλούν για την παράλυση της θέλησης, της μνήμης και της φαντασίας, όπως και για την υποκρισία, τη μιζέρια, τη δειλία και τη μικρότητα μιας κοινωνίας, στερημένης από πνευματικό σφρίγος, παθητικής.

 

Εδώ, ο Τζόις αναπτύσσει τη ματαιότητα μιας ζωής εγκλωβισμένης στη συμβατικότητα των ηθών, προσφέροντας ήδη μια γεύση από την τεχνική που θα χρησιμοποιήσει σ’ όλα τα επόμενα έργα του: φράσεις δηλαδή που εκφράζουν πνευματικές αποκαλύψεις, δημιουργώντας ένα αφηγηματικό ύφος που κινείται σε πολλά και διαφορετικά συνειδησιακά επίπεδα.

 

Οι «Δουβλινέζοι» έχουν εκδοθεί στα ελληνικά από διάφορους οίκους, κι ανάμεσα στους μεταφραστές τους συγκαταλέγονται ο Κοσμάς Πολίτης (εκδ. Ζαχαρόπουλος) και η Μαντώ Αραβαντινού (εκδ. Ηριδανός). Πρόσφατα επανακυκλοφόρησαν από τα «24 γράμματα» (μετ. Ανδρέας Κάππα) και από τις εκδόσεις Οξύ-Brainfood (μετ. Θάνος Καραγιαννόπουλος).

 

Το τελευταίο διήγημα της συλλογής, «Ο νεκρός», μεταφέρθηκε τo 1987 στον κινηματογράφο από τον Τζον Χιούστον, αποτελώντας το κύκνειο άσμα του.


ΑΓΟΡΑΣΤΕ τους ΔΟΥΒΛΙΝΕΖΟΥΣ



Πάντα Ιρλανδός, μα και πάντα εξόριστος. Πάντα Δουβλινέζος και Παριζιάνος, μα και πάντα Ευρωπαίος, παγκόσμιος, πέρα από τα όρια του χώρου και, μέσα από το πολυσχιδές έργο του, πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Τζόυς μπόρεσε να κάνει κέντρο του κόσμου μια μικρή κάμαρα, και τον ίδιο του τον μεγαλοφυή εαυτό. Κι από κει, βραδυφλεγώς, να αναστατώσει το σύμπαν, να κατακρημνίσει συμπαγείς πεποιθήσεις και στέρεες βεβαιότητες.

O Τζέημς Τζόυς φωτογραφίζεται από τη Gisèle Freund



Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2021

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ

 "Αυτό που έρχεται δεν έχει ήχο ερπιστριας

είναι αθόρυβο κι όμως μας πλησιάζει.

Αυτό που έρχεται δεν το' φτιαξαν οι φόβοι μας

αλλά θα πάρει εκδίκηση, γιατί μας μοιάζει" . 

Ελένη Μπάλιου (Klemm) 

Το όνειρο του καθηγητή Κλήμη

 Ούτε ένα βήμαΟύτε ένα βήμα, λέει ο καθηγητής Κλήμης στους μαθητές του, ούτε ένα βήμα δεν μπορείτε να κάνετε στη ζωή σας, χωρίς την ποίηση με το παράπονο και τη θλίψη των στίχων της, και χωρίς την ακαταμάχητη δύναμη που κρύβουν τα μυθιστορήματα . Η γνώση είναι τυφλή, να ξέρετε, χωρίς αυτά».

Ο καθηγητής κάνει μια μικρή παύση, μετράει τις αντιδράσεις των παιδιών. Ίσως να βιάστηκε λίγο να τους πει την αλήθεια.. Αλλά, όχι, λέει από μέσα του και συνεχίζει.
«Γιατί σ αυτά θα ανακαλύψετε τους κρυφούς πόθους των ανθρώπων, το σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον τους, τα τρομερά πάθη τους, και το μεγαλείο ή το σκοτάδι της ψυχής τους»
Ψάχνει τώρα στα βλέμματα των μαθητών του να βρει μια στάλα συμπάθειας, ένα μικρό ίχνος αποδοχής.
Ακούει με προσοχή τη σιωπή τους. Διακρίνει στα πρόσωπά τους ένα φως.. Αυτό του δίνει το θάρρος να συνεχίσει.
« Να μάθετε γράμματα και γράμματα» τους λέει και η φωνή του τώρα είναι πιο αργή πιο ήρεμη, πιο κοντά στην εμπιστοσύνη και την ελευθερία.
«Και τα βιβλία της γνώσης δεν είναι μόνο αυτά που κρατάτε στα χέρια σας. Είναι και τα άλλα που μιλούν για τις αλήθειες της ζωής, για τα ραγισμένα από τη δυστυχία πρόσωπα των ανθρώπων και για τα βάσανα και τους καημούς του κόσμου. Κι αυτά τα βιβλία θέλουν κόπους πολλούς για να τα βρείτε και να το λέει η καρδιά σας»
Ο καθηγητής Κλήμης συνεχίζει. Θέλει να προλάβει το κουδούνι να πει ό,τι είναι να πει.
«Γιατί διαβάζοντας, τότε θα καταλάβετε πως η κακία και το άδικο περισσεύουν στους ανθρώπους και τότε θα νιώσετε πως η αγάπη θέλει θυσίες και πως ο έρωτας είναι φωτιά που καίει και αναμονή και λύτρωση. Και πως όλα αυτά, τα πάθη και οι κακίες, η αγάπη και οι ασίγαστοι έρωτες η καλοσύνη και το μίσος, είναι τα φωτεινά και τα σκοτεινά σημάδια της ψυχής των ανθρώπων και γνωρίζοντας αυτά χτίζετε καλύτερα τη ζωή σας. Γιατί και τη ζωή σας την ίδια θα βρείτε στις σελίδες των άλλων βιβλίων και το ίδιο τον εαυτό σας θ αναγνωρίσετε στο πρόσωπο του ήρωα κι έτσι θα μάθετε καλύτερα ποιοι είστε». .
Ρίχνει μια ματιά στο κουρδιστό ρολόι του. Έχει ακόμα λίγο χρόνο.
«Και η γλώσσα που μιλάτε κορώνα στο κεφάλι σας» τονίζει μ ένα πάθος που δεν τους αφήνει περιθώρια να μην τον πιστέψουν « και είναι το πιο δυνατό φάρμακο για τις πληγές της ζωής και περισσότερο η ίδια η ανάσα της ζωής. Γιατί εκείνος που μπορεί κι ακούει τις μυστικές φωνές της μητρικής του γλώσσας, και που μπορεί να λύνει τους δύσκολους γρίφους των συλλαβών της είναι ο κερδισμένος, γιατί ξέρει ποιος είναι και που πάει».
Απομένουν μονάχα δύο λεπτά και θέλει να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Να βιαστεί πρέπει.
«Γιατί με τη γλώσσα πονάμε κι αγαπάμε, γελάμε και φωνάζουμε το δίκιο μας και με τη γλώσσα πάλι τραγουδάμε νανουρίσματα και τραγούδια της αγάπης χαρούμενα ή λυπητερά. Γι αυτό τη γλώσσα και τα μάτια σας, Γιατί οι καιροί είναι χαλεποί και η μοναξιά αβάσταχτη και ο λόγος η μόνη γιατρειά».
Χτυπάει το κουδούνι. Τα παιδιά σηκώνονται. Μοιάζει σαν κάτι να σκέφτονται. Ο καθηγητής Κλήμης , διακρίνει στο βλέμμα τους. ένα φως'.


Από το βιβλίο"Το όνειρο του καθηγητή Κλήμη." του Σταύρου Τσαγκαράκη
Από ανάρτηση στο f.b

Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2021

Edith Piaf / Μια ελάχιστη αναφορά

 

"Αν κάποιος δει τη ζωή της Εντίθ Πιαφ από απόσταση, θα διαπιστώσει πως η ζωή της δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά μια σειρά από θαύματα. Μέσα από τα βάθη της μιζέριας και την κατάπτωση όλων των δεδομένων ηθικής, γεννήθηκε μια απ` τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες όλων των εποχών.
Αν δεν είχαμε τη φωνή της, σαν συγκλονιστικό ντοκουμέντο ζωής, θα πιστεύαμε πως η Πιαφ είναι η κορυφαία ηρωίδα των μυθιστορημάτων του Ντίκενς, αλλά και του Ουγκώ
[...]Αγάπησε τους ξεχασμένους...
Και τους έκανε ιερό τραγούδι, μετατρέποντας σε ύψιστη τέχνη την περιπέτεια, την πτώση και την εξιλέωσή τους.
Μια αγία των δρόμων..."
[ "Εντίθ Πιαφ, Η Αγία των δρόμων", Μ. Δαμασιώτης - Π. Φύτρας, εκδ. Οδός Πανός]
***

Το πασίγνωστο "Padam, padam" είναι ένα τραγούδι της δεκαετίας του '50 σε μουσική του Norbert Glanzberg. Οι στίχοι αναπολούν μια παλιά αγάπη, είναι οι νότες κι ο ρυθμός του που ενεργοποιούν τις αναμνήσεις...
"Παντάμ, παντάμ...
Θυμήσου τις αγάπες σου,
δεν υπάρχει λόγος να μην κλαίς
με τις αναμνήσεις σου στα χέρια
Αυτός ο ρυθμός με στοιχειώνει μέρα και νύχτα
αυτός ο ρυθμός δεν γεννήθηκε σήμερα
έρχεται απο τόσο μακριά,
απο εκεί που έρχομαι εγώ
τον μεταφέρουν χιλιάδες μουσικοί...
Παντάμ...παντάμ...."
Λέγεται πως αυτό το ηχοποιητικό "Παντάμ" προέκυψε κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του τραγουδιού, όταν στην πρόβα η Πιαφ είχε ξεχάσει τα λόγια και συνόδευσε τη μουσική με το επιφώνημα "παντάμ"... Όπως το άκουσε ο συνθέτης , του άρεσε και αποφάσισε να το κρατήσουν..
[Από το μπλογκ μου: https://noteskaielpidamusicart.blogspot.com/

Edith Piaf - "Padam Padam":

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 25, 2021

Μανώλης Αναγνωστάκης (1925-2005) ΤΟ ΣΚΑΚΙ/ το ποιήμα το τραγούδι

 

Το σκάκι

Έλα να παίξουμε.Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένηΤώρα δεν έχω πια αγαπημένη)5Θα σου χαρίσω τους πύργους μου(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μουΈχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μουΚι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;10(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσωΜονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσωΠου ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνειΔρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη15Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σουΜπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικάΑναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.
Το Τραγούδι Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης - Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου - Πρώτη εκτέλεση: Γεράσιμος Ανδρεάτος


Εκτός του παραδομένου έρωτα η βαθύτερη σημασία του Τρελού (σκακιστικά γαλιστί/fou ) 
.............................ΟΛΗ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΔΩ 

(Ένας λόγος που αποφάσισα τελικά υπέρ του ενός λ ήταν κι αυτός: για να …γλυκάνει λίγο η λέξη.) Βλέπετε, το σκάκι έχει πάψει από καιρό να αποτελεί λαϊκό παιχνίδι (αν υποθέσουμε ότι υπήρξε τέτοιο ποτέ) και ελάχιστοι είναι αυτοί που ξέρουν ότι στον αλλόκοτο θίασο της σκακιέρας, ο αξιωματικός (το γραφικό που συνοδεύει τα σχόλιά μου) ονομάζεται και τρελ(λ)ός, από το γαλλικό fou, το οποίο -όπως η ελληνική λέξη- μπορεί να έχει και θετική χροιά (ουσ. folie).

Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι η επιλογή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αγάπη μου γι’ αυτό το αρχαίο περσικό παιχνίδι. Κάποιο ιδιαίτερο σημαινόμενο κρύβεται από πίσω. Ένα σημαινόμενο γεμάτο ποίηση που οφείλω (οφείλουμε) στο Μανώλη Αναγνωστάκη. Αναφέρομαι, φυσικά, στο υπέροχο «σκάκι» του, το ποίημα που έγινε ευρύτερα γνωστό χάρη στην εξαιρετική μελοποίηση του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Αν υπάρχει κάποιος τυχερός που δεν το έχει ακούσει (η πρώτη επαφή με ένα αριστούργημα είναι ανεπανάληπτη, όχι; ) πηγαίνει κάτω-κάτω, κάνει κλικ στο σχετικό σύνδεσμο και καταλαβαίνει τι εννοώ.

Ένα ποίημα συνιστά ιδεολόγημα όσο κι ένα δοκίμιο. (Στην πραγματικότητα, ένα ποίημα είναι συνήθως κάτι παραπάνω από μια ιδεολογική πρόταση. Είναι μια περιπέτεια ιδεών, με την έννοια ότι εκεί όπου ο δοκιμιογράφος έχει μια ξεκάθαρη άποψη την οποία καλείται να αναπτύξει, ο ποιητής έχει την άκρη ενός μίτου.) Η βασική διαφορά του ποιήματος, αυτή που αποτελεί και το μεγάλο του πλεονέκτημα, έγκειται στην αφαίρεση: ολόκληρο το δοκίμιο σε δέκα λέξεις, σε πέντε, σε μία, τόσο που να μπορεί κάποτε να χωρέσει ένα πλήθος από δοκίμια σε ένα και μόνο ποίημα.

Τι κρύβει το «σκάκι» του Αναγνωστάκη είναι νομίζω φανερό. Εκείνο που δεν είναι, ίσως, τόσο φανερό είναι τι κρύβει ο «τρελός» του. Αυτός «που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει» (διότι αυτή είναι πράγματι η μεγάλη ιδιαιτερότητα-αδυναμία του συγκεκριμένου πεσσού: αν πατάει σε λευκό τετράγωνο δεν μπορεί ποτέ να βρεθεί σε μαύρο και αντιστρόφως.) Μια τέτοια εμμονή θα μπορούσε να σημαίνει φανατισμό, μονολιθικότητα (και έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι οι άγγλοι ονομάζουν τον αξιωματικό..»bishop».) Όμως, τρελό δεν χαρακτηρίζουμε μόνο τον επικίνδυνο για τους άλλους, τον παράφρονα, αλλά και τον επικίνδυνο για τον εαυτό του, τον ασυμβίβαστο. Αυτόν που αρνείται να πατήσει στο άλλο χρώμα, αρνείται να «αγιάσει τα μέσα» κι ας περιορίζεται έτσι η ικανότητά του για ελιγμούς. (Ενδιαφέρον σημειολογικά παιχνίδι το σκάκι, μη μου πείτε; )

Ωραία, θα πείτε, τι μας λέει εδώ ο τρελός; Ότι αυτός είναι ο ασυμβίβαστος, ο άσπιλος, ο ψηλά-το-κεφάλι, γεια σου ρε μεγάλε! Όμως δεν είναι αυτό το πνεύμα του ποιητή και, οπωσδήποτε, ούτε στις δικές μου προθέσεις οι χαρακτηρισμοί ηθικού μεγαλείου. Ο ασυμβίβαστος, μπορεί να είναι άξιος σεβασμού για την ακεραιότητά του, είναι ωστόσο συχνά (εξίσου συχνά με τον καιροσκόπο) ένας άνθρωπος πλανημένος. Το σύστημα (η εξουσία, το κατεστημένο) έχει το δικό του τρόπο να ελέγχει τους ασυμβίβαστους. Τους καιροσκόπους απλά τους διαφθείρει, τους ασυμβίβαστους τους χειραγωγεί μέσα από τα στερεότυπα. Ο «τρελός» του ποιητή είναι αυτός που – ασυλλόγιστα- επιτίθεται στις «στέρεες παρατάξεις», φιγούρα δονκιχωτική που δύσκολα χειραγωγείται. Το λάθος χρώμα δεν του το απαγορεύει η ηθική αλλά η λογική του. Για τον ίδιο λόγο δεν ακολουθεί τους κανόνες των υπολοίπων, με την ίδια του την ύπαρξη τους αμφισβητεί και γι’ αυτό τους αναστατώνει.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2021

Ο Διγενής Ακρίτας (τ'Ακριτικό που περιγραφει έμμετρα την φοβερή φήμη του τον Ερωτά του και τη μονομαχία του με τον Θάνατο )

Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας είναι ο γνωστότερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγηματικού έργου του 11ου-12ου αι., το οποίο είναι γνωστό ως Διγενής Ακρίτης ή Έπος του Διγενή Ακρίτη. Σύμφωνα με τον μύθο ήταν ένας από τους Ακρίτες, τους φρουρούς των Βυζαντινών συνόρων και απέκτησε το προσωνύμιο Διγενής εξαιτίας της εθνικής καταγωγής του: η μητέρα του ήταν κόρη βυζαντινού στρατηγού και ο πατέρας του εμίρης από την Συρία. Σε μία από τις διασκευές του έπους αναφέρεται ότι ήταν σύγχρονος του Αυτοκράτορα Βασίλειου, αλλά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν πρόκειται για τον Βασίλειο Α΄ ή τον Βασίλειο Β΄, γνωστό ως Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Πρόσωπα και τόποι που αναφέρονται στο έπος μπορούν να ταυτιστούν με ιστορικά στοιχεία του 9ου και του 10ου αι., όπως οι πρόγονοι του εμίρη, πατέρα του Διγενή, που ενδέχεται να ταυτίζονται με προσωπικότητες του παυλικιανισμού, αλλά αυτά τα ιστορικά στοιχεία μέσα στο έπος δεν συνδέονται μεταξύ τους με αλληλουχία που να συμβαδίζει με τα ιστορικά γεγονότα, επομένως δεν είναι εύκολο να εξαχθούν συγκεκριμένες πληροφορίες για το ιστορικό περιβάλλον στο οποίο τοποθετείται η ζωή και η δράση του Διγενή.

Το έμμετρο αφήγημα του Διγενή Ακρίτη είναι το παλαιότερο λογοτεχνικό γραπτό μνημείο της δημώδους ελληνικής μεσαιωνικής γλώσσας, το οποίο έχει θεωρηθεί ως το έργο που σηματοδοτεί την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Εξιστορεί την καταγωγή του Διγενή, τα παιδικά του χρόνια, τα ηρωικά κατορθώματά του και τον θάνατό του. (Διαβάστε το υπόλοιπο

 τ’ Ακριτικό

(1) Και μια ιστορία από παλιά απ όλους ξεχασμένη μ’ ένα τραγούδι θα σας πω το βίο τ’απελάτη Σπίτι δεν τονε σκέπαζε, σπήλιο δεν τονε χώρει, τα όρη διασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα, Στο βίτσιμά ’πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια, στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια. ------ (2) "Εγώ είμαι τα’ Ανδρόνικου ο γιος, που τρέμει ο κόσμος όλος και τρέμουν κι οι Αγαρηνοί μήπως τους συναντήσω Ως έτρωγα κι ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα, ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη, κ' εμένα ο νους μου τό ’βαλε, παντρεύουν την καλή μου, παντρευαρραβωνιάζουν την κι εμένα μ’ αστοχούνε." ------ (3) Περνώ και πάω στους μαύρους μου, τους εβδομηνταπέντε. "Μαύροι μου ακριβοτάγιστοι και μοσκαναθρεμμένοι, ποιος ειν’ αψύς και γλήγορος, να τον καβαλικέψω, ν’ αστράψει στην ανατολή και να βρεθεί στη δύση;" κ' ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος, κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει." ------ (4) "Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος να πάγω όθε κι αν είναι. Οπού είναι γάμος και χαρά πάνε τα νια μουλάρια, οπού είναι πόλεμος φρικτός παίρνουν εμέ το γέρο. και για χατίρι της κυράς να μακροταξιδέψω, οπού μ’ ακριβοτάγιζε στο γύρο της ποδιάς της, κι οπού μ’ ακριβοπότιζε στη χούφτα του χεριού της. ------ (5) Στρώνει γοργά το μαύρο του, γοργά καβαλικεύει. Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια, και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε. Στη στράτα νοπού πήγαινε το Θιόν επαρακάλει. Θέ μου δως μου τη δύναμη σε πέρας να τα βγάλω να τιμηθεί ο λόγος μου και Σένα να δοξάσω. Αφέντη μου Άϊ-Γιώργη μου, έλα μαζί μ’ αντάμα, να κάμω τά μπα σου χρυσά και τά βγα σου ασημένια. ------ (6) Δίνει του μαύρου του βιτσιά στη χώρα κατεβαίνει. Εκεί σιμά, εκεί κοντά στο σπίτι του να φτάσει, ο μαύρος του χλιμίντρισε κ’ η κόρη αναστενάζει. Και μονομιάς με δρασκελιά τ’ Ακρίτα δίπλα φτάνει. Κι ο Διγενής σαν τη θωρεί γυρίζει και της λέγει "Δεξιά μου στέκα, λυγερή, ζερβά μου πέρνα, κόρη." ------ (7) Το μαύρο του χαμήλωσε κ’ η κόρη απάνω ευρέθη. Βγάνει και το χρυσό σπαθί και τ’ αργυρό μαχαίρι, δίνει του μαύρου του βιτσιά κι επήρε χίλια μίλια, μηδέ το μαύρον είδανε, μήτε τον κορνιαχτό του. Οπού είχε μαύρο γλήγορο είδε τον κορνιαχτό του, κι οπού είχε μαύρο κ’ είν' οκνός, μηδέ τον κορνιαχτό του. ------ (8) Σαν ήρθε η ώρα η θνητή που όλοι την πομένουν Κι ο Διγενής ψυχομαχεί και τα θνητά λογάται λέει εκεί στ’ αδέρφια του και τα παλιά θυμάται τις μάχες και τα θάματα σ’ Ανατολή και Δύση. «Στης Αραβίνας τα βουνά, στης Σύρας τα λαγκάδια, που ’κει συν δυο δεν περπατούν, συν τρεις δεν κουβεντιάζουν, παρά πενήντα κι εκατό και πάλε φόβον έχουν, εγώ μονάχος πέρασα μ’ ένα σπαθί στο χέρι. ------ (9) Τότε είδα ενά ξυπόλυτο και λαμπροστολισμένο, πούχε του ρίτσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια. Με κράζει να παλέψομε σε μαρμαρένια αλώνια! Κι επήγαν και παλαίψανε σε μαρμαρένια αλώνια. Κι όθε χτυπάει ο Διγενής το αίμα αυλάκι κάνει. Κι όθε χτυπάει ο Χάροντας το αίμα τάφρο κάνει!» ------ (10) "Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει. Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο απάνω κόσμος κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια, κι η πλάκα τον ανατριχιά, πως θα τονε σκεπάση πως θα σκεπάση τον αητό, τση γης τον αντρειωμένο. Βογκάει, τρέμουν τα βουνά βογκάει τρέμουν οι κάμποι" ------ (11) Κι όταν η ώρα έφτασε κι ο θάνατος ζυγώνει Γυρίζει και βροντοφωνά στα αδέρφια του και πάλι «Δεν χάνομαι στα Τάρταρα μονάχα ξαποσταίνω! Στον ήλιο ξαναφαίνομαι και τους λαούς ανασταίνω»
\