Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Οκτωβρίου 24, 2021

Κουρδιστό Πορτοκάλι: Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για την ταινία

 

Τα παρασκήνια των γυρισμάτων, η σημασία του ονόματος, τα... βασανιστήρια στον πρωταγωνιστή και ο... Darth Vader 

Μισός αιώνας συμπληρώνεται φέτος από την ημέρα που το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Η πρώτη του προβολή έγινε στη Νέα Υόρκη την 19η Δεκεμβρίου 1971 ενώ στην χώρα μας ήρθε την Πρωτοχρονιά του 1973. Πενήντα χρόνια μετά το δημιούργημα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (βασισμένο στο βιβλίο του Άντονι Μπέρτζες) παραμένει ένα ορόσημο για το παγκόσμιο σινεμά. Πίσω από την παραγωγή κρύβεται πολύ παρασκήνιο, απρόοπτα ακόμα και απειλές δολοφονίας...

-Το όνομα

Η ταινία πήρε το όνομα του βιβλίου πάνω στο οποίο βασίστηκε. Το «A Clockwork Orange» του Άντονι Μπέρτζες κυκλοφόρησε το 1962 και ο συγγραφέας έχει δώσει διαφορετικές εκδοχές για το πώς κατέληξε στο συγκεκριμένο όνομα.

Ο Μπέρτζες έχει πει ότι άκουσε τη φράση «as queer as a clockwork orange» (τόσο περίεργο όσο ένα κουρδιστό πορτοκάλι) σε μια παμπ στο Λονδίνο το 1945. Τόνιζε ότι από τότε είχε ακούσει κι άλλες φορές τη συγκεκριμένη έκφραση και την «ερωτεύτηκε». «Δεν είναι δικό μου δημιούργημαΤην άκουσα και την ερωτεύτηκαΉθελα να τη χρησιμοποιήσω ως τίτλο του βιβλίου μου. Αναγκαστικά μετά το βιβλίο έπρεπε να της δώσω ένα νόημα. Εννοώ λοιπόν την ένωση κάτι οργανικού, ζωντανού και γλυκού δηλαδή της ζωής με κάτι μηχανικό, ψυχρό και πειθαρχημένο» έχει πει.

Σε μια άλλη εξήγηση του έχει πει ότι χρησιμοποίησε την λέξη orange γιατί το orang στη γλώσσα της Μαλαισίας σημαίνει άντρας. Σε κάποιες άλλες αναφορές του τόνισε ότι είναι απλά μια παρομοίωση που θέλει να δείξει πώς κάτι τόσο ζωντανό, χυμώδες και γλυκό μετατράπηκε σε κάτι μηχανικό. «Ένας άνθρωπος που πλέον δεν έχει ελεύθερη βούληση δεν είναι πλέον άνθρωπος. Είναι ένα κουρδιστό πορτοκάλι» έχει τονίσει επίσης.

Όσο για το όνομα του πρωταγωνιστή ο Μπέρτζες έχει πει ότι ήθελε κάτι διεθνές. «Δεν μπορεί ένα παιδί από τη Βρετανία ή τη Ρωσία να λέγεται Τσακ ή Μπουτς» ανέφερε χαρακτηριστικά.

-To βιβλίο δεν άρεσε στον Κιούμπρικ

Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ διάβασε το βιβλίο ενώ βρισκόταν στα γυρίσματα του «Dr Strangelove». Του το έδωσε ο συνεργάτης του Τέρι Σάουθεν ο οποίος θεώρησε ότι θα αρέσει στον σκηνοθέτη. Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» όμως δεν άρεσε στο Κίουμπρικ κυρίως λόγω της αργκό γλώσσας που χρησιμοποιούσε ο Μπέρτζες. Τελικά άλλαξε άποψη όταν άρχισε να συγκρίνει τον πρωταγωνιστή με τον Ριχάρδο τον Γ'. Τότε είδε αλλιώς όλη την ιστορία και αποφάσισε να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη. Τελικά προσπάθησε η ταινία του να είναι όσο πιο πιστή γίνεται με το πρωτότυπο

-Ο ρόλος του κρίκετ

Ο αρχικός σχεδιασμός των στολών της συμμορίας ήταν διαφορετικός αλλά δεν άρεσε στον Κιούμπρικ. Όταν μια μέρα είδε τον πρωταγωνιστή του, Μάλκομ ΜακΝτόουελ, με στολή κρίκετ του ζήτησε να μην τη βγάλει και να κάνουν κάποια γυρίσματα. Με κάποιες τροποποιήσεις η στολή έγινε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ταινίας.  

-Ή αυτός ή κανείς 

Ο Κιούμπρικ δεν έχει καμία αμφιβολία για τον ποιον ήθελε για πρωταγωνιστή. Είχε δει τον Μάλκομ ΜακΝτόουελ στην ταινία «If...» και τον θεωρούσε όχι απλά ιδανικό για τον ρόλο του Άλεξ αλλά μοναδική επιλογή. Κάποιες πληροφορίες υποστηρίζουν ότι αν ο ΜακΝτόουελ έλεγε όχι ο Κιούμπρικ δεν θα έκανε την ταινία. Πήρε τελικά τον ρόλο χωρίς δοκιμαστικό αλλά χωρίς να γνωρίζει τον Κιούμπρικ. «Στην αρχή τον είχα μπερδέψει με τον Στάνλεϊ Κράμερ. Δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομα του», θα πει.

-Singing In The Rain

Στην πιο σκληρή σκηνή της ταινίας ο Άλεξ και η συμμορία του μπαίνουν σε ένα σπίτι, βιάζουν μια γυναίκα και τελικά σκοτώνουν το ζευγάρι. Κατά τη διάρκεια της φρικτής σκηνής ο ΜακΝτόουελ τραγουδά το «Singin In The Rain» του Τζιν Κέλι. Πρόκειται για αυτοσχεδιασμό μετά από προτροπή του Κιούμπρικ να κάνει κάτι εξωφρενικό. «Άρχισαν να τραγουδάω το Singin In The Rain. Γιατί το έκανα αυτό; Γιατί το τραγούδι αυτό είναι το δώρο του Χόλιγουντ στον κόσμο της ευφορίας. Αυτό ένιωθε ο χαρακτήρας εκείνη τη στιγμή» θα πει ο ηθοποιός. Ο αυτοσχεδιασμός άρεσε τόσο πολύ στον Κιούμπρικ που πλήρωσε 10.000 δολάρια για τα δικαιώματα του τραγουδιού.

-Ο γιατρός

Στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» και συγκεκριμένα στη σκηνή που ο ΜακΝτόουελ φορά τη συσκευή που του κρατά τα μάτια ανοιχτά, συμμετέχει και ένα κανονικός γιατρός. Είχε προσληφθεί από μια οφθαλμολογική κλινική του Λονδίνου για να βάζει συνέχεια κολλύριο στα μάτια του ηθοποιού. Τελικά κάποια πλάνα άρεσαν τον Κιούμπρικ και έτσι ο γιατρός... έμεινε στην ταινία.

-Ο τραυματισμός

Παρά την παρουσία γιατρού όμως ο ΜακΝτόουελ τραυματίστηκε στη συγκεκριμένη σκηνή. Ο Κιούμπρικ επέμενε πως έπρεπε να είναι καθιστός όταν φορά τη συσκευή και όχι ξαπλωμένος, όπως προβλέπεται. Ο ηθοποιός τόνισε ότι το γύρισμα με τη συσκευή ήταν ένα πραγματικό βασανιστήριο και ο πόνος αφόρητος. Τελικά o ΜακΝτόουελ τραυμάτισε τον κερατοειδή του.

-Η σκηνή σεξ

Στην ερωτική σκηνή με τον Άλεξ και τα δύο κορίτσια από το δισκοπωλείο ο Κιούμπρικ έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει το φιλμ τον χαρακτηριστικό «ακατάλληλο». Την θάμπωσε και την έβαλε να παίζει πιο γρήγορα. Τελικά δεν κατάφερε κάτι

- Ο Darth Vader

Στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» συμμετέχει και ο ηθοποιός Ντέιβιντ Πρόουζ. Είναι ο μυώδης άντρας στο σπίτι του συγγραφέα. Ο Πρόουζ είναι ο ηθοποιός κάτω από τη στολή του Darth Vader στην αρχική τριλογία του Star Wars.

-Ψαλίδι...

Ο Κιούμπρικ αναγκάστηκε να προσλάβει βοηθούς για να συμμετάσχουν στο μοντάζ. Η ταινία αρχικά ήταν τέσσερις ολόκληρες ώρες και δεν μπορούσε να βγει έτσι στις αίθουσες. Πολύ από το υλικό που είχε τραβήξει ο Κιούπρικ έμεινε εκτός και μάλιστα ο σκηνοθέτης επέμενε να καταστραφεί κάτι που έγινε.

-Πινγκ Πονγκ

Για δύο εβδομάδες ο Κιούμπρικ και ο ΜακΝτόουελ δούλευαν τα voiceovers της ταινίας. Για να χαλαρώνουν και να ξεφεύγουν από τη ρουτίνα έπαιζαν πινγκ πονγκ. Όταν στο τέλος ο ΜακΝτόουελ πληρώθηκε μόνο τη μια εβδομάδα ο Κιούμπρικ του εξήγησε πως την υπόλοιπη απλά έπαιζαν πινγκ πονγκ και δεν δούλευαν.

-Σε φυσικά τοπία

Μετά την «Οδύσσεια του Διαστήματος» ο Κιούμπρικ είχε κατηγορηθεί ότι μπορεί να φτιάξει ταινίες μόνο με τεράστιο μπάτζετ. Θέλησε στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» να δώσει μια απάντηση. Χρησιμοποίησε κυρίως φυσικά τοπία τα οποία μετέτρεψε. Λίγες ήταν οι σκηνές που γυρίστηκαν σε στούντιο. Πάντως το διαβόητο Korovo Milk Bar ήταν εξ ολοκλήρου σκηνικό.

-Οι αντιγραφείς

Ο Τύπος άσκησε δριμεία κριτική στο φιλμ για τις σκηνές βίας. Υπήρξαν μάλιστα αναφορές ότι υπήρξαν άτομα που αντέγραψαν τη συμμορία και έκαναν βιασμούς και δολοφονίες, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας. Πολλοί ήταν εκείνοι που ζήτησαν να κατέβει το φιλμ από τις αίθουσες της Αγγλίας. Αυτό συνέβη τελικά αλλά για διαφορετικό λόγο. Ο Κιούμπρικ δέχθηκε απειλές για τη ζωή του και τη ζωή της οικογένειας του. Έτσι αναγκάστηκε να αποσύρει την ταινία από τους βρετανικούς κινηματογράφους.



Παρασκευή, Απριλίου 18, 2014

Το κατα Ματθαιον Ευαγγέλιο του Πιερ Παολο Παζολινι


Ανάμεσα στις πολλές δημιουργίες που κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει και που αντλούν σεναριακά την πηγή της έμπνευσης τους, από τα Πάθη του Χριστού, το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, κατέχει μία διακριτή και περίοπτη θέση. Το φιλμ του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη ξεχωρίζει, διότι μέσα από τον συμβολισμό και τη λυρικότητά του, καταφέρνει να μεταδίδει διαχρονικά τα μηνύματά του, ανεξάρτητα από θρησκείες και έθνη... Του Γιώργου Ρούσσου

Με αφορμή «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (The Gospel According to St. Matthew - 1964), γυρνάμε τον χρόνο πίσω και με οδηγό την κλασσική πλέον ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ανατρέχουμε στη ζωή και στο έργο ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες, του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ενός αυθεντικού καλλιτέχνη που με το έργο του και τη ζωή του, επηρέασε καταλυτικά τις επερχόμενες γενιές. 

«Η μεγάλη δυσκολία του Ευαγγελίου ήταν ακριβώς να μην καταστραφεί η διήγηση του Ματθαίου, να κρατηθεί όρθια πάση θυσία. Αυτό, μεταξύ άλλων με υποχρέωσε να πραγματοποιήσω μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη δική μου οπτική γωνία και σ’ αυτήν του πιστού - ανάμεσα δηλαδή σε δύο διηγήσεις. Νομίζω ότι στάθηκα συνεπής, όσο ήταν δυνατόν. Απ’ την άλλη, η ανατροπή που πραγματοποίησα, είναι φανερή: αναφέρεται σε μια ολόκληρη μικροαστική, αλλά και εμπορική, εικονογραφία. Έκανα το παν για να διαφυλάξω και ν’ αντλήσω την πραγματικότητα της διήγησης του Ματθαίου, κι αυτό, με πολεμική διάθεση: ενάντια στον φανατισμό ενός ορισμένου μαρξισμού κι ενός ορισμένου λαϊκισμού. Θέλησα να καταλάβω τα πάντα, θέλησα να δω μέσα από τα μάτια ενός πιστού μια πραγματικότητα θρησκευτικού τύπου. Στο "Ακατόνε" επρόκειτο για μια κατάδυση επική κι όχι ψυχολογική στον κόσμο που θα περιγραφόταν. Το ζητούμενο του Ευαγγελίου - δηλαδή, η υφολογική σύμφυρση ενός πνευματικού κι ενός απλού, ιδιωτικού κόσμου - είναι ίδιο με αυτό των μυθιστορημάτων μου. Μ’ αυτή την έννοια, το Ευαγγέλιο βρίσκεται πιο κοντά στα μυθιστορήματά μου...» Πιερ Πάολο Παζολίνι

 
Σκηνοθέτης, λογοτέχνης, ποιητής και σεναριογράφος, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1922 στη Μπολόνια, τη χρονιά που ο Μουσολίνι ανέβηκε στην εξουσία. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε διάφορες επαρχιακές πόλεις της Βόρειας Ιταλίας, καθώς το επάγγελμα του πατέρα ως στρατιωτικού, υποχρέωνε την οικογένεια σε συνεχείς μετακινήσεις. Ο πατέρας διοικεί την οικογένεια με αυταρχικό τρόπο. Αλλά το καθοριστικό πρόσωπο στη ζωή του είναι η μητέρα, μόνιμο αντικείμενο λατρείας, στην οποία θα αφιερώσει μερικούς απ' τους πιο δυνατούς του στίχους. Γίνονται έτσι αντιληπτά, έστω κι απ' αυτές τις λίγες ενδείξεις, τα σημάδια ενός τεράστιου οιδιπόδειου συμπλέγματος, του οποίου ο Παζολίνι είχε μια σπάνια όσο και ακραία επίγνωση.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30, η οικογένεια επιστρέφει στην Μπολόνια, όπου ο Παζολίνι τελειώνει το σχολείο και γράφεται στο πανεπιστήμιο. Στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια παίρνει πτυχίο φιλολογίας και παρακολουθεί μαθήματα ιστορίας της τέχνης με τον φημισμένο επιστήμονα Ρομπέρτο Λόνγκι, μία εμπειρία που, λίγο αργότερα, θα επηρεάσει βαθιά το κινηματογραφικό στυλ των πρώιμων ταινιών του.

Το 1942, ενώ ο πατέρας του βρίσκεται αιχμάλωτος στην Κένυα, ο Πιερ Πάολο με τη μητέρα του και τον αδερφό του καταφεύγουν στην Καζάρσα. Τα χρόνια εκείνα, με δικά του έξοδα, ο νεαρός Παζολίνι εκδίδει την ποιητική συλλογή «Ποιήματα στην Καζάρσα», γραμμένα στη διάλεκτο του Φρίουλι. Το 1945, ο μικρότερος αδερφός του, μέλος της ιταλικής αντιστασιακής οργάνωσης, δολοφονείται και η οικογένεια εγκαθίστανται στην Καζάρσα, όπου ο Παζολίνι εργάζεται σαν δάσκαλος ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται σε πνευματικούς - λογοτεχνικούς κύκλους και εκτελεί χρέη γραμματέα του τοπικού παραρτήματος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Το 1949, κατηγορείται για ομοφυλοφιλικές σχέσεις με φοιτητές και αμέσως απολύεται από τη δουλειά κι αποβάλλεται από το Κόμμα.

 
Βαθιά απογοητευμένος ο Παζολίνι, φεύγει στη Ρώμη με τη μητέρα του και ζει δύσκολα χρόνια σε διάφορες περιθωριοποιημένες περιοχές της πόλης. Βγάζει το μεροκάματο κάνοντας ασυνήθιστες δουλειές και γοητεύεται από το λούμπεν προλεταριάτο και τους μικρο-εγκληματίες των συνοικισμών της Ρώμης. Παρ’ όλα αυτά, το «Ragazzi di vita», το πρώτο ολοκληρωμένο μυθιστόρημά του για τη ζωή στο περιθώριο, το οποίο εκδόθηκε το 1955, τον βρίσκει επίσημα κατηγορούμενο για εξύβριση της δημόσιας αιδούς. Αθωώνεται τελικά, εν μέρει λόγω της ισχυρής υποστήριξης πολλών από τους πιο διακεκριμένους διανοούμενους και συγγραφείς της εποχής, όμως αυτή θα ήταν μονάχα η πρώτη από τις αμέτρητες φορές που ο Παζολίνι και το «σκανδαλώδες» έργο του θα αντιμετωπίσουν τη δημόσια αποδοκιμασία...

«Μπορεί να είμαι άπιστος, αλλά είμαι ένας άπιστος που νοσταλγεί την πίστη» Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Ως σεναριογράφος τη δεκαετία του ’50, ο Παζολίνι στράφηκε αργότερα στη σκηνοθεσία με ύφος καθαρά επηρεασμένο από τον νεορεαλισμό. Το αντιφασιστικό του μένος παρέμεινε ευδιάκριτο και στις ταινίες του με αποκορύφωμα το «Σαλό» που παρά τον τρόπο που αποδίδεται, έχει καθαρά πολιτικό περιεχόμενο. Η προσωπική του θέση είναι καθολικά παρούσα στο έργο του και εκφράζεται με σύμβολα, αλληγορίες και παραβολές.

Ο Παζολίνι, υπήρξε αντιεξουσιαστής τόσο πολιτικά όσο και ιδεολογικά και βρήκε το θάρρος σε μία εποχή ιδεολογικής ένδεια, να εξαπολύσει ένα δριμύ «κατηγορώ» εναντίον της αστικής κουλτούρας, με το μανιφέστο που παρουσίασε το 1965, «Ο κινηματογράφος της ποίησης». Το γεγονός ότι οι ταινίες του διαποτίζονταν από ερωτισμό και βία με έντονο το στοιχείο του λυρισμού ωθεί τους κριτικούς να τον αποκαλέσουν «ποιητή του υποκόσμου».

«Μου είπαν ότι έχω τρία είδωλα: τον Χριστό, τον Μαρξ και τον Φρόυντ. Αυτά είναι φόρμουλες. Το μόνο μου είδωλο είναι η πραγματικότητα.» Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Μέσα από το έργο του, αλλά και την προσωπική του θέαση των πραγμάτων, ο Παζολίνι θα διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και γενικότερα. Μέσα από τα βιβλία, τις ταινίες και τις ιδέες του θα ξεσηκώσει σχεδόν σε μόνιμη βάση, θύελλες αντιδράσεων, με τον ίδιο να κάθεται συχνά πυκνά, στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Παράλληλα η οξυδερκής γραφή του, τον έφερε σε επαφή με διακεκριμένους Ιταλούς σκηνοθέτες, όπως ο Μάουρο Μπολονίνι και ο Φεντερίκο Φελίνι, που του ζήτησαν να αναλάβει χρέη σεναριογράφου. Κάπως έτσι, η στροφή του Πιέρ Πάολο Παζολίνι στον κινηματογράφο έγινε πλέον αναπόφευκτη.

Ο σπουδαίος Ιταλός καλλιτέχνης Πιέρ Πάολο Παζολίνι, δολοφονείται τον Νοέμβριο του 1975, στην παραλία της Όστια, κοντά στη Ρώμη, σε μια θέση χαρακτηριστική των μυθιστορημάτων του. Ο Πίνο Πελόζι, συλλαμβάνεται και ομολογεί το έγκλημα. Το 2005, αποσύρει την ομολογία του, υποστηρίζοντας ότι αναγκάστηκε να το κάνει γιατί δεχόταν απειλές κατά του ίδιου και της οικογένειάς του. Ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε εκ νέου μετά την αναίρεση της ομολογίας. Ο τάφος του Πιέρ Πάολο Παζολίνι βρίσκεται στην Καζάρσα, στο αγαπημένο του Φριούλι...

 
«"Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο" είναι ένα κομμάτι της ύπαρξής μου. Έβαλα σ' αυτήν την ταινία το έργο μου και τη ζωή μου.» Πιέρ Πάολο Παζολίνι

 
Η ταινία γυρισμένη το 1964 αποτελεί ίσως την κορυφαία μεταφορά της ζωής του Χριστού στη μεγάλη οθόνη. Είναι από τις λίγες φορές, που ο κινηματογράφος της πρόζας και ο κινηματογράφος της ποίησης συμπλέκονται, συμφύρονται και δημιουργούν ένα αμάλγαμα που διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το παρόν παζολινικό έργο από όλες τις άλλες ως τότε μεταφορές αλλά και όσες θα ακολουθήσουν.

Ο Παζολίνι παρουσιάζει τον λόγο του Ματθαίου, απλό, λιτό και καίριο, χωρίς λογοτεχνικές εξάρσεις, στοχεύοντας στη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια των αφηγούμενων γεγονότων. Όλη η ταινία διακατέχεται από σκηνές άμεσης ανάπλασης που ανταποκρίνονται στην άποψη του πιστού Ματθαίου, ο οποίος καταγράφει εύπιστα χωρίς να κρίνει.

 
Με σκηνές έντονου στιλιζαρίσματος, ο σπουδαίος Πιέρ Πάολο Παζολίνι, μας παραθέτει την άποψή του και καταγράφει τα γεγονότα αμφιβάλλοντας συνεχώς για την πραγματική υπόστασή τους. Χρησιμοποιεί ερασιτέχνες ηθοποιούς και είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου η Σουζάνα Παζολίνι, μητέρα του σκηνοθέτη, υποδύεται την ενήλικη Παναγία και θρηνεί τον νεκρό Χριστό...

Ο Παζολίνι, επιλέγει τη νότιο Ιταλία για τα γυρίσματα της ταινίας του και επιλέγει ο ίδιος τη μουσική και τη χρήση της. Έχουμε έτσι ένα μοναδικό ηχητικό κολάζ. Όπουοι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις του Λουίς Μπακάλοφ, συνδέονται με τα κλασσικά έργα του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Προκόφιεφ. Ενώ παράλληλα αποσπάσματα από τη “Missa Lyba” ή το κλασικό spiritual “Sometimes l feel Like a Motherless Child” ακούγονται στην ταινία διασκευασμένα από τον Μπακάλοφ και τραγουδισμένα από την Odetta.

 
Το "Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο" του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, εκφράζει όλη τη νοσταλγία του δημιουργού του για το μυθικό, το επικό και το ιερό όπως βέβαια το αντιλαμβάνεται ο ίδιος, μακριά από δόγματα και φανατισμούς.

 
«Το Ευαγγέλιο μου έβαζε το εξής πρόβλημα: δεν μπορούσα να το εξιστορήσω σαν ένα κλασικό αφήγημα, γιατί δεν είμαι πιστός, αλλά άθεος. Από την άλλη ήθελα  να διηγηθώ την ιστορία του Χριστού, Υιού του Θεού. Έπρεπε λοιπόν να διηγηθώ μια ιστορία στην οποία δεν πίστευα. Δεν μπορούσε λοιπόν να είμαι εγώ εκείνος που εξιστορεί. Έτσι χωρίς να το θέλω  οδηγήθηκα  στην ανατροπή, όλης μου της κινηματογραφικής τεχνικής και γεννήθηκε αυτό το μάγμα ύφους, που είναι χαρακτηριστικό του κινηματογράφου της ποίησης. Γιατί για να μπορέσω να εξιστορήσω το Ευαγγέλιο, έπρεπε να βυθιστώ στην ψυχή ενός που πιστεύει. Εδώ έγκειται ο έμμεσος ελεύθερος λόγος: απ' τη μια μεριά η αφήγηση βλέπεται με τα δικά μου μάτια και απ' την άλλη, με τα μάτια ενός πιστού και είναι αυτό που προκαλεί το συμφυρμό του ύφους, αυτό το μάγμα που προανέφερα...»Πιέρ Πάολο Παζολίνι
Αναδημοσίευση από το SevenArt

Τετάρτη, Απριλίου 16, 2014

Frank Serpico, ο τίμιος μπάτσος της Ν Υόρκης


Ο θρυλικός αστυνομικός της Νέας Υόρκης, που πρώτος ξεσκέπασε το διεφθαρμένο κύκλωμα του Σώματος της πόλης του, γεννήθηκε στις 14 Απριλίου 1936 και έγινε ευρύτερα γνωστός το 1973, όταν ενσαρκώθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Αλ Πατσίνο στην ταινία «Serpico».
Οι καταγγελίες του για την ευρεία διαφθορά της αστυνομίας της Νέας Υόρκης τον μετέτρεψαν σε παρία του Σώματος. Το 1971, μια σφαίρα καρφώθηκε στο πρόσωπό του σε μια έφοδο για ναρκωτικά, τα θραύσματα της οποίας παραμένουν ακόμη πάνω του, ενώ έχει χάσει την ακοή από το αριστερό του αυτί. Η κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής Knapp για τους χρηματισμούς και τους εκβιασμούς των συναδέλφων του πυροδότησε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία του αστυνομικού σώματος και οδήγησε σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις αστυνομικών.
Μεγάλωσε από Ιταλούς μετανάστες γονείς στο Μπρούκλιν. Λάτρευε τα αστυνομικά μυθιστορήματα και ως παιδί ονειρευόταν να φορέσει τη στολή του αστυνομικού. Μετά από μια επίσκεψή του στην Ιταλία σε μικρή ηλικία, αγάπησε τον κόσμο και τα ταξίδια. Σε ηλικία 18 ετών εγγράφτηκε στο στρατό, ενώ το 1959 έγινε αστυνομικός του Σώματος της Νέας Υόρκης. Η χίπικη εμφάνισή του και ο ζήλος του να προχωράει σε συλλήψεις ακόμη και εκτός βάρδιας δεν προκάλεσε τη συμπάθεια των συναδέλφων του. Η αγάπη του για το μπαλέτο και την όπερα δεν ταίριαζαν με το συντηρητικό πρόσωπο του σώματος. Ζούσε μια μποέμικη ζωή σε ένα μικρό διαμέρισμα, ήταν γνωστός ως ο «Πάκο» και έκρυβε το αστυνομικό του σήμα.
Ο ιδεαλιστής αξιωματικός Σέρπικο αντέδρασε από νωρίς στις κλίκες και τα λαδώματα από εγκληματίες, τζογαδόρους και κοινούς εμπόρους. Αρνήθηκε να αποδεχτεί την απληστία, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει εχθρούς εντός και εκτός του σώματος.
Το 1967, ο Σέρπικο άρχισε να εξιστορεί τα όσα γνώριζε σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους στο αρχηγείο της αστυνομίας και το δημαρχείο της πόλης. Μιλούσε με ονόματα, ημερομηνίες, αλλά κανείς δεν αντιδρούσε. Εκνευρισμένος, μαζί με έναν φίλο και συνάδελφό του, αποφάσισε να απευθυνθεί σε έναν ρεπόρτερ των New York Times.
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας στις 25 Απριλίου 1970 άσκησε πίεση προς το δήμαρχο John V. Lindsay να συστήσει την επιτροπή Knapp, ενώπιον της οποίας ο Σέρπικο κατέθεσε ότι «δεν υφίσταται ακόμη η κατάσταση όπου ένας τίμιος αστυνομικός να μπορεί να δρα χωρίς φόβο, κοροϊδία ή αντίποινα από τους συναδέλφους του».
Η επιτροπή διενέργησε την ευρύτερη έρευνα στο εσωτερικό της αστυνομίας στην ιστορία της πόλης και αποκάλυψε ένα καθεστώς παγιωμένης διαφθοράς και συγκάλυψης που οδήγησε στην αναμόρφωση του σώματος.
Για το ρόλο του ως ο Φρανκ Σέρπικο, το 1973, ο Αλ Πατσίνο κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Στην ταινία, ο Σέρπικο είναι ο τίμιος αστυνομικός που ματωμένος μεταφέρεται με το όχημα της διμοιρίας του στο νοσοκομείο, όπου μήνες μετά τη θεραπεία του, λαμβάνει κάρτες που του εύχονται «να σαπίσει στην κόλαση». Αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Νέα Υόρκη και να μεταβεί στην Ευρώπη. Στο τέλος της ταινίας αναφερόταν ότι «πλέον ζει κάπου στην Ελβετία».
Χρόνια αργότερα, αφότου ταξίδεψε στο εξωτερικό, γύρω στο 1980 επέστρεψε στις ΗΠΑ, όπου αποφάσισε να ζήσει ως νομάς. Πλέον, ζει ως μοναχός σε ένα μικρό δωμάτιο χτισμένο στο δάσος κοντά στον ποταμό Hudson, δύο ώρες περίπου από τη Νέα Υόρκη. Αποφεύγει τον καταναλωτισμό, τον οποίο αποκαλεί ως «μια άσχημη αμερικανική συνήθεια» και την πλύση εγκεφάλου εκ μέρους των Μέσων. Τρέφεται αποκλειστικά με φυτικές και οργανικές τροφές, μαγειρεύει σε φούρνο που λειτουργεί με ξύλα, ο οποίος ζεσταίνει και το δωμάτιό του και δεν έχει ούτε τηλεόραση ούτε Ίντερνετ. «Αυτή είναι η ζωή μου τώρα», λέει ο ίδιος. «Το δάσος, η φύση και η απομόνωση».
TVXS 

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

Αφιέρωμα στον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και στη θρυλική «Καζαμπλάνκα»

Σαν σήμερα, στις 14 Ιανουαρίου του 1957, φεύγει από τη ζωή ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ένας ηθοποιός που ταύτισε την είκονά του με μία σειρά αστυνομικών ταινιών μυστηρίου κατά την χρυσή εποχή του Χόλιγουντ. Ένας καλλιτέχνης που με τις ερμηνείες του δημιούργησε έναν αρχετυπικό χαρακτήρα που έμελλε να επηρεάσει την έβδομη Τέχνη, όσο λίγοι. Του Γιώργου Ρούσσου.
 
 
Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ή Bogey, όπως συνήθιζαν να τον λένε οι φίλοι του, (παρατσούκλι που του είχε κολλήσει ο φίλος του ηθοποιός Σπένσερ Τρέισι), γεννήθηκε το 1899 στη Νέα Υόρκη. Ήταν ένα κράμα ευσυνειδησίας, καλοσύνης, ταλέντου αλλά και μεγάλος φαν της οινοποσίας, του καπνίσματος, αλλά και της άστατης ζωής.
 
Ο Μπόγκαρτ, αγαπούσε πολύ το διάβασμα, το σκάκι και την κλασική μουσική. Είχε πολλούς φίλους ηθοποιούς που τον βοήθησαν να παίξει μικρούς ρόλους στο Broadway. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 υπογράφει συμβόλαιο με τη Fox, αλλά επειδή δεν έρχεται η πολυπόθητη επιτυχία, η συμφωνία διακόπτεται.


 
Απτόητος ο Βogey, το 1936, θα παίξει στην κινηματογραφική μεταφορά της θεατρικής επιτυχίας του Ρόμπερτ Σέργουντ "Το Απολιθωμένο Δάσος". Εκεί θα υποδυθεί τον φονιά Ντιούκ Μάντι, μετά από επίμονη προτροπή του σπουδαίου ηθοποιού Λέσλι Χάουαρντ.
 
Μετά από αυτό, υπογράφει συμβόλαιο με την Warner, παίζοντας σε δεύτερους ρόλους κατά το διάστημα 1936 - 1940, μέχρι που πρωταγωνιστεί στο "Γεράκι της Μάλτας" το 1941. Όλο αυτόν τον καιρό, έχει αρχίσει και καταξιώνεται και ως ηθοποιός, υποδυόμενος συνήθως τον γκάνγκστερ ή τον μαφιόζο. Παράλληλα ταυτίζεται με τον αυτοδημιούργητο άνθρωπο, που μάχεται για έναν δίκαιο κόσμο μέσα στη διεφθαρμένη κοινωνία εκείνης της εποχής. Δε διστάζει μάλιστα να εκφράσει έντονα την αντίθεσή του για τον Μακάρθι.


 
Στο "Γεράκι της Μάλτας", του Χιούστον, υποδύεται τον χαρακτήρα που έγινε το σήμα κατατεθέν του, αυτό του κυνικού αλλά και συνάμα έξυπνου και ευαίσθητου ιδιωτικού ντετέκτιβ. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία και διεθνής αναγνώρισή έρχεται όμως με τη γνωστή σε όλους μας και κλασσική πια, «Καζαμπλάνκα», στην οποία συνεργάστηκαν ιερά τέρατα, όπως οι ηθοποιοί: Μαξ Στάινερ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο σκηνοθέτης Μάικλ Κερτίζ.
 
“Θα έχουμε πάντα το Παρίσι...”
«Καζαμπλάνκα» του Μάικλ Κερτίζ (1942)


 
Στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εξωτική Καζαμπλάνκα στο Μαρόκο, αποτελεί σταυροδρόμι των λαών που ψάχνουν μια διέξοδο από τα δεινά της Ευρώπης κι ένα εισιτήριο, προς την ελεύθερη Αμερική. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο πολιτικοί πρόσφυγες, τυχοδιώκτες, απατεώνες, καταζητούμενοι, καιροσκόποι, αντιστασιακοί, ένα σωρό διαφορετικοί άνθρωποι, που όλοι τους αναζητούν μια ελπίδα για επιβίωση. Εδώ βρίσκεται κι ο Ρικ (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ), ένας Αμερικανός ιδιοκτήτης νυχτερινού κλαμπ.
 
Ο Ρικ είναι κυνικός, απόμακρος και επιφανειακά σκληρός. Μια μέρα όμως, εμφανίζεται στο κλαμπ του, η πρώην αγαπημένη του, Ίλσα (Ίνγκριντ Μπέργκμαν), με την οποία έζησε έναν μεγάλο έρωτα στο Παρίσι, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Η Ίλσα τότε τον είχε εγκαταλείψει ανεξήγητα. Τώρα, η ξαφνική της επανεμφάνιση, τον αναστατώνει, καθώς ο έρωτας ανάμεσά τους ξαναφουντώνει. Ο Ρικ σύντομα καταλαβαίνει ότι η Ίλσα τον άφησε τότε από υποχρέωση στο σύζυγό της, Βίκτωρ Λάζλο, έναν θρυλικό αντιστασιακό, που καταζητείται από τους ναζί.


 
Ο Ρικ θα αντιμετωπίσει έτσι ένα ηθικό δίλημμα, να διεκδικήσει ξανά τον μεγάλο του έρωτα ή να θυσιαστεί για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, όπως είναι ο παγκόσμιος αγώνας ενάντια στον ναζισμό και να βοηθήσει τον Βίκτωρ και την Ίλσα να δραπετεύσουν στην Αμερική;
 
Αλήθεια, τι μπορεί να πει κανείς για αυτήν την ταινία; Ό,τι και να ειπωθεί, είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό το μνημειώδες φιλμ. Μια ταινία που καταλαμβάνει, δικαίως, περίοπτη θέση στην ανθολογία του παγκόσμιου σινεμά, διδάσκεται σε κινηματογραφικές σχολές και επηρέασε όσο λίγες, εκατοντάδες δημιουργούς.


 
Μια ταινία σεναρίου, με απογειωτική αρχή που κορυφώνεται σ' ένα από τα καλύτερα, φινάλε στην ιστορία της 7ης Τέχνης. Υπέροχη μουσική (υποψήφια για το αντίστοιχο Όσκαρ), μαγικά σκηνικά και κοστούμια, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία (υποψήφια επίσης για Όσκαρ), προκαλεί απλά δέος. Με το μοντάζ (και αυτό υποψήφιο για Όσκαρ), να είναι θέμα σεμιναρίου, αφήσαμε επίτηδες για το τέλος τις απαράμιλλες ερμηνείες, του Χάμφρει, της Ίνγκριντ αλλά και όλου του υπόλοιπου καστ.
 
Πρόκειται παράλληλα για ένα από τα καλύτερα καστ που συνεργάστηκαν στη μεγάλη οθόνη. Κατά ειρωνικό τρόπο όμως δεν κέρδισαν Όσκαρ, παρόλο που οι Μπόγκι και Κλοντ Ρέινς είχαν προταθεί.
 
Είναι χαρακτηριστικό ότι το Αμερικανικό Συνδικάτο Σεναριογράφων, την έχει βραβεύσει ως το «καλύτερο σενάριο όλων των εποχών», ενώ το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει αναδείξει ως την τρίτη καλύτερη αμερικανική ταινία όλων των εποχών, πίσω μόνο από τα φιλμ: «Πολίτης Κέιν» και «Ο Νονός»!


 
Η «Καζαμπλάνκα» είναι μία ταινία μύθος, μία μοναδική ερωτική ιστορία, που συνεχίζει να συγκινεί γενιές και γενιές. Σ' ένα ονειρικό, κοσμοπολίτικο φόντο, στην εξωτική Αφρική, με διεθνείς ίντριγκες, αντιστασιακούς αλλά και αδίστακτους ναζί.
 
Μια περίπλοκη, συναρπαστική ιστορία με έντονο πολιτικό, αλλά και πατριωτικό παρασκήνιο, που περιγράφεται αριστοτεχνικά μέσα από τη λιτή αφήγηση του σκηνοθέτη Μάικλ Κερτίζ. Παράλληλα έχουμε κι ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο φωτιά, αυτό των Χάμφρει Μπόγκαρτ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Ένα ζευγάρι, που η κινηματογραφική τους χημεία, ζωντάνεψε στην μεγάλη οθόνη έναν έρωτα που ήταν γραφτό να μη σβήσει ποτέ...


 
Ο ικανότατος σκηνοθέτης Μάικλ Κερτίζ, συνταίριαξε σε σωστές δόσεις, το δράμα, το μελόδραμα, την κωμωδία και την ίντριγκα, δημιουργώντας ένα σφιχτοδεμένο σύνολο. Όλα τα στοιχεία στην «Καζαμπλάνκα», το σενάριο, η ηθοποιία, η φωτογραφία, η σκηνοθεσία, αλλά και η μουσική, βρίσκονται μεταξύ τους σε υπέροχη αρμονία, χωρίς κανένα να επικρατεί και να υπερτερεί του άλλου, δημιουργώντας ένα εκπληκτικό σύνολο.
 
Η ταινία βασίστηκε στο θεατρικό των Μάρεϊ Μπάρνετ και Τζόαν Άλισον, «Everybody comes to Rick's». Αρχικά το φιλμ ξεκίνησε σαν ένα συνηθισμένο φιλμ προπαγάνδας αλλά τελικά έγινε μία από τις πιο ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών. Παρά την αρχική φήμη ότι τον πρωταγωνιστικό ρόλο θα είχε ο Ρόναλντ Ρίγκαν, ο παραγωγός της ταινίας, Χαλ Ουόλις, είχε τον Μπόγκαρτ στο μυαλό του από την πρώτη στιγμή. Επίσης, οι παραγωγοί είχαν σκεφτεί αρχικά στο ρόλο της Ίλσα, τη Γαλλίδα σταρ, Μισέλ Μοργκάν. Επέλεξαν όμως τελικά την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και αυτή ήταν μια απόφαση που δεν θα τη μετάνιωναν ποτέ, όπως απέδειξε η ιστορία.


 
Εκτός όμως από τις επιτυχημένες επιλογές του πρωταγωνιστικού ζευγαριού και οι υπόλοιπες προσθήκες του καστ, διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας. Πραγματικά, πολύ δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε κάποιον άλλο ως Γάλλο διοικητή Ρενό από τον Κλοντ Ρέινς. Όπως επίσης έξοχοι ήταν και οι Πίτερ Λόρε και Σίντνεϊ Γκρίνστριτ, που είχαν συνεργαστεί ξανά με τον Μπόγκαρτ στο "Γεράκι της Μάλτας".
 
Όλοι οι χαρακτήρες ζωντάνεψαν έξοχα σε αυτή την ταινία. Το στούντιο της Warner Bros. Pictures, είχε διαθέσιμο έναν πλούτο καταξιωμένων ηθοποιών, ο οποίος είχε αυξηθεί ακόμα περισσότερο λόγω του πόλεμο, με πολλούς Ευρωπαίους “πρόσφυγες” ηθοποιούς. Καλλιτέχνες εγνωσμένης αξίας που είχαν διαπρέψει στην Ευρώπη, δέχτηκαν με χαρά μικρούς ρόλους εδώ, λόγω των συνθηκών, δίνοντας εξαιρετική υποκριτική ποιότητα στην ταινία. Έτσι λοιπόν, τριάντα τέσσερα περίπου διαφορετικές εθνικότητες απαρτίζουν συνολικά το πολυσυλλεκτικό καστ της ταινίας και μας θυμίζουν πώς πραγματικά ήταν η "Καζαμπλάνκα" την εποχή του πολέμου.


 
Μόνο τυχαίο λοιπόν δεν είναι το γεγονός, πως έξι ατάκες της ταινίας μας, βρίσκονται στη λίστα με τις κλασικότερες όλων των εποχών, στον πίνακα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου. Ας τις θυμηθούμε παρέα:
 
«Here's looking at you, kid» - Καλή σου τύχη, μικρή (5η θέση)
 
«Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship» - Λούι, νομίζω ότι αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας (20η θέση)
 
«Play it, Sam. Play “As Time Goes By”» - Παίξ’ το Σαμ. Παίξε το τραγούδι “As Time Goes By” (28η θέση)
«Round up the usual suspects» - Μαζέψτε τους συνήθεις ύποπτους (32η θέση)
 
«We 'll always have Paris» - Θα έχουμε πάντα το Παρίσι (43η θέση)
 
«Of all the gin joints in all the towns in all the world, she walks into mine» - Απ’ όλα τα μπαρ, σε όλες τις πόλεις του κόσμου, αυτή μπαίνει στο δικό μου (67η θέση)


 
Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης Μαξ Στάινερ, με κορυφαία στιγμή τη «μάχη των τραγουδιών», όπου Σύμμαχοι και Γερμανοί αντιπαρατίθενται συμβολικά στο κλαμπ του Ρικ, τραγουδώντας οι μεν τη «Μασσαλιώτιδα», οι δε, έναν ναζιστικό ύμνο.


 
Και φυσικά, μία από τις κορυφαίες στιγμές της ταινίας είναι και το τραγούδι «As Time Goes By» του Χέρμαν Χάπφελντ, πάνω στο οποίο ο Στάινερ έχτισε όλο του το μουσικό θέμα, κάνοντάς το μία από τις πιο κλασικές μελωδίες στην ιστορία του σινεμά.
 
Το τραγούδι αυτό, όχι μόνο ήταν το ερωτικό θέμα του ζευγαριού, αλλά και το κύριο συνδετικό τέχνασμα του Στάινερ για τους χαρακτήρες. Συνδέει τον Ρικ με την Ίλσα, το παρόν με το παρελθόν, το κοινό με τους χαρακτήρες...
 
Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι το κείμενο διαμορφώθηκε με την συνδρομή πολλών σεναριογράφων, που έφτιαξαν αξεπέραστους διαλόγους κι ένα από τα πιο επιτυχημένα σενάρια της εποχής, το οποίο και τιμήθηκε με Όσκαρ. Είναι επίσης γνωστό, ότι το σενάριο δουλευόταν και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ώστε να προκύψει πιο άρτιο και εμπνευσμένο αποτέλεσμα, που να ταίριαζε ρεαλιστικά στα αδιέξοδα των ηρώων.
 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από την αβεβαιότητα που αποπνέουν τα πλάνα της. Κι ακόμα περισσότερο, από την αγωνία και την ανασφάλεια στα μάτια της Μπέργκμαν, η οποία μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν ήξερε ποιον από τους δύο ήρωες θα ακολουθούσε τελικά η Ίλσα! Όμως, αυτή η αβεβαιότητα είναι που έδωσε τελικά τη συναρπαστική νουάρ ατμόσφαιρα που καθηλώνει τους θεατές...


 
Μετά τη θρυλική "Καζαμπλάνκα", στην πλούσια καριέρα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ακολούθησαν οι ταινίες: "Η Σειρήνα της Μαρτινίκα" (1944), το πολύ καλό φιλμ νουάρ "Ο Μεγάλος Ύπνος" (1946), στο οποίο συμπρωταγωνιστεί και η μετέπειτα γυναίκα του, Λορίν Μπακόλ.


 
Πρωταγωνίστησε επίσης και στην αγέραστη ταινία "Ο Θησαυρός της Σιέρρα Μάντρε" (1948), καθώς και στη "Βασίλισσα της Αφρικής" το 1951, με την Κάθριν Χέμπορν, για το οποίο και τιμήθηκε με Όσκαρ Ά ανδρικού ρόλου. Μια από τις τελευταίες του ταινίες ήταν το "Σαμπρίνα", με συμπρωταγωνίστριά του την αξιολάτρευτη Όντρεϊ Χέμπορν (1954).
 
Στην προσωπική του ζωή, ο Χάμφρει Μπόγκαρτ, παντρεύτηκε τέσσερις φορές, έχοντας παράλληλα και κάποιες θυελλώδεις σχέσεις. Αλλά τον μεγάλο έρωτα τον γνώρισε στο πρόσωπο της Λορίν Μπακόλ, με την οποία κι έμεινε έως το τέλος της ζωής του. Ήταν πάρα πολύ ταιριαστοί, όπως λένε πηγές από εκείνη την εποχή, συνοδοιπόροι σε μια κοινή ζωή που αντιμετώπισαν μαζί με χιούμορ, τρυφερότητα και αγάπη.


 
Ο Bogey, χαρακτηρίστηκε ως ο μεγαλύτερος κινηματογραφικός σταρ όλων των εποχών, έγινε γραμματόσημο το 1997 στις ΗΠΑ αλλά και αγαπήθηκε όσο λίγοι, τόσο για τον χαρακτήρα του, όσο και για τις κινηματογραφικές του επιτυχίες.
 
Στο τέλος της ζωής του, η υγεία του είχε κλονιστεί από το τσιγάρο και το αλκοόλ, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά αυτός δεν πτοούνταν, ούτε έχανε το χιούμορ του. Ο Μπόγκαρτ, έφυγε σαν σήμερα στις δεκατέσσερις Ιανουαρίου του 1957, από καρκίνο του οισοφάγου. Ο θρύλος θέλει η τελευταία ατάκα αυτού του gentleman του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, να είναι διανθισμένη μέχρι τελευταία στιγμή από την αίσθηση του χιούμορ του: «Γαμώτο, δεν θα έπρεπε ποτέ να το γυρίσω από το ουίσκι στο μαρτίνι!»

TVXS

Πέμπτη, Απριλίου 11, 2013

Επειδή δεν είναι όσα φαίνονται πάντα αλήθεια (δείγμα μικρού μήκους ταινία)


Τον γνώρισα από μια φίλη, ήταν γιατρός και με συνοπτικές διαδικασίες, πέσαμε στο κρεβάτι του.
Τον ήθελα τρελά, τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, ήταν ο απόλυτος έρωτας.

Μου σήκωσε τη φούστα και έσκισε το δικτυωτό μοβ καλσόν μου -εσώρουχα δεν φοράω, παρά μόνο το καλοκαίρι με τις φουστίτσες.

Πρώτα μπήκε μέσα μου, και ύστερα αρχίσαμε να γδυνόμαστε





Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2012

Το Βλέμμα του Οδυσσέα (1995) -Θεόδωρος Αγγελόπουλος (εις μνήμην)

“Ξέρεις κάτι;
Η Ελλάδα πεθαίνει.
Πεθαίνουμε σα λαός.
Κάναμε τον κύκλο μας.
Δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια,
ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα…
και πεθαίνουμε!
Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα,
να πεθάνει γρήγορα.
Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ
και κάνει πολύ θόρυβο.
Μωρή φύση,
μόνη σου είσαι,
μόνος μου είμαι και γω...
πάρ' ένα μπισκότο"




Εις μνήμην δύο πολύ μεγάλων καλλιτεχνών που από το δικό τους πόστο έκαναν σχολή και έτυχε να συνεργαστούν στην πιό πάνω ταινία. Ο ένας σαν σκηνοθέτης και ο άλλος ηθοποιός.
Εφυγαν από κοντά μας με ένα χρόνο διαφορα΄.
Θανάσης Βέγγος
Θόδωρος Αγγελόπουλς

Παρασκευή, Ιουλίου 11, 2008

Mamma mia

Είχαμε πολύ καιρό να πάμε κινηματογράφο. ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα και χρόνος δεν υπήρξε αλλά και διάθεση.
Τα θερινά όμως είχαν ανοίξει για τα καλά πλέον και αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω και εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τραβάμε μπροστά αλλά και αφού ο πρώτος καύσωνας μας ακούμπαγε πλέον για τα καλά, δεν ήταν δυνατόν να μην κάνουμε μιά πρώτη κινηματογραφική έξοδο. Εστω και λίγο στον καθαρό αέρα (αν και καυτός σαν ζεστό μέλι ) μακριά από την πλαστικούρα των multiplex.

Η επιλογή μας κάποια ελαφριά, χωρίς cinefil προβληματισμούς, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από την κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού musical του ΜΑΜΜΑ ΜΙΑ, βασισμένο πάνω σε μουσικά κομμάτια των θρυλικών ABBA, και γυρισμένο εξ ολοκλήρου δίκην διακοπών, ολοκλήρου του καστ και των παραγωγών της ταινίας, σε γνωστό νησί των Σποράδων.
Να σας πώ την αλήθεια, προσωπικά είχα τις αμφιβολίες μου σχετικά για το αν μπορούσαν τα μουσικά κομμάτια της ποπ χορευτικής μόδας των 70's να δέσουν ένα στόρυ στο σήμερα, χωρίς το αποτέλεσμα να είναι μιά μεγάλη, μέγιστη καρικατούρα με σκοπό την καλοκαιρινή αρπαχτή των πρωταγωνιστών.
Ομως, Μερυλ Στριπ και Πιρς Μπροσναν είναι αυτοί, σκέφτηκα, δεν μπορεί να ξεπέσουν τόσο πιά. Σίγουρα δεν διάλεξαν και δεν διαλέχτηκαν τυχαία για τους πρώτους ρόλους.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΤΟΜΑ, απλή και χωρίς περιπλοκές:
Εικοσάχρομη παιδούλα, που ζεί μόνη με τη μητέρα της διατηρώντας μιά πανσιόν για τουρίστες σε Ελληνικό νησί, ανακαλύπτει παραμονές του γάμου της με ωραίον νεανία, το κρυφό ημερολόγιο της μαμας. Η οποία (στα νιάτα της κόρης της), απογοητευμένη ένα καλοκαίρι, από τον έναν έρωτα, έπεφτε στον άλλο, (τρείς ευτυχώς, συνολικά), που σημαίνει ταυτόχρονα, τρεις και οι πιθανοί μπαμπάδες για την παιδούλα!!
Σε μία υπαρξιακή κρίση της λοιπόν η παιδίσκη στέλνει προσκλητήριο γάμου και στους τρείς πρώην της μαμάς, (ερήμην της βεβαίως), ώστε να ανακαλύψει ,αν μπορέσει την άλλη ρίζα της. (Δεν υπήρχε DNA τεστ ακόμα φαίνεται) .
Σκάνε μύτη αυτοί λοιπόν, και εμείς από εκεί και ύστερα σκάμε στα γέλια, με ενδιάμεσες κρίσεις χορού, αφού τα τραγούδια των ABBA σοφά βαλμένα και τραγουδισμένα άψογα από τους πρωταγωνιστές (εξαιρουμένου του Μπρόσναν, αλλά και αυτό είχε την πλάκα του), μας είχαν συνέχεια στη τσίτα με το πόδι και το χέρι να χτυπιέται συνεχώς μέσα στο ζεστό σκοτάδι. Μου φάνηκε μάλιστα πως κάποιες στιγμές κάποιοι από τους θεατές έκανα να ξεκινήσουν ρυθμικά παλαμάκια ώστε να συμπαρασύρουν και τους υπόλοιπους, αλλά δεν τους βγήκε:-)

Ετσι λοιπόν, είναι κάτι από παρά πάνω σίγουρο ότι οι πρωταγωνιστές και οι υπόλοιποι παράγοντες της ταινίας πέρασαν πολύ ωραία στο γαλάζια νερά του Αιγαίου με φόντο ασπρο μπλε και πράσινο, και εσείς ακόμη καλύτερα αν αποφασίσετε να δείτε την ταινία, την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα. ! (καλύτερη διαφήμιση για τα ελληνικά νησιά δεν γινόταν)

Υ.Γ
α! και μην ξεχάσετε μετά να πάτε για ποτάκι με ωραία μουσική για συνέχεια, σε μπαράκι της αρεσκείας σας και καλή παρέα!!

στιγμές η τιανία μου θύμισε νοσταλγικά τα musicals και τις επιθεωρήσεις του κλασσικού Ελληνικόυ κινηματογράφου του Δαλιανίδη κλπ- Ολοι σε κύκλο τραγουδάμε και χορεύουμε κάτω στην ανοικτή αυλή με πολύχρωμα λαμπακια από πάνω.
Βρε μήπως οι αθεόφοβοι Αμερικάνοι κατασκόπευσαν το κινηματογραφικό παρελθόν μας και μας την έφεραν... Αμερικάνικα? :-)

Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2007

Τα Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (η ταινία)


Περίπου τέσσερα χρόνια πρίν την "Γλυκιά Συμορία" γύρω στο 1979, ο Νίκος Νικολαίδης, που με την ευκαιρία έφυγε νωρίς τον Σεπτέμβριο του 2007, παρουσιάζει στο πανί την ταινία του "Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα".
Τέσσερα ανθρώπινα κουρέλια, τέσσερις ψυχές χτυπημένες από τους δαίμονές τους, συναντιούνται και πάλι σε ένα πολυτελές σπίτι μετά από χρόνια, δεν έχει σημασία μεγάλη τίνος και σε ποιά περιοχή. Ο Νικολαίδης ποτέ δεν έδινε σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες, αφού η προσέγγιση και σκοπός του είναι να ξεγυμνώσει μέσα από δραματικές ομολογίες, τις ψυχές των πρωταγωνιστών του.
Αυτός που τους έχει καλέσει και φαίνεται ο κάτοικος του σπιτιού, είναι ένας αποτυχημένος μουσικός, ντράμερ, που ζεί με τα φαντάσματα της δεκαετίας του 50, της νίοτης του και των μουσικών θρύλων της εκτός Ελλάδος μουσικής σκηνής.
Ο δεύτερος που έρχεται, ένας καλοντυμένος αποτυχημένος πρώην τρόφιμος φυλακής, με υφος φιλοσόφου, που ποτέ δεν πέτυχε κάτι στη ζωή του, αλλά πλούσιος στο να μονολογεί και να αυτοσαρκάζεται. Εχει επίγνωση της πραγματικότητας και ουσιαστικά έφθασε στην πολυτελή κατοικία για να εξιλεωθεί στον προσωπικό του Αρμαγγεδδώνα.
Ο κοντός κατόπιν, οικογενειάρχης, αλλά πολύ που τον νοιάζει, έτσι κι αλλιώς έιναι στα πρόθυρα της διάλυσης, φθάνει με την τέταρτη της παρέας, μιά γυνάικα που διανύει τα τελευταία βήματα της φρέσκιας νιότης της, μια γυναίκα που έχει δουλέψει όλες τις δουλειές και τα έχει κάνει σχεδόν όλα. Αποτελούσε την διακαή ερωτική φαντασίωση του κοντού από τότε. Φθάνει λοιπόν και αυτή αινιγματική, πρόθυμη... μοιραία.

Ενα σπίτι, τέσσερις άνθρωποι, συνεχής βροχή, και ημίφως. Σχεδόν κάθε κουβέντα και γουλιά γουλιά κόκκινο κρασί που περιφέρεται από στόμα σε στόμα, μουσική από τότε και... το πάρτυ ξεκινά. Και όσο το αλκοόλ κυλάει στο αίμα των ηρώων τόσο ξεγυμνώνουν την ψυχή τους, τόσο δείχνουν και πιό αποφασιμένοι να δείξουν ότι τα τέσσερα κουρέλια είναι εκεί και βρέθηκαν να τραγουδήσουν για τελευταία φορά πριν την μεγάλη οριστική φυγή.

Η ταινία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή γιατί έχει πολλούς συμβολισμούς στους διαλόγους και στις σκηνές, χαρακτηριστικά του Νικολαίδη. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας, το χαμένο όνειρο της νιότης, ο τάφος στον κήπο που αρνούνται να κλείσουν, πτώμα τυλιγμένο σε σελλοφάν, οι φόνοι όλα μοιάζουν να κινόυνται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, παρόντος και παρελθόντος. Και ακριβώς αυτό τελικά ίσως να είναι και το δράμα των ηρώων. Η έλλειψη χρονικού αυτοπροσδιορισμού, κατ'επέκταση μιάς ολόκληρης μεταπολεμικής γενιάς, που έζησε ένα όνειρο που δεν πραγματοποίησε , αλλά και που η ίδια δεν πολιτικοποιήθηκε ποτέ.

Την ταινία μπορείτε να την παρακολουθήσετε online σε καλή ποιότητα ήχου και εικόνας πατώντας εδώ