Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποδοσφαιρικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποδοσφαιρικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2020

ΠΑΧΤΑΚΟΡ. Η ποδοσφαιρική ομάδα των...απάτριδων της Τασκένδης

 Το θέμα που πρόκειται να διαβάσετε θα μπορούσε να είναι ένα αθλητικό θέμα. Για μια ποδοσφαιρική ομάδα, μιλάει, άλλωστε. Δεν είναι, όμως, ένα αθλητικό θέμα. Ή πιο σωστά δεν είναι ένα αμιγώς αθλητικό θέμα.

Βλέπετε, η ιστορία της Παχτακόρ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες που μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου έφυγαν από την Ελλάδα και πέρασαν στις χώρες του κραταιού τότε «ανατολικού μπλοκ».

Θα μπορούσε κάποιος να πει, πως η ιστορία της Παχτακόρ, διατρέχει την ιστορία των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων και μέσα από εκεί μπορεί κάποιος να μάθει πολλά σχετικά με τον τρόπο ζωής, τις αγωνίες και τις καλές στιγμές των Ελλήνων που βρέθηκαν στην ΕΣΣΔ.

Ίσως γι αυτό τον λόγο, η ιστορία επέλεξε σε αυτή την ομάδα να δώσει και έναν κεντρικό ήρωα ο οποίος, μάγεψε τους φιλάθλους με το ποδοσφαιρικό του ταλέντο στα γήπεδα της Τασκένδης αλλά και (πολλά χρόνια αργότερα) και στα ελληνικά γήπεδα.

Ο ήρωας αυτός δεν είναι άλλος από τον σπουδαίο Βασίλη Χατζηπαναγή. Τον θρυλικό «Βάσια», ο οποίος είναι ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που πάτησαν ποτέ το πόδι τους στα ελληνικά γήπεδα.

Η λήξη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και η προσφυγιά

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τον Αύγουστο του 1949, μετά από τρία χρόνια, σκληρού και αιματοβαμμένου εμφυλίου πολέμου, ο εθνικός στρατός έχει κερδίσει τις μάχες ενάντια στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας σε όλα τα μέτωπα.

Οι ηττημένοι αντάρτες, φοβούμενοι, πως με το τέλος του εμφυλίου θα ακολουθήσει ένα πογκρόμ ανάλογο με αυτό που είχαν βιώσει μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, αρχίζουν κατά χιλιάδες (μαζί με τις οικογένειες τους και τα λιγοστά υπάρχοντά τους) να περνούν τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας με κατεύθυνση προς τις «φιλικές» χώρες του τότε κραταιού ανατολικού μπλοκ και κυρίως τη Σοβιετική Ένωση. Υπολογίζεται πως πάνω από 60.000 άτομα εγκατέλειψαν την Ελλάδα εκείνη την περίοδο.

Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών προσφύγων που δεν έμειναν στην Αλβανία ή στην Βουλγαρία εγκαταστάθηκαν στην Τασκένδη. Εκεί συνάντησαν πολλές και διάφορες δυσκολίες, έδιναν έναν καθημερινό αγώνα για επιβίωση σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από την Ελλάδα, προκειμένου να προσαρμοστούν σε έναν τρόπο ζωής εντελώς διαφορετικό από εκείνο που βίωναν στη χαμένη πατρίδα.

Η Τασκένδη, η πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, είχε μουσουλμανικό παρελθόν αλλά από το 1918 έγινε πρωτεύουσα της Αυτόνομης Σοβιετικής Δημοκρατίας του Τουρκεστάν και από το 1930 και έπειτα έγινε μέλος της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν.

Το 1991, λίγο πριν την «κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού», η Τασκένδη ήταν η τέταρτη σε πληθυσμό πόλη της ΕΣΣΔ!

Μια από τις μεγαλύτερες κοινότητες ήταν αυτοί των Ελλήνων. Ήταν οι «απάτριδες», όρος που προερχόταν από τη ρωσική λέξη «апатри́д» (που φυσικά είχε τη ρίζα της στην αρχαιοελληνική άπατρις), που σημαίνει άνθρωπος χωρίς ιθαγένεια.

Υπολογίζεται πως ακόμα και σήμερα υπάρχουν στην Τασκένδη περίπου 500 Έλληνες που δεν επέστρεψαν πίσω στην Ελλάδα με το μεγάλο κύμα του επαναπατρισμού, όταν το 1981 εκλέχθηκε κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, και παρέμειναν εκεί έχοντας για ταυτότητα ένα επίσημο κρατικό έγγραφο το οποίο έχει πάνω του τη λέξη «απαντρίντ»!

Βασική ασχολία των Ελλήνων της περιοχής ήταν η συλλογή βαμβακιού. Οι ανάγκες της ΕΣΣΔ για τη συγκομιδή του ήταν τεράστιες και έτσι οι περισσότεροι πρόσφυγες έβρισκαν εργασία στα χωράφια.

Η Παχτακόρ ή αλλιώς «αυτοί που καλλιεργούν βαμβάκι»


Η ζωή στην Σοβιετική Τασκένδη, κυλούσε με πολλά και διάφορα προβλήματα. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο από τη σκληρή καθημερινότητα σε διάφορες διασκεδάσεις. Μια από αυτές ήταν φυσικά και το ποδόσφαιρο.

Έτσι κάποιοι από αυτούς, μεταξύ των οποίων και Έλληνες, ίδρυσαν το 1956 την Παχτακόρ Τασκένδης. Παχτακόρ σημαίνει «αυτοί που καλλιεργούν βαμβάκι».

Από το 1936 μέχρι το 1991 που διήρκεσε η Σοβιετική Λίγκα η Παχτακόρ ήταν η μόνη ομάδα από το Ουζμπεκιστάν που αγωνίστηκε εκεί. Έπαιξε για 22 χρονιές στη πρώτη κατηγορία της ΕΣΣΔ. Η κορυφαία θέση που κατέλαβε ποτέ ήταν η έκτη και αυτό γιατί είχε να ανταγωνιστεί ομάδες- μεγαθήρια από τη Ρωσία και την Ουκρανία που τότε ήταν υπολογίσιμα μεγέθη όχι απλά στη σοβιετική λίγκα αλλά και στο κορυφαίο επίπεδο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Παράλληλα το 1968 έπαιξε και στον τελικό του κυπέλλου, όπου έχασε από τη Τορπέντο Μόσχας.

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης η Παχτακόρ, έχοντας πολλούς σπουδαίους ποδοσφαιριστές στο ρόστερ της αλλά και έχοντας την εμπειρία από τη Σοβιετική λίγκα, έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος στο πρωτάθλημα του Ουζμπεκιστάν. Συνολικά έχει κατακτήσει 12 τίτλους. Η μοναδική χρονική περίοδος που «έπεσε» από τον βάθρο της ήταν όταν πριν από περίπου μία δεκαετία η Μπούνιοντκορ ξόδεψε πολλά εκατομμύρια δολάρια για πείσει διάσημους ποδοσφαιριστές να φορέσουν τη φανέλα τους. Το κατάφερε με τον Ριβάλντο, ενώ λίγο έλειψε να αγοράσει και τον Ετο.

Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, η Μπούνιοντκορ πήρε τέσσερα σερί πρωταθλήματα (2008-2012).

Σήμερα, όμως, η Παχτακόρ έχει επανέλθει για τα καλά στην κορυφή με προπονητή τον Σότα Αρβελάτζε και αστέρα τον Ερέν Ντερτιγιόκ.

Η Παχτακόρ του Βασίλη Χατζηπαναγή


Η ομάδα των βαμβακοκαλλιεργητών και των ελλήνων πολιτικών προσφύγων έμελε να είναι αυτή που θα αναδείξει τον μεγάλο Βασίλη Χατζηπαναγή ο οποίος είχε γεννηθεί στην Τασκένδη το 1954.

Ο σπουδαίος Βάσιας ξεκίνησε να παίζει από μικρός μπάλα στη Δυναμό Τασκένδης, ωστόσο, το 1972 τον εντόπισε ένας παράγοντας της Παχτακόρ και πήρε γρήγορα μεταγραφή.

Εκεί έπαιξε για τρία χρόνια πριν έρθει στην Ελλάδα και τον Ηρακλή, το 1975. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως η πρώτη ελληνική ομάδα που εντόπισε τον Χατζηπαναγή ήταν ο Ολυμπιακός αλλά η Παχτακόρ δεν επέτρεψε να γίνει η συγκεκριμένη μεταγραφή.

Στην τριετία, πάντως, που έπαιξε με τη φανέλα των βαμβακοκαλλιεργητών ο Χατζηπαναγής έκανε… «πράματα και θάματα» με ματς σταθμό το 5-0 επί της πανίσχυρης Ντιναμό Κιέβου όπου ο «Βάσια» έκανε σμπαράλια την άμυνα των Ουκρανών, αφού έβαλε ένα γκολ και έδωσε… τέσσερις ασίστ!

Ο Χατζηπαναγής έφτασε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ηρακλή τον Δεκέμβριο του 1975, με τρένο. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στους ανθρώπους που τον περίμεναν ήταν και η γιαγιά του. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε από κοντά.

Ήταν εκείνη που υπέγραψε το χαρτί του επαναπατρισμού του, προκειμένου να «ξεκλειδώσει» η μεταγραφή από την Παχτακόρ.

Η συνέχεια της καριέρας του «Νουρέγιεφ των ελληνικών γηπέδων» είναι γνωστή.

Μοναδική του πικρία το ότι φόρεσε μόλις δυο φορές τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας, (η μία σε φιλικό και η άλλη σε αγώνα προς τιμήν του) επειδή είχε αγωνιστεί με την αντίστοιχη της Σοβιετικής Ένωσης. «Πιστεύω πια σίγουρα πως πλήρωσα κιόλας και τα πολιτικά φρονήματα του πατέρα μου, που ήταν αριστερός μέχρι το τέλος της ζωής του. Είχα πάει τόσες φορές στη Σοβιετική Ένωση για να πάρω την ελευθέρας, αλλά τζίφος» είχε πει ο ίδιος, σε παλαιότερη συνέντευξή του.

Το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα που σημάδεψε την ιστορία της Παχτακόρ


Τέσσερα, μόλις, χρόνια μετά την μεταγραφή του Χατζηπαναγή από την Παχτακόρ για τον Ηρακλή, η ιστορία της θα σημαδευτεί από ένα τραγικό αεροπορικό δυστύχημα. Στις 11 Αυγούστου του 1979 το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή της ομάδας που θα αντιμετώπιζε τη Ντιναμό Μινσκ στο πλαίσιο της Σοβιετικής λίγκας, συγκρούστηκε με ένα άλλο και ο τραγικός απολογισμός ήταν 178 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους. Οι 17 από αυτούς ήταν ποδοσφαιριστές της Παχτακόρ.

Από την έρευνα που ακολούθησε, προέκυψε πως ένα μοιραίο λάθος απ’ τον πύργο ελέγχου και ένα μπέρδεμα με τους ασυρμάτους και την επικοινωνία οδήγησε σε αυτή την τεράστια τραγωδία. Ουσιαστικά ο υπεύθυνος του πύργου ελέγχου έβαλε τα δυο αεροπλάνα με τους διαφορετικούς προορισμούς, να περάσουν από την ίδια περιοχή και στο ίδιο ύψος.

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής, θα μπορούσε να ήταν μέσα στο μοιραίο αεροπλάνο, αν δεν είχε πάρει εκείνη την μεταγραφή. «Ήμασταν με τον Ηρακλή για προετοιμασία στην Κατερίνη. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο στο ξενοδοχείο. Ήταν Έλληνες δημοσιογράφοι που ρωτούσαν τα ονόματα των παικτών της Παχτακόρ. Τι τα θέλετε, ρε παιδιά; τους ρώτησα. Σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα, μου είπαν. Πάγωσα. Μου κόπηκαν τα πόδια. Αν έμενα στην Τασκένδη, θα ήμουν κι εγώ νεκρός», είχε πει ο ίδιος.

ΠΗΓΗ https://cb.run/gu6d




Δευτέρα, Ιουλίου 20, 2020

ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΦΑΝΤΟΣ. “τα πάντα όλα", "το' να, τ' άλλο ξέρω γω"

«Υπάρχουν κάποιοι που με θεωρούν γκάνγκστερ. Κακοποιό, αναρχικό των γηπέδων, ιδιότροπο, περίεργο, περιθωριακό, υβριστή, τέτοια. Δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά. Ο Αλέφαντος είναι μια πρόκληση και τίποτα περισσότερο» συνήθιζε να λέει ο ίδιος

'Χαμός''μπαλάρα''δεν ξανάγινε''τους τελείωσα'“ τι αποθέωση; λαϊκό προσκύνημα σου λέω”, “μεγαλεία”. Και ενδιάμεσα της απολαυστικής αφήγησης δώστου “τα πάντα όλα""το' να, τ' άλλο ξέρω γω""μάθε μπαλίτσα"“έλα μωρέ τώρα;” Αν ναι, και ¨γκαρσόν, παίκτες!” Και κουβαλούσε ο σερβιτόρος , μπίρες, κεφτέδες, -«ρε ‘σεις, ποιος μου έφαγε τον σέντερ μπακ»!- οδοντογλυφίδες στα τραπεζάκια του Φλοράλ, της Μαρονίτας, του Τσαφ, στη πλατεία Εξαρχείων, αλλά και στη βεράντα του Πανελληνίου, ώστε να κάνει ανάλυση, σωστή διάλεξη ο “δάσκαλος, του εκάστοτε ποδοσφαιρικού συστήματος σε πλήθος συνωστισμένο γύρω του. Στα αποδυτήρια τη τακτική την “ζωγράφιζε” καμιά φορά με παραταγμένες σε θέσεις ανάπτυξης σαγιονάρες ή παντόφλες.

Εβδομήντα χρόνια στα γήπεδα, στο ξερό, στο γκαζόν, στα αποδυτήρια στους πάγκους, στα κάγκελα, στη κερκίδα ο θρυλικός κυρ-Νίκος παρήγαγε τόσο πολύ «υλικό» που άλλοι θέλουν τρεις ζωές. Πολύ πριν βγει στη μικρή οθόνη και αρχίσει τα ατακαδόρικα “ντιμπέ騔, είχε πάντα, επίγνωση πως όσοι βρίσκονταν κοντά του, είτε τον θεωρούσαν γραφική φιγούρα είτε μέγα σαμάνο του ποδοσφαίρου, δεν θα έπλητταν ποτέ.


alefados1

΅Εκρηκτικός, αυθόρμητος, ιδιόρρυθμος, χειμαρρώδης, συγκρουσιακός, συμπύκνωνε στη εύφλεκτη ιδιοσυγκρασία του χιούμορ, υπερβολή και μπόλικο δράμα. Αδικία, αχαριστία, αγνωμοσύνη, συνωμοσίες και στεναχώριες ανάμεσα σε φειδωλούς θριάμβους, μετρημένες, επιτυχίες, μηδαμινούς τίτλος αλλά και πληθώρα σαρδάμ για τον προπονητή που διατεινόταν γενναιόδωρα: Εγώ και ο Χάπελ φτιάξαμε το 3-5-2 στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο”. Ο Αυστριακός το εμπνεύστηκε και το εφάρμοσε στην Εθνική Ολλανδίας, ο Αλέφαντος το επινόησε στο ΠΑΟ Ρουφ. Τι σημασία είχε; Η αξία δεν μετριόταν με τον αν ο πρώτος κάπνιζε σαν τσιμινιέρα ενώ ο “Αλε” δεν έβαλε τσιγάρο και αλκοόλ ποτέ στο στόμα του. Άσε που δεν κρύωνε ποτέ.

alefantos2


Δεν αποχωριζόταν ακόμη και σε συνθήκες πολικού ψύχους το “γούρικο” κόκκινο κοντομάνικο μπλουζάκι του. Χιόνιζε στα Γιάννινα και τη Καστοριά, έριχνε καρεκλοπόδαρα στη Πάτρα και τη Λάρισα, καιγόταν από το λιοπύρι η Καισαριανή και η Νίκαια, αυτός εκεί. ¨Όρθιος, μπετοναρισμένος και κοντομάνικος να δίνει εντολές σφυρίζοντας κλέφτικα με τα δυο δάχτυλα στο στόμα. Ο καθείς και τα όπλα του. Για τον ίδιο το ποδόσφαιρο ήταν πόλεμος.¨” Όχι καλλιστεία. Δε μπορείς, κύριε να πηγαίνεις με κοστούμια, φουλάρι, πιστολάκι και κομμωτήριο στη μάχη .Που πας, ρε;”, έλεγε σαν γαβριάς που ξεφώνιζε του θεατρίνους σε επιθεωρήσεις λαϊκής απογευματινής. Οι δικές του παραστάσεις είχαν τουλάχιστον αυθεντικότητα και τσαγανό.

Ονειροπόλος όπως κάθε φτωχόπαιδο, με μέτριες επιδόσεις στα σχολείο, όχι με τα γράμματα, έπαιξε από τα 10 του χρόνια με την “Υπεροχή Νεάπολης” -που μετονομάστηκε αργότερα μετά από συνενώσεις τοπικών σωματείων σε “Αστέρα Εξαρχείων” - και μπήκε στο σύμπαν της μπάλας για να επιβιώσει. Και να περάσει από την ανυποληψία στην αναγνώριση. Δεν ήταν κανένας σπόρτσμαν απόφοιτος του Ήτον. Γέννημα θρέμμα των Εξαρχείων ήταν. Με όλα τα ευαίσθητα στις μεροληψίες γονίδια της γειτονιάς του που τον ώθησαν να αντισταθεί με τσαμπουκά στη καταστολή των ΜΑΤ κατά τις επιτόπιες επιχειρήσεις “Αρετής”.

Λαϊκός ήρωας εκείνα τα φεγγάρια των 80ς, με άσματα αφιερωμένα - γεια σου ρε Αλέφαντε, είσαι παλικάρι-, υπήρξε ανέκαθεν ένα μοναχικός περιφρονημένος λύκος στα ερασιτεχνικά, “στα Καμίνια μας χτύπαγαν με ομπρέλες. Στα Σούρμενα φάγαμε τα γιαούρτια, φάγαμε τα αυγά, φάγαμε τα πάντα όλα”. Έδειξε ανθεκτικότητα, υπομονή και σθένος, αλλά παρότι γνώριζε τα όρια των συμβάσεων που καλούνταν να υπηρετήσει ποτέ δεν συμφιλιώθηκε πραγματικά μαζί τους.


a_efantos3


Δεν ήταν κατ΄ανάγκη “αταίριαστος” αλλά ποτέ, επίσης, δεν μεγαλοπιάστηκε ούτε εμφανίστηκε γραβατωμένος, σικ και κυριλέ στις πρωτοκλασάτες ομάδες πρωταθλητισμού της Α κατηγορίας που ανέλαβε κατά καιρούς. Ζυμωμένος με το χώμα της αλάνας, το αμμοχάλικο ή το λασπωμένο γρασίδι αγροτολιβαδικών αγωνιστικών χώρων σε πρωτευουσιάνικα η επαρχιακά “εθνικά” στάδια -το 'ξερε το τόπι. Σκάμπαζε καντάρια μπάλα.

Παρότι αυτοδίδακτος έκοβε το μάτι του στα ματς. Αλλά δεν έμεινε στο προνόμιο της ακονισμένης από την εμπειρία όρασης. Το έψαχνε προπονητικά και σε σεμινάρια και σε λαθραίες παρακολουθήσεις- άτιμη αφραγκία- προπονήσεων μεγάλων ομάδων του εξωτερικού σκαρφαλωμένος σε λόφους, φράκτες και δέντρα με όπλο του ένα ζευγάρι κιάλια. Με φιλανθρωπικές φιλοξενίες εδώ και εκεί σε διεθνή προπονητικά κέντρα. τα έκανε τα “μεταπτυχιακά" του. Λάτρης των χαμηλόμισθων, φιλότιμων ποδοσφαιριστών, ανταγωνιστικός της “τελειωμένης” φίρμας και της ακριβοπληρωμένης βεντέτας. Παίκτες, “τιτίκες”, “εισπράκτορες στα τρόλει”, “πρησμένους απ’ τους μουσακάδες” και “γκαζοζέ αργοκαρούτες" δεν τους γούσταρε.

Αδίκησε τον εαυτό του με τις παραξενιές του, το πλήρωσε το χούι του με αδειάσματα από διάφορα σωματεία, αλλά δεν έμεινε ποτέ ξεκρέμαστος. Έγραψε στο κοντέρ της προπονητικής καριέρας του 18 διαφορετικές ομάδες Α’ Εθνικής και άλλες τόσες στις μικρότερες κατηγορίες. Και σημείωσε αρνητικά ρεκόρ παραμονής. Εννέα μέρες στη Ξάνθη, 12 μέρες στον Απόλλωνα Καλαμαριάς, 13 στους Λύκους Καλοχωρίου, 15 στον Εθνικό. Και φυσικά για βραβείο Γκίνες το μόλις τρίωρο κάθισμα του στο πάγκο του Φωστήρα.

¨Όπου πάντως κι αν προσλήφθηκε το τίμησε το πόστο και τα έδωσε με πάθος όλα. Θρόνος ή ηλεκτρική καρέκλα ο πάγκος του προπονητή, γι αυτόν τον μετρ των ηλεκτροσόκ, ήταν πάντα ξύλινος. Αδάμαστα δύσκαμπτος, όπως και ο ίδιος. Αντισυμβατικός με τη ποδοσφαιρική βιομηχανία, το μάρκετινγκ και τις καλές δημόσιες σχέσεις. Συμπεριφερόταν σαν ρομαντικός εκδικητής των παρωχημένων απωθημένων της εξέδρας απέναντι σε μια μοντέρνα αθλητική μπίζνα που εξελισσόταν ταχύτατα.


alefandos6


¨Κόσμησε” δεκάδες αθλητικά πρωτοσέλιδα με τις επεισοδιακές παραιτήσεις , απομακρύνσεις, απολύσεις του από ομάδες ¨παραδόπιστων¨προέδρων και ¨πιράνχας¨παραγόντων. Βρίστηκε με ¨εκβιαστές” ποδοσφαιριστές, φιλονίκησε με “ιντριγκαδόρικες” διοικήσεις, αλληλοδιαπληκτίστηκε με έξαλλους οπαδούς, ξυλοφόρτωσε δημοσιογράφο και γρονθοκόπησε αντίπαλο προπονητή, έσπασε το αμάξι ενός παίκτη του επειδή εκτέλεσε ένα πέναλτι που έπρεπε να χτυπήσει άλλος και το έχασε. Τέτοια. Με συνέπεια αποκλεισμούς από τα γήπεδα, πρόστιμα, αυτόφωρα, κρατητήρια, φυλακίσεις. Με αποκορύφωμα τις 25 μέρες που πέρασε στη “στενή” παρέα με κακοποιούς μέσα σε κελί του Γεντί Κουλέ.

Το πριόνιζε μόνος του το ταλέντο του με τις εκκεντρικότητες και την εριστικότητα του. Παραδεχόταν τις εμμονές τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες του. Τα ΄χε τα άγαρμπα κολλήματα του με καφετζούδες, χαρτορίχτρες, γούρια, το κακό μάτι, τα δυσοίωνα σημάδια. Δεν έκανε δηλώσεις σε “γρουσούζηδες” ρεπόρτερ, δεν αντάλλασσε χειραψία με κακορίζικους προπονητές, απαιτούσε να καθαριστούν οι αράχνες από τα αποδυτήρια. Και από την άλλη τρολάριζε τον προπονητή Άγγελο Αναστασιαδη που έπαιρνε τους παίκτες του και τους πήγαινε για ευχή και προσκύνημα στο Άγιο Όρος. “Στους παπάδες, ρε;”

Αψύς προσβλητικός, ατίθασος; Ποτέ στο σπίτι του. Σεμνός, σεβαστικός και τρυφερός οικογενειάρχης. Κοντά εξήντα χρόνια παντρεμένος με τη σύζυγο του τη κυρία Ρούλα, “από 18 χρονών μαζί. Με μία γυναίκα, όλη τη ζωή". Έκαναν δυο παιδιά μαζί της, τη Λίλιαν και τον Τάσο, από τα οποία απέκτησαν 4 εγγόνια που ο παππούς υπεραγαπούσε. Φαμιλιάρης άνθρωπος, έφευγε από το διαμέρισμα του στο Κολωνάκι, κοντά στο εστιατόριο ¨Φιλιππής”, αφήνοντας συχνά τη πόρτα ανοιχτή- “ποιος να κλέψει ρε το φτωχό τον Αλέφαντο;” - πηγαίνοντας να γυμναστεί τρέχοντας στον Αρδηττό. Και μετά να κατηφορίσει στο Καραΐσκάκη – όπου δούλεψε τρεις φορές, μία θητεία ανά δεκαετία του 80, του 90,του 2000- και να εκφωνήσει ένα ύμνο στον αγαπημένο του Σωκράτη Κόκκαλη και στους λατρεμένους του Βραζιλιάνους παίκτες, τους μάγους της μπάλας.


alefandos7


Αυτός ήταν ο Νίκος Αλέφαντος , μέχρι τη τελευταία του πνοή. Αυτοπεριγραφόταν στα δυο συγγραφικά του πονήματα , λέγοντας: «Ακόμη και σήμερα, υπάρχουν κάποιοι που με θεωρούν γκάνγκστερ. Κακοποιό, αναρχικό των γηπέδων, ιδιότροπο, περίεργο, περιθωριακό, υβριστή, τέτοια. Δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά. Ο Αλέφαντος είναι μια πρόκληση και τίποτα περισσότερο». Αυτή είναι, μάλλον, και η σφραγίδα της ταυτότητας του στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ενός ντόμπρου, με τις αδυναμίες του, ανθρώπου που κατάφερε να “νομιμοποιήσει” το παράπονο την αγωνία και το δάκρυ των ανυπότακτων, των ανορθόδοξων, των ριγμένων, των μη διαχειρίσιμων τέλος πάντων, με την δημόσια επίκληση του:“Ρε Θεέ, άντερα δεν έχεις; Εμένα βρήκες να καταστρέψεις, το φουκαρά τον Αλέφαντο ;”.


alefandos8


Κι όμως ήταν αρκετά εγωιστής για να παριστάνει το θύμα. Πιο πολύ τον ενοχλούσε ότι του την έκλεψαν τη δόξα που θεωρούσε ότι του ανήκε. Κι ακόμα χειρότερα τον πλήγωσε που τον κατηγόρησαν ή , καλύτερα τον λοιδόρησαν, γιατί με ειλικρινή πικρία τη διεκδίκησε. “Βγες , κύριε Δούρο, να μιλήσεις. Είναι θέμα ζωής για εμένα." ζητούσε από το διαιτητή στην εκπομπή της Έλλης Στάη μετά το χαμένο πρωτάθλημα με τους ερυθρόλευκους το 2004. Ήταν το προπονητικό του ρέκβιεμ. Τον κορόιδεψαν με ευθυμία ασυγχώρητη σε όσους για τους δικούς λόγους πενθούν μιαν απώλεια.

Γι' αυτό ίσως στη συλλογική μνήμη των φιλάθλων, πιο πολύ από τα γηπεδικά του επιτεύγματα θα μείνει εμβληματική εκείνη η πρώτη στροφή του, αφιερωμένου στον ίδιο, τραγουδιού των “Παιδιών από τη Πάτρα” που έλεγε : Όταν με κατηγορούν- χωρίς να έχω φταίξει- θυμάμαι τον Αλέφαντο”.


Δημήτρης Παγαδάκης 
Πρώτο ΘΕΜΑ

Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2011

Είμαι ο Ροι και είμαι καλά !...

Είμαι ο Ρόι και είμαι καλά!

Ένας τραυματισμός στη μέση τον έκανε να μην αντέχει τη ζωή του. Κι όταν την είδε να χάνεται, αποφάσισε να κάνει τα πάντα για να την πάρει πίσω. Το gazzetta.gr παρουσιάζει τον γκολκίπερ του ΟΦΗ, Ρόι Κάρολ, που κράτησε το 0-0 με τον ΠΑΟΚ.

Ο σοφός Όσκαρ Ουάιλντ!

Ένα τυπικό, μικρό χωριό στην Ιρλανδία φιλοξένησε τη μεγάλη οικογένεια των Κάρολ. Το Τάμλατ, ένα μικρό κομμάτι γης που αριθμεί κοντά στους 300 κατοίκους, κομμάτι της επαρχίας Φέρμαναχ, η οποία έχει στο σύνολό της κάτι λιγότερο από 60.000 κατοίκους. Το όνομα του Ρόι Κάρολ είναι ένα από τα 16 που με περηφάνια δηλώνουν οι άνθρωποι ότι κατάγονται από εκεί. Δίπλα σε εκείνο του μεγάλου Όσκαρ Γουάιλντ, τα αποφθέγματα του οποίου θα μπορούσαν να υπογράφουν τα κομμάτια της ζωής του. Κυρίως όταν έγραφε πως «εμπειρία είναι το όνομα που δίνει ο καθένας στα λάθη του». Γιατί ο Ρόι Κάρολ θα έκανε πολλά στην πορεία του...

Επιστρέφοντας στο μικρό χωριό της Ιρλανδίας, επιστρέφουμε και στην εποχή της αθωότητας. Ο Ρόι Κάρολ, επηρεασμένος από τον πατέρα του –Άγγλος στρατιώτης και ερασιτέχνης γκολκίπερ – προτιμούσε να είναι εκείνος που θα έπαιζε τέρμα στη γειτονιά. Ίσως γιατί έπρεπε να χωρέσουν στην ενδεκάδα και τα υπόλοιπα τρία αδέλφια του, ο Μπομπ, ο Ρίτσαρντ και ο Ρέιμοντ. Ο «Big Bob», όπως τον φωνάζει ο Ρόι, έκανε καριέρα στο ιρλανδικό πρωτάθλημα με τη φανέλα της Ballinamallard United, ενώ σε χαμηλότερη κατηγορία της χώρας τους έπαιξαν ο Ρίτσαρντ και ο Ρέιμοντ, οι οποίοι αγωνίστηκαν με τη φανέλα της Claby Strollers. Εκείνος που θα έκανε τη μεγαλύτερη καριέρα ήταν και ο πλέον αναποφάσιστος για το μέλλον του. Μέχρι τα 17 του χρόνια, ο Ρόι ήταν ανάμεσα σε κρίκετ, ράγκμπι και ποδόσφαιρο, πριν έρθει η πρώτη του μεγάλη ευκαιρία.

Κόντρα σε κάθε λογική, η πρώτη πρόταση για τον Ρόι Κάρολ ήρθε στα 18 του, λίγα λεπτά αφότου είχε δεχτεί έξι γκολ!! «Νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα. Μόλις είχα φάει έξι γκολ!! Φαντάζομαι, όμως, πως πάντα μπορείς να τα χρεώσεις στην κακή άμυνα», θα πει χρόνια αργότερα, όταν η καριέρα του θα έχει δρομολογηθεί. Ύστερα από έναν αγώνα που έληξε 6-2, ο Στιβ Φέτις ζήτησε από τον Κάρολ να μετακομίσει στην Αγγλία για να δοκιμαστεί στη Χαλ. Πέρασε μια εβδομάδα προπονήσεων και υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο.

Το πέρασμα στην Premier League!

Μέσα σε δύο χρόνια είχε διαπιστώσει ότι η επιλογή του να συνεχίσει μόνο στο ποδόσφαιρο ήταν η σωστή. Έπαιξε 46 παιχνίδια με τη Χαλ, πριν γίνει ο... μόσχος ο σιτευτός προκειμένου να μπορέσει η αγγλική ομάδα να πληρώσει τα χρέη της. Τα περίπου 500 χιλ. ευρώ που θα πληρώσει η Γουίγκαν το 1999 προκειμένου να τον αποκτήσει θα είναι ποσό ρεκόρ για την ομάδα, ωστόσο αποδείχθηκαν εξαιρετική επένδυση. Ο Ρόι Κάρολ έμεινε τέσσερα χρόνια στην... άσημη ομάδα του Μάντσεστερ, μεγάλωσε, ωρίμασε, αναδείχθηκε καλύτερος γκολκίπερ της δεύτερης κατηγορίας, πριν έρθουν τα μεγαλεία.

Το καλοκαίρι του 2001, λίγο πριν κλείσει τα 24 του χρόνια (γεννημένος στις 30/9/1977) το ενδιαφέρον συλλόγων της Premier League θα είναι έντονο. Η πρώτη ομάδα που θα κινηθεί για την απόκτησή του, θα είναι η Λιντς, όμως κάποιο παιχνίδι της μοίρας θα του αλλάξει την πορεία. «Ήταν όλα συμφωνημένα. Το είχα πει σε όλο τον κόσμο και ξαφνικά η μεταγραφή χάλασε. Όταν έμαθα για την επόμενη ομάδα που με ήθελε, δεν μίλησα σε κανέναν. Ούτε στην οικογένειά μου. Μόνο όταν υπέγραψα το ανακοίνωσα». Η επόμενη ομάδα ήταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του σερ Άλεξ Φέργκιουσον. Αλλά και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Φαμπιάν Μπαρτέζ!

Ο Ρόι Κάρολ έπρεπε να δικαιολογήσει τα σχεδόν 4 εκατ. ευρώ που είχαν δαπανηθεί για εκείνον και παράλληλα να κερδίσει στον ανταγωνισμό τον Γάλλο τερματοφύλακα. «Φυσικά και πιστεύω στον εαυτό μου. Αν δεν έχεις αυτοπεποίθηση, δεν μπορείς να παίξεις αυτή τη θέση», δηλώνει τότε και θα έχει στο πλευρό του τον σερ Άλεξ Φέργκιουσον. «Πρόκειται για έναν από τους πλέον ελπιδοφόρους γκολκίπερ στην Αγγλία. Θα παίξει κάποια παιχνίδια και θα μάθει από τον καλύτερο».  Ο καλύτερος θα αποχωρήσει δύο χρόνια μετά και ο Τιμ Χάουαρντ θα είναι το νέο πρόσωπο του ανταγωνισμού. Ενδιάμεσα, ο Ρόι θα παίξει σε 26 παιχνίδια και θα πανηγυρίσει το πρωτάθλημα του 2003.

Η ιεραρχία δεν τηρήθηκε την πρώτη σεζόν. Ο Αμερικανός γκολκίπερ πήρε κατευθείαν τη φανέλα του βασικού και ο Ρόι Κάρολ έμεινε και πάλι στη σκιά του. Την επόμενη σεζόν θα έπαιρνε την «εκδίκησή» του, ωστόσο όπως αποδείχθηκε ήταν βραχυπρόθεσμη. Στην πιο γεμάτη του χρονιά με τους «κόκκινους διαβόλους» θα παίξει σε 34 παιχνίδια, ωστόσο δύο τραγικά του λάθη θα στιγματίσουν όχι μόνο τη χρονιά του, αλλά και συνολικά την καριέρα του. Το διάσημο «γκολ που ποτέ δεν μπήκε» στο σουτ από τη σέντρα του Πέδρο Μέντες σε έναν αγώνα με την Τότεναμ, όπως και το λάθος απέναντι στη Μίλαν, το οποίο κόστισε στη Μάντσεστερ τον αποκλεισμό από το Champions League.

Ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον τον υπερασπίστηκε. Απέφυγε να του χρεώσει το λάθος ή τον αποκλεισμό, ωστόσο ο Ρόι Κάρολ θα «πλήρωνε» όταν έφτασε το καλοκαίρι. Η Μάντσεστερ του έκανε πρόταση να παραμείνει στο «Ολντ Τράφορντ» για τέσσερα ακόμα χρόνια. Όμως, γνώριζε εκ των προτέρων ότι δεν θα ήταν βασικός. «Για μένα δεν είχε νόημα να παίζω δέκα χρόνια στη Μάντσεστερ και να έχω 50 συμμετοχές στην Premier League όταν θα τελείωνα την καριέρα μου», θα δηλώσει ο φιλόδοξος 27χρονος γκολκίπερ και θα υπογράψει λίγες ημέρες μετά την αποδέσμευσή του στη Γουέστ Χαμ.

Η κατηφόρα...

«Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν». Τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ θα τριγυρίζουν στο μυαλό του για χρόνια. Από το 2006 ως το 2010, όταν και ο Ρόι Κάρολ αποφάσισε να  αντιμετωπίσει την αλήθεια. Έτσι όπως ήταν και όχι έτσι όπως παρουσιαζόταν εκείνη την εποχή. Ένας τραυματισμός στη μέση τον Μάρτιο του 2006 και ύστερα από ένα άκρως πετυχημένο πρωτάθλημα ως εκείνο το χρονικό σημείο, ήταν η πρώτη σταγόνα στο ποτήρι. Η πρώτη σταγόνα αλκοόλ... Ο Ρόι Κάρολ θα υποβληθεί σε επέμβαση στη μέση του και η αποθεραπεία θα αποδειχθεί πολύ πιο επίμονη ψυχολογικά απ’ ό,τι σωματικά.

Οι έξι εβδομάδες, που ήταν η αρχική γνωμάτευση, έφτασαν να γίνουν έξι μήνες και κάθε μέρα ήταν μια ακόμα σταγόνα. Αλκοόλ... «Είχα πάθει κατάθλιψη. Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να βγαίνω έξω και να πίνω. Πέρασα ένα κομμάτι της ζωής μου που ήθελα μόνο αλκοόλ. Ήμουν χαζός». Του πήρε χρόνια να βγει στο βήμα και να το παραδεχτεί. Τον πρώτο καιρό, ουδείς δεχόταν να μιλήσει για το θέμα και η οικογένειά του προσπαθούσε να βγει διαφορετικές δικαιολογίες. «Δεν έχει καμία σχέση με το ποτό και τον τζόγο. Είμαι σίγουρος πως αν είχε τέτοιο πρόβλημα, θα το γνώριζα. Θα μου το είχε πει», δηλώνει εκείνη την εποχή ο πατέρας του, ο οποίος ρίχνει την ευθύνη στο... στρες!

Ο Ρόι Κάρολ θα δεχτεί να μιλήσει για τους λόγους που οδηγήθηκε το 2006 σε κλινική αποτοξίνωσης, μόνο όταν ο εφιάλτης θα είναι πλέον μακριά. «Δεν ήμουν ποτέ αλκοολικός. Είχα πρόβλημα το παραδέχομαι. Γινόταν κάθε μέρα και χειρότερα, μέχρι που ξύπνησα μια μέρα και είπα στον εαυτό μου πως αν συνεχίσω έτσι θα καταλήξω στο χώμα». Στην εξομολόγησή του, θα παραδεχόταν πως εκείνο που τον είχε πονέσει περισσότερο ήταν ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι –λόγω του τραυματισμού του– ούτε καν για να παίξει με τα παιδιά του. Η καριέρα του πήρε την κάτω βόλτα. Και παρότι ο ίδιος κατάφερε να σηκωθεί και να ξεπεράσει το πρόβλημά του, δεν κατάφερε να το δουν και οι υπόλοιποι έτσι.

Θα μείνει στο Λονδίνο μέχρι το 2007, θα ακολουθήσει η Σκωτία και η Ρέιντζερς, η Ντέρμπι Κάουντι και μια Αγγλία που δεν τον χωρούσε. «Ό,τι κι αν κάνω, θα είμαι ο μεθυσμένος και ο τζογαδόρος Κάρολ», θα πει ξανά και ξανά, κάθε φορά που κάποιο έντυπο (και στην Αγγλία δεν είναι λίγα) θα ανασύρει μια ιστορία από το παρελθόν του. Από ένα παρελθόν που προσπάθησε κι επέλεξε να αφήσει πίσω του...

Μια δεύτερη καριέρα!

Το νησί δεν τον χωρούσε πλέον. Η Σκανδιναβία, αντιθέτως, είχε χώρο για τον Ρόι Κάρολ, και στα 32 του χρόνια ο Ιρλανδός ξεκίνησε από την αρχή. Υπέγραψε στην Οντένσε στις 17 Αυγούστου του 2009 και λίγες ώρες μετά την παρουσίασή του, έκανε και το ντεμπούτο του. Στην πρώτη του σεζόν αναδείχθηκε γκολκίπερ της χρονιάς και η ηρεμία της επαρχίας του Οντένσε μπορούσε να τον γυρίσει πίσω στα παιδικά του χρόνια και στην αθωότητα. Μια άλλη αθωότητα, όμως, τον ανάγκασε να τελειώσει πρόωρα τη συνεργασία του με το σύλλογο. «Ο γιος μου έχει δυσλεξία και σκέφτηκα πως το να αλλάξει σχολείο θα είναι κάτι υπερβολικό για να το αντέξει ένα παιδί. Μου άρεσε πραγματικά στη Δανία, όμως πήγαινα σπίτι μου δύο φορές το μήνα και μου έλειπε η οικογένειά μου».

Από τον Νοέμβριο του 2010 ως το καλοκαίρι του 2011 έμεινε χωρίς ομάδα. Παρότι έφτασε σχεδόν στο σημείο να παρακαλάει για να παίξει στην Αγγλία. «Το λάθος μου ήταν ότι τότε προσπάθησα να κρύψω το πρόβλημα κάτω από το χαλί και δεν μίλησα δημοσίως. Αυτό με κυνηγάει. Δεν είμαι ούτε τζογαδόρος ούτε αλκοολικός. Είχα ένα πρόβλημα και το ξεπέρασα. Παίζω πόκερ με φίλους μου, αυτό είναι όλο. Δεν είμαι τζογαδόρος, δεν στοιχηματίζω στα άλογα».

Το όνειρό του ήταν να μπορέσει και πάλι να παίξει στην Αγγλία και να καθαρίσει το όνομά του. Δεν το κατάφερε κι επέλεξε να το κάνει σε άλλη χώρα. Γιατί όπως θα έλεγε και το... πατριωτάκι του, «το μόνο καθήκον μας απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε».

Υ. Γ σταυραετού
Δεν ξέρω εμένα προσωπικά με γοητεύουν οι ιστορίες ανθρώπων που είναι τοσο γεμάτες ώστε να μπορείς να γράψεις μία μικρή βιογραφία και να εξάγεις συμπεράσματα για μικρούς καθημερινόυς ανθρώπους και μικρές κοινωνίες σαν κι αυτή στην οποία γεννήθηκε λαι μεγάλωσε ο Ροι Καρολ ο ήρωας της ιστορίας που ξεσήκωσα απ´ το gazzetta.gr
Θες ότι κατάγεται άπό την Ιρλανδία ( που συμπαθώ ανέκαθεν) θές ότι ο Oscar Wild ήταν πατριωτάκι του σίγουρα η ιστορία του μοναχικού τερματοφύλακα κ´ατι έχει να μας αφήσει...

Σάββατο, Απριλίου 12, 2008

Βασίλης "Βάσια" Χατζηπαναγής-το ελάφι της Τασκένδης


Μέσα δεκαετίας 70 . Πιτσιρίκος τότε , με έπαιρνε ο πατέρας μου στο γήπεδο τις Κυριακές με φίλους, τότε που ήταν άλλες εποχές στο ποδόσφαιρο και το γήπεδο ήταν κάτι σαν εκδρομή. Πασατέμπο φιστίκια πορτοκαλάδα περίεργης μάρκας σε μικρά πλαστικά μπουκαλάκια ,σφραγισμένα με αλουμινοταινία, και φελιζολ να μην κρυώσουμε πάνω στα τσιμέντα. Μάλιστα ήταν πολύ χαρακτηριστικό θέαμα, περίπου 10 λεπτά πριν το τέλος τότε που το πλήθος σηκώνεται να ξεμουδιάσει αλλά και από την αγωνία, όλα τα φελιζόλ να πετάγονται στον αέρα και να προσγειώνονται πιό κάτω, πιό πάνω στα κεφάλια άλλων αγνώστων, που δεν έδιναν φυσικά καμία, μα καμία σημασία. Μικρός λοιπόν και επειδή το ορθιο μπροστά μου πλήθος με εμπόδιζε να παρακολουθήσω τα τελευταία λεπτά των παιχνιδιών ,μου έμενε μόνον να κοιτάω που προσγειώνονταν τα τετράγωνα φελιζόλ. Μέσα των 70ς λοιπόν και ο Ολυμπιακός κυρίαρχος στην πενταετία του. Ηταν η πενταετία του Γουλανδρή. Δεν θυμάμαι για τον Παναθηναικό που προσπαθούσε να φτιάξει μιά ομάδα αντάξια εκείνης του έπους του Wembley, αλλά και η δική μου η κιτρινόμαυρη, δεν πήγαινε πίσω παρ'όλο που είχα μιά καλή μαγιά ποδοσφαιριστών. Ετσι ήταν το κλίμα τότε στις ομάδες. Ταλέντο που ξεχέιλιζε αλλά ερασιτεχνισμός σε όλα τα επίπεδα. καμία σχέση με το σήμερα. Εκείνη τη χρονιά του 1976 νομίζω (συγχωρήστε μου το λάθος αν η ημερομηνία δεν είναι σωστή), στον τελικό κυπέλλου είχε φτάσει σχετικά εύκολα ο Ολυμπιακός, ο οποίος αν έπαιρνε το παιχνίδι θα κατακτούσε και το νταμπλ. Κατ'εξάιρεση αντίπαλος δεν ήταν κανένας από τους άλλους δύο μεγάλους, αλλά μία ομάδα της Θεσσαλονίκης, και μάλιστα όχι ο θεωρητικά ισχυρότερος ΠΑΟΚ, ο οποίος μάλιστα διέθετε ισχυρότατο σύνολο, την εποχή ,αλλά ο ΗΡΑΚΛΗΣ, με μιά φουρνιά παικτών πολύ σπουδαίων, όπως τον τερματοφύλακα Φανάρα, τον κεντροεπθετικό Κουσουλάκη, τον ανασταλτικό μέσο Τάκη Νικολούδη, τον οποίον μάλιστα μετάτον τελικό αυτόν τον πήρε η ΑΕΚ θέτοντας τα θεμέλια σιγά σιγά της μεγάλης ομάδας της τριετίας 1977-1981. Υπήρχαν κι άλλοι που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή. Υπήρχε όμως και ένας νιόφερτος, πρόσφατη μεταγραφή, πιτσιρικάς από την Τασκένδη, που δεν τον ήξερε κανένας. Είχε δείξει πολύ καλά δείγματα στα πρώτα του παιχνίδια με τον Ηρακλή. Είχε μάλιστα παίξει και στην Εθνική νέων της τότε Σοβ. Ενωσης. Το παιχνίδι θα γινόταν στο γήπεδο της ομάδας μου στην Ν.Φιλαδέλφεια. Ασπρόμαυρη τηλεόραση και μπροστά στην μικρή 14¨¨ να δω το παιχνίδι εκείνο το βράδυ. Πολύ σύντομα έτριβα τα μάτια μου με αυτό που έβλεπα. Ο Ηρακλής μιά ορχήστρα με μαέστρο αλλά και εκτελεστή τον πιτσιρικά από την Τασκένδη! Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Χ"παναγής στιγμές στιγμές έπαιζε τον Ολυμπιακό μόνος του. Σε κάποιο γκολ μάλιστα θυμάμαι που έβαλε ξεκίνησε λίγο έξω από την περιοχή, κινήθηκε προς τα πλαγια και προς το κορνερ, εισέβαλε παράλληλα προς το τέρμα του Κελεσίδη μεσα στην μικρή περιοχή, και ενώ σαν παραμάζωμα όλη η άμυνα προσπαθούσε με κάποιο τρόπο να τον σταματήσει, αυτός αργά και βασανιστικά έστειλε την μπάλα σχεδόν να κυλάει για να περάσει την γραμμή του τέρματος. Η ομάδα του Ολυμπιακού μόλις και μετά βίας μπόρεσε να πάει το παιχνίδι στην παράταση η οποία έληξε 4-4. Το τρόπαιο το πήρε τελικά ο Ηρακλής στα πέναλτι, και ήταν αυτό μιά προσωπική δικαίωση του μικρού "Βάσια" ο οποίος όπως ήταν γραφτό από την ποδοσφαιρική του μόιρα, δεν κατέγραψε άλλον τίτλο στην καριέρα του σαν ποδοσφαιριστής. Και είναι κρίμα που ποτέ δεν στάθηκε δυνατόν να πάρει μεταγραφή σε άλλη ομάδα μεγαλύτερη εντός ή εκτός Ελλάδος, αφου οι εποχές ήταν πολύ δύσκολες για μεταγραφές παιχταράδων από μιά ομάδα σε άλλη, γιατί αφ'ενός δένονταν με πολύ υψηλές ρήτρες στα συμβόλαιά τους και αφ'ετέρου ο κόσμος, του Ηρακλή -αλλά και γενικότερα- δένονταν με παίχτες σαν τον "Βασια", σαν τον Δομάζο ,τον Μιμη Παπαιωάννου, τον Δαβουρλή, τον Νεστορίδη ,πιό παλιά, και αποτελούσαν χωρίς υπερβολή σημαίες και στίγματα των εποχών τους για την ομάδα τους. Η μεγάλη αδικία όμως εις βάρος του παίχτη, ήταν πως αυτός ο παγκοσμίου κλάσης παίχτης δεν μπόρεσε ποτέ σε επίσημο παιχνίδι να αγωνιστεί με την φανέλα του Εθνικού μας συγκροτήματος. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι και που θα μπορούσε να φτάσει η Εθνική μας, τότε που ξεχέιλιζε επίσης από ταλέντα, με τον Βασια στις τάξεις της. Και αυτό γιατί υπήρχε ένας περιοριστικός όρος που του το απαγόρευε, επειδή είχε αγωνιστεί σαν νέος με τα χρώματα της Σοβ.Ενωσης. Πολύ πριν εμφανιστεί στο ποδοσφαιρικό στερέωμα ο πολύς Μαραντόνα, το φτωχόπαιδο από την μακρινή Τασκένδη, "το ελάφι" της όπως τον είπαν, ο Ποδοσφαιρικός Νουρέγιεφ όπως τον προσομοίασαν αργότερα, έκανε πράγματα στο γήπεδο κατ'εξακολούθηση εκθέτοντας τους αντιπάλους αμυντικούς με τον πιό φυσικό τρόπο. Σαν ελάχιστη ανταμοιβή πάντως ψηφίστηκε σαν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής Ελληνας των τελευταίων 50 χρόνων, και από την Διεθνή Ομοσπονδία μέσα στους καλύτερους 10 όλων των εποχών!!, γεγονός πρόσφατο που αποτέλεσε και την αφορμή να γράψω αυτό το μικρό αφιέρωμα.

Στα βιντεάκια που βρήκα, η ασπρόμαυρες στιγμές είναι από τον αξέχαστο αυτό τελικό του 76. Ακολουθεί μία σύντομη βιογραφία του από το site www.kontra.gr.





Ο Βασίλης Χατζηπαναγής έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομά του εκτός από το... θέαμα, και με τον Ηρακλή. Ο αδιαμφισβήτητα θεαματικότερος ποδοσφαιριστής που έχει αγωνιστεί ποτέ στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της Ελλάδας αγωνίστηκε σχεδόν σε όλη την καριέρα του στον "γηραιό" και αγαπήθηκε όσο λίγοι, όχι μόνο από τους φίλους του συλλόγου του.

Το νήμα της ζωής του αρχίζει στην Τασκένδη του σημερινού Ουζμπεκιστάν, όταν γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου του 1954 από Ελληνες μετανάστες. Το ταλέντο του περίσσιο και έτσι η Παχτακόρ δεν έχασε την ευκαιρία να τον εντάξει στο έμψυχο δυναμικό της σε μικρή ηλικία, ωστόσο για έχει δικαίωμα να αγωνιστεί, έπρεπε να πάρει την σοβιετική υπηκοότητα. Σε ηλικία 17 ετών έκανε το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα και κλήθηκε και στην εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ενωσης κάτω των 19 ετών. Δεν χρειάστηκε μεγάλο διάστημα, ώστε να γίνει ευρέως γνωστό το ταλέντο του, ακόμα και στην Ελλάδα.

* Μία από τις πλέον αξιομνημόνευτες στιγμές στην καριέρα του Χατζηπαναγή ήταν η κλήση του στην μικτή κόσμου τον Ιούνιο του 1984, μαζί με τους Φρανς Μπεκενμπάουερ, Μάριο Κέμπες και Κέβιν Κίγκαν για ένα φιλικό παιχνίδι με αντίπαλο την Νιου Γιορκ Κόσμος, στην πόλη των ΗΠΑ.

* Ο Βασίλης Χατζηπαναγής κατέχει το ρεκόρ σε γκολ από απευθείας εκτελέσεις κόρνερ. Εννιά τον αριθμό.

* Οι "χορευτικές" του κινήσεις στον αγωνιστικό χώρο οδήγησαν στον δημοσιογράφο τότε και νυν βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Γιώργο Λιάνη, στο να του αποδώσει το παρατσούκλι "Νουρέγεφ".

Οι μέρες του στην Σοβιετική Ενωση ήταν μετρημένες. Το μέλλον του προδιαγραφόταν σαφώς πιο λαμπρό στην πατρίδα του, με αποτέλεσμα να πάρει μεταγραφή στον Ηρακλή. Το ντεμπούτο του έγινε στον Δεκέμβριο του 1975 και από τότε η παρουσία του στους αγωνιστικούς χώρους συνεπαγόταν θέαμα, ντρίμπλες, γκολ ασίστ και γενικά κάθε τι που θυμίζει την ομορφιά του αθλήματος.

Οι φίλαθλοι γέμιζαν το "Καυταντζόγλειο" για να παρακολουθήσουν τις επινοήσεις του "Βάσια", ο οποίος ταλαιπωρούσε τους αντίπαλους αμυντικούς σε σημείο... παρεξηγήσεως. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, όπως εκμυστηρεύεται ο ίδιος, που οι αντίπαλοι του τού ζητούσαν να μην τους κάνει... ντρίμπλα, ώστε να μην ρεζιλευτούν!

Το 1976 οδήγησε τον "γηραιό" στην κατάκτηση του μοναδικού τίτλου στην ιστορία του, του κυπέλλου Ελλάδας, στον αλησμόνητο τελικό με τον Ολυμπιακό (4-4 το σκορ, 6-5 στα πέναλτι). Την ίδια χρονιά είχε την πρώτη του συμμετοχή με τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας, σε ένα φιλικό στη Λεωφόρο με αντίπαλο την Πολωνία. Αυτή ήταν η μοναδική φορά που εκπροσώπησε την Ελλάδα, αφού η συμμετοχή του στους Νέους της Σοβιετικής Ενωσης δεν του επέτρεπε (βάσει κανονισμού) να αγωνιστεί σε άλλη ομάδα Ανδρών πλην αυτής.

Από την πρώτη στιγμή, οι μεγάλες ομάδες της Αθήνας προσπάθησαν να αποκτήσουν τον μεσοεπιθετικό του Ηρακλή, ωστόσο οι αυστηροί κανονισμοί και οι ρήτρες που υπήρχαν στα τότε συμβόλαια των παικτών, δεν επέτρεπαν "σπάσιμό" τους. Επιπλέον, οι φίλοι της ομάδας δεν θα άφηναν το είδωλό τους να φύγει, τον άνθρωπο που τους χάρισε τόσες μοναδικές στιγμές ποδοσφαιρικής ευφυΐας.

Στο εξωτερικό, η φήμη του εντυπωσιακού αυτού ποδοσφαιριστή είχε εξαπλωθεί. Ορισμένοι ξένοι σύλλογοι είχαν παρουσιαστεί να ενδιαφέρονται για την απόκτησή του, ωστόσο η μεγάλη μεταγραφή που δικαιούταν ο "Βάσια" δεν έγινε ποτέ. Ο Χατζηπαναγής παρέμεινε μέχρι το τέλος της καριέρας του στον Ηρακλή και είπε το αντίο στο παιχνίδι του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ με αντίπαλο την Βαλένθια τον Οκτώβριο του 1991, σε ηλικία 37 ετών.

Η αναγνώριση της προσφοράς του Βασίλη Χατζηπαναγή στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι καθολική. Το φιλοθεάμον κοινό τοποθετεί τον "Βάσια" μεταξύ των καλύτερων ποδοσφαιριστών που έχουν περάσει από τη χώρα μας, ενώ δεν υπάρχουν και οι υπερβολές, οι συγκρίσεις δηλαδή ακόμα και με Πελέ και Μαραντόνα.

Το βέβαιο είναι ότι ο Χατζηπαναγής εκλέχθηκε από ψηφοφορία που διενήργησε η ΕΠΟ το Νοέμβριο του 2003 ως ο καλύτερος Ελληνας ποδοσφαιριστής των τελευταίων πενήντα χρόνων, στο πλαίσιο του εορτασμού των 50 ετών της ΟΥΕΦΑ.


Στις 14 Δεκεμβρίου του 1999 καταγράφηκε η... δεύτερη συμμετοχή του Βασίλη Χατζηπαναγή με την Εθνική Ελλάδας, όταν συμμετείχε σε φιλική αναμέτρηση προς τιμήν του με αντίπαλο την Γκάνα.



τέλος αντιγράφω μιά αντίστοιχη εμπειρία πρώτης επαφής με τον Χατζηπαναγή, του Γιώργου Καρρά όπως κατατέθηκε στο περιοδικό ΒΗΜΑGAZINO στις 11-11-2007.

Θεσσαλονίκη.
Χειμώνας του 1975. Βασική πηγή ενημέρωσης το κατηφές πρόγραμμα της ασπρόμαυρης και μοναδικής τότε κρατικής τηλεόρασης. Μέσα σ'ένα εξίσου θλιβερό ποδοσφαιρικό κλίμα, μιά είδηση που ήρθε από το πουθενά κατάφερε να εκτοξέυσει την εφηβική μου φαντασία (ήμουν 14 ετών) στα ύψη. Ερχόταν στον Ηρακλή, του οποίου ήμουν οπαδός, κόποιος ομογενής ποδοσγαιριστής από την ρωσία ονόματι "Χατζηπαναγής".
Κανέις δεν είχε ιδέα περί τίνος επρόκειτο. Ωσπου στην εφημερίδα "Θεσσαλονίκη" δημοσιεύτηκε μιά κακοτυπωμένη φωτοτυπία ενός άρθρου ρώσικου περιοδικού. Ανέφερε τους πέντε καλύτερους παίχτες κάθε θέσης που έπαιζαν το 1975 στο σοβιετικό πρωτάθλημα. Και τί έλεγε το άρθρο? Εδώ ήταν το απίστευτο!! Μεταξύ άλλων, ανέφερε τον "δικό"μας Χατζηπαναγή ως τον δέυτερο καλύτερο εξτρεμ στο πανίσχυρο σοβιετικό ποδόσφαιρο, με πρώτο βέβαια τον παγκοσμίως αναγνωρισμένο τότε Ολεγκ Μπλαχίν.
Τι λέτε ρε παιδιά? Κάτι δε πάει καλά. Κάτι σάπιο μου μυρίζει. Ακόμη θυμάμαι τον έμπειρο περί τα ποδοσφαιρικά πατέρα μου να λέει ότι μάλλον κάποια κομπίνα των δημοσιογράφων θα είναι, ποιός ξέρει για ποιούς λόγους. Οι εποχές δεν ήταν αθώες, ούτε και τότε. τα συμφέροντα πολλά.
Μ'αυτά και μ'αυτά λοιπόν, έφτασε η πρώτη Κυριακή, όταν στολισμένος με σημλαιες, κασκόλ και λοιπά συμπαρομαρτούντα συνόδευσα τον πατέρα μου στη Βέροια στον αγώνα πρωταθλήματος Ηρακλής-Ατρόμητος. Από κεκτημένη ταχύτητα και με βάση τις ως τότε εμπειριές μου δεν είχα και καμιά ιδιαίτερη προσδοκία. Στην καλυτερη περίπτωση να νικόυσε η ομάδα μου. Από πλευράς θεάματος δεν ήλπιζα, ούτε είχα παραστάσεις για να πειστώ ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι κάπως διαφορετικό. Κλωτσοπατινάδα μόνο και άγιος ο Θεός.
Οταν τον πρωτοείδα, ο νεαρός Χατζηπαναγής δεν μου γέμισε το μάτι. Χαρακτηριστι΄κη ήταν η αφύσικα λευκή 9σαν σεντόνι) επιδερμίδα του και το μακρύ σγουρόμαλλί του. Κατά τα άλλα τίποτε το ιδιαίτερο.
Ο αγώνας άρχισε και μαζί του και η γνωστή κλωτσοπατινάδα. Ωσπου πήγε η μπάλα στα πόδια του Ρώσου. Και ξαφνικά...το μπαμ! Ανάσταση! επιφόιτηση!Αποκάλυψη!Poetry in MotionΟ άνθρωπος "κεντουσε" Καλλιτέχνης με τα όλα του. Με μια μοναδική δεξιοτεχνία κατάφερνε να ντριμπλαρει τους πάντες και τα πάντα μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα ξερού γηπέδου.
Εμεινα άφωνος! Μαζί μου και όλο το γήπεδο. Το επανέλαβε μάλιστα αυτό το σόου δύο-τρεις φορές κατά τη διάρκεια του ματς. Ντρίπλες μαγικές που κανένας μας δεν είχα ξαναδεί. Θυμίζω οτι τα πράγματα ήταν διαφορετικά τότε.Αν σήμερα κάποιος γνωστός ή άγνωστος κάνει μια εξαιρετική ενέργεια στο άλλο άκρο της γης, θα το δούμε ίσαμε 10 φορές, από τα κανάλια και από το ιντερνετ.
Συνεπώς σήμερα τα έχουμε δει όλα. από τα μαγικά του Ροναλντίνιο ως τις φαντεζι ενέργειες του Ζιντάν. Εκείνη όμως την ημέρα οι ντρίπλες του Χατζηπαναγή με χτύπησαν στο μέτωπο σαν διαμαντένια σφαίρα και μ'αφησαν ενεό. Παραμιλούσα. Η φιγούρα του να χορεύει σάμπα, με τους αντιπάλους αμυντικούς να τα έχουν χαμένα, εντυπώθηκε βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Είδα το κάτι άλλο. Το απίθανο. Και είχα εθιστεί.

Η συνέχεια είναι γνωστή.Αν και πέρασαν αρκετά χρόνια, το τέλος τον δικαίωσε. Οχι οικονομικά και αγωνιστικά, αλλά τουλάχιστον ψυχολογικά. Πριν από τρία χρόνια μάλιστα ψηφίστηκε ο καλύτερος έλληνας ποδοσφαιριστής των τελευταίων 50 ετών. Οσο για μένα, δοξάζω την τύχη μου που στην πιό ενθουσιώδη περίοδο της ζωής μου-σαν να συνωμότησε το σύμπαν υπέρ μου-και αν και στην μικτή Ελλάδα, αν και οπαδός του "μικρού" Ηρακλή, απολάμβανα από κοντά κάθε Κυριακή ένα μοναδικό ποδοσφαιρικό φαινόμενο που αντίστοιχα σήμερα απολαμβάνουν μόνον όσοι είναι κάτοχοι εισιτηρίων διαρκέιας σε πόλεις όπως η Βαρκελώνη και το Μαντσεστερ..
και ξέρετε κάτι? Ο δικός μου παίχτης ήταν- συμφωνούν όσοι τον πρόλαβαν- πολύ καλύτερος!!
Τον ευχαριστώ ειλικρινά

Βάσια σ'ευχαριστούμε