Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Πρώτο Πλάκας. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Πρώτο Πλάκας. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Οκτωβρίου 02, 2024

Σωκράτης Μάλαμας (εξομολογητικά)

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα 1 άτομο, βιολί και κιθάραΓεννήθηκα το 1957 στη Συκιά Χαλκιδικής, στο τέρμα της Σιθωνίας. Ένα πανέμορφο χωριό με 5.000 κατοίκους χτισμένο πάνω στο τελείωμα ενός βουνού. Ήταν ένα μυθικό μέρος με παλιά σπίτια, αρχοντικά, διώροφα, τριώροφα και πέτρινα με ξύλινες βεράντες. Είχε ένα χρώμα ακαθόριστο, όσον αφορά τον χρόνο. Όταν βλέπω το χωριό μου, μου έρχεται στο μυαλό το 300 μ.Χ. Κάπως έτσι φαντάζομαι ότι θα ήταν οι κωμοπόλεις τότε στην επαρχία. > Οι γονείς μου ήταν αγρότες. Ο πατέρας μου ήταν περιστασιακά και ξυλοκόπος. Έκοβε και κατέβαζε πεύκα από τα ψηλά του βουνού με μουλάρια και άλογα. Έβγαζε ένα μεροκάματο της τάξης των 5 δραχμών. Σκέψου ότι με 5 δραχμές τότε αγόραζες 2 κονσέρβες Swan. > Όταν ήμουν πέντε ετών οι γονείς μου αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στη Γερμανία, στη Στουτγάρδη. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισα εκεί ήταν αρρωστημένη για ένα παιδάκι στην ηλικία μου. Ήταν σαν να ζωντανεύουν οι εφιάλτες που βλέπεις στα όνειρά σου. Ξαφνικά, από εκεί που ήμουν ένα με τη γη, βρέθηκα μέσα από ένα ταξίδι 45 ωρών με το τρένο στην καρδιά της βιομηχανικής Ευρώπης, ανάμεσα σε υψικαμίνους και ένα μολυσμένο ποτάμι με μαούνες να μεταφέρουν κάρβουνα από το πουθενά στο πουθενά. Μέναμε σε ένα διαμέρισμα μαζί με άλλες τρεις οικογένειες Ελλήνων, κάθε οικογένεια σε ένα δωμάτιο. Γρήγορα αρρώστησα βαριά για περίπου έναν χρόνο. Ο οργανισμός μου δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο κλίμα. > Στα 12 επιστρέφω στην Ελλάδα και κάνω τις δυο πρώτες τάξεις του γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, όπου έμενε η αδερφή μου. Στη Γ' Γυμνασίου πήγα σχολείο στον Άγιο Νικόλαo Χαλκιδικής. Ήμουν απείθαρχος μαθητής, άλλαζα συνέχεια σχολεία, έκανα αηδίες μέχρι που με έδιωξαν από όλα τα γυμνάσια της χώρας. Ευτυχώς, βρέθηκε μια θαυμάσια γυναίκα στο συμβούλιο των καθηγητών, στο γυμνάσιο του Αγίου Νικολάου, με υπερασπίστηκε και με ξαναπήραν την επόμενη χρονιά. > Όταν τελείωσα το σχολείο ξαναγύρισα στη Γερμανία. Θεωρούσα ότι ήταν μια νέα διέξοδος για μένα. Μπήκα κατευθείαν στο προκαταρκτικό εξάμηνο για ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος και έκατσα εκεί δυόμισι χρόνια, συνεχίζοντας παράλληλα τις μουσικές σπουδές που είχα ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη. Δεν με έπειθε, όμως, καθόλου το πανεπιστημιακό θέμα. Εγώ έπαιζα μουσική από μικρός. Δεν είχα βλέψεις να κάνω κάτι σπουδαίο. Μου άρεσε να διαβάζω αυτά που ήθελα εγώ, να βλέπω πίνακες ζωγραφικής, να παρακολουθώ θέατρο όταν είχα τη δυνατότητα. Μου άρεσε να μελετώ ποίηση. Στα 13 μου διάβαζα τον Τοίχο του Σαρτρ - φαντάσου πόσο μπορεί να δηλητηριαστεί ένα παιδί από τέτοια αναγνώσματα. Διάβαζα Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, θεατρικά, τη Δίκη του Κάφκα. Συγκλονιστικά αναγνώσματα. Βέβαια, έπεφτα μέσα σε ένα λαβυρινθώδες εσωτερικό περιβάλλον και πολλές φορές περνούσα μέρες ολόκληρες σε σιωπή. Σταματούσα να μιλώ, δεν επικοινωνούσα με το περιβάλλον και στο σχολείο αισθανόμουν ξένος. Ίσως ένιωθα και μια εσωτερική έπαρση. Μια υποκριτική ιδιότητα του ανθρώπου να ενστερνίζεται το εξωτερικό δράμα και να το κάνει δικό του. > Εκείνη την εποχή στη Γερμανία άκουγα όλο το κλασικό ρεπερτόριο. Led Ζeppelin, Rolling Stones, Creedence Clearwater Revival. Πηγαίναμε σε διάφορες κρατικές λέσχες νεολαίας όπου υπήρχε ασύδοτη ελευθερία. Μπορούσες να πιεις, να καπνίσεις, να γλεντήσεις, να κάνεις ό,τι θες, απλά υπήρχαν εκεί κοινωνικοί λειτουργοί που σε συμβούλευαν τι είναι καλό και τι όχι. Μετά άρχισαν να δημιουργούνται τα kelar, υπόγειοι, παράνομοι χώροι, όπου έδινες 2-3 μάρκα, σου έβαζαν μια σφραγίδα στο χέρι και γινόταν χαμός από κόσμο, χασίς και χάπια. Δοκιμάζαμε τα πάντα, γινόμασταν κουρούμπελα, χάναμε τον ορίζοντα από μπροστά μας, ενώ πολλά παιδιά έπαθαν και ζημιές. Ήταν κάτι σαν τα ρέιβ πάρτι που ήρθαν εδώ πολλά χρόνια μετά. > Μια χιονισμένη μέρα, πηγαίνοντας στη σχολή, βγήκα από το μετρό και αντίκρισα τα δυο παράλληλα κτίρια του πανεπιστημίου, που ήταν κάπως σαν τους δίδυμους πύργους. Αμέσως έκανα στροφή, γύρισα σπίτι, πήρα μια τσάντα με πέντε ρούχα, πήγα στον σταθμό του τρένου και γύρισα πίσω στην Ελλάδα. Στον σταθμό της Θεσσαλονίκης με περίμεναν κάτι φίλοι με το αυτοκίνητο να με πάρουν και να πάμε να πιούμε. Εγώ τους ζήτησα να πάμε να δω τη θάλασσα. Πήγαμε στην παραλία, κάτσαμε μισή ώρα και, καθώς φεύγαμε, στα 200 μέτρα μας χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ο διπλανός μου σκοτώθηκε και οι υπόλοιποι τρεις κομματιαστήκαμε. > Όταν έγινα καλά πήγα φαντάρος και μετά ξεκίνησα να δουλεύω στο Πόρτο Καρράς. Καθάριζα τζάμια και πατώματα, έκανα τον συνοδό στο λεωφορείο από το αεροδρόμιο, τον ταμία στο pool bar, δούλεψα στο λογιστήριο. Γρήγορα, όμως, αποφάσισα να φύγω και να κατέβω στην Αθήνα για να γραφτώ στο Εθνικό Ωδείο, στην πλατεία Βάθη. Είχα ακούσει το Βαγγέλη τον Ασημακόπουλο, τον Μπουντούνη και τον Μαυρουδή να παίζουν σε δίσκους και έλεγα «αυτοί είναι κιθαρίστες». Ξεκίνησα στο τμήμα του Ασημακόπουλου κι ενώ ήμουν καλός, η οικονομική ανάγκη με έκανε να αρχίσω να δουλεύω στα σκυλάδικα. > Το πρώτο σκυλάδικο που δούλεψα ως κιθαρίστας ήταν η Ιφιγένεια στη Συγγρού. Αυτά τα μαγαζιά ήταν πολύ underground τότε. Όλος ο υπόκοσμος και οι τραβεστί εκεί μαζεύονταν. Κάθε βράδυ υπήρχαν πολλή βία, ένταση και συναίσθημα. Το ξημέρωμα έπρεπε να γίνει κάποιος ξυλοδαρμός, κάνα μαχαίρωμα, να βγουν πιστόλια, κάποιος έπρεπε να δείξει τον ανδρισμό του, κάποιος έπρεπε να πάρει τον ρόλο της γυναίκας. Οι θαμώνες έπαιζαν περίεργους ρόλους. Η κατάσταση είχε μια συναισθηματική επίφαση κι ένα δράμα το οποίο ήταν ψευδές. Βέβαια, οι πρωταγωνιστές σίγουρα περνούσαν το δράμα τους. Οι θαμώνες, οι ακροατές, οι παρατηρητές, δεν καταλάβαιναν τίποτα, δεν μπορούσαν να καταλάβουν αυτό το έργο. Πέρασαν πολλά χρόνια για να κατανοήσω τον λόγο που οι άνθρωποι βασανίζονταν τόσο πολύ. Δεν γούσταρα καθόλου τη φάση. Όταν τελείωνα τη δουλειά, έπαιρνα τις 800 δραχμές του μεροκάματου και σκεφτόμουν ότι τώρα θα πάρω ένα ταξί, θα πάω σπίτι, θ' ανοίξω την μποτίλια του υγραερίου, θα βάλω πανιά στα τζάμια και δεν θα ξυπνήσω ποτέ. > Μετά, βρήκα απάγκιο στα νυχτομάγαζα της Πλάκας. Εκεί που ξεκινούσαν με δημοτικά και κατέληγαν σε Διονυσίου. Τότε, κάπου μεταξύ '81 και '83, ο κόσμος έβγαινε στην Πλάκα όπως πηγαίνει τώρα στην παραλία το καλοκαίρι. Δούλευα στον Άτταλο, στον Κρητικό, στου Μοστρού, στη Λητώ. Όλα τα προάστια ξεχύνονταν εκεί με τα καλά τους για να δείξουν οι κοπέλες την ομορφιά τους και οι άντρες τη μαγκιά τους. Κι εκεί γίνονταν φασαρίες. Όχι όπως στο σκυλάδικο, όμως. Εκεί τραγούδαγα κιόλας. Έλεγα βαριά λαϊκά. Είχα το ταμπεραμέντο, είχα και το ρεπερτόριο από μικρός στο σπίτι. Άκουγα Καζαντζίδη, Διονυσίου, Μπιθικώτση, όλους τους λαϊκούς τραγουδιστές, αλλά και τους ρεμπέτες, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη και τους υπόλοιπους. Με το τραγούδι ανέβαινε και το μεροκάματό μου. Από τις 800 δραχμές που έπαιρ- να έφτανα στις 1.800. Αλλά μετά δεν μπορούσα να δουλεύω μέχρι τα ξημερώματα και να έχω εξεταστική το πρωί στο ωδείο. Έτσι, μετά από τρεισήμισι χρόνια τα μάζεψα και γύρισα στη Θεσσαλονίκη. > Έπιασα δουλειά ως δάσκαλος στο Ωδείο Βορείου Ελλάδας, αλλά έπαιρνα έναν μισθό της πείνας. Όταν σε κυνηγάει ο λυσσασμένος σκύλος της ανάγκης, δεν υπάρχει καμιά ρομάντζα γύρω. Όλα είναι επιβίωση. Αν ήμουν μόνος μου εντάξει, αλλά υπήρχε και το παιδί μου, που άρχισε να μεγαλώνει, και η γυναίκα μου. Η ζωή μου ήταν πολύ αλήτικη για να μπορώ να είμαι προσηλωμένος οικογενειάρχης, αλλά, παρ' όλα αυτά, έπρεπε να στρέψω την προσοχή μου σ' αυτούς τους ανθρώπους. Άρχισα να δουλεύω πάλι σε μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη, έγραφα μόνος μου τραγούδια για να ξεφεύγω από όλο αυτό το πράγμα που δεν μ' άρεσε καθόλου. Μετά άρχισα να παίζω τα δικά μου κομμάτια σε μικρούς χώρους και τότε με πρόσεξε ο Νικόλας ο Παπάζογλου. Με ρώτησε για τα τραγούδια μου, έδειξε ενδιαφέρον και μου είπε να μπω στο στούντιο να τα ηχογραφήσω. Εγώ δεν είχα ιδέα από στούντιο. Φεύγαμε στις 7 το πρωί μεθυσμένοι από το μαγαζί μαζί με τον ηχολήπτη και πηγαίναμε στο στούντιο, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι αυτό που τραγουδούσα δεν έστεκε τονικά. > Οι πρώτες μου εμφανίσεις ήταν με πολύ λίγο κόσμο, αλλά εγώ το θεωρούσα δώρο. Για μια πενταετία ζούσα χωρίς χρήματα. Έκανα ενδιάμεσα κάποιες εμφανίσεις σε μερικά μπαράκια σε νησιά, μάζευα κάποια χρήματα από εκεί και μετά έκλεινα δουλειές για να παίζω τα δικά μου πράγματα. Πήγαινα τρεις μήνες στη Σίφνο, μάζευα 15.000-20.000 δραχμές όταν το ενοίκιο είχε 3.000. Ήταν τόσο μεγάλο το πάθος να βγω να παίξω ή να γίνω δημοσίως χάλια, που αυτό το πράγμα υπερέβαινε όλες τις ανάγκες μου. Ήμουν 48 κιλά, ποτέ δεν πήρα σάρκα πάνω μου. Ήταν μια περίοδος εξαιρετικά έντονη και όμορφη και μεγαλειώδης. Όταν κοιτάζω πίσω βλέπω ότι αυτή η περίοδος μπορεί να ήταν μια σκοτεινή τρύπα, μια μαύρη τελεία μέσα στη ζωή μου, αλλά ήμουν απολύτως λειτουργικός, εξαναγκασμένος, και ταυτόχρονα επιζητούσα πάση θυσία την έκσταση μέσα από την εργασία μου και την επιμονή μου. Έβρισκα τροφή στα κομμάτια μου, όταν έγραφα μια μελωδία δεν χρειαζόταν να φάω ούτε να πιω. Ζούσα από αυτό το πράγμα, όπως ζω και τώρα. Απλά τώρα έχω βάλει μια απόσταση ανάμεσα σ' αυτό και στον νου και την καρδιά μου. Είμαι κάποια μέτρα μακριά από τότε. Αυτό το φέρνουν η ηλικία και η αποχώρηση από το πεδίο δράσης και βολής. > Τίποτα δεν με ωθεί να γράψω τραγούδια. Εκεί που πίνω κρασί με τους φίλους μου ή κάνω βόλτες με πιάνει κάτι που με κάνει να στριμωχτώ, να καθίσω σε μια γωνιά και να ασχοληθώ μόνο με αυτό. Είναι όπως μπαίνεις σε ένα λιβάδι την άνοιξη και βλέπεις και τσουκνίδες και μαργαρίτες. Ελπίζω να μην έγραψα μόνο τσουκνίδες στη ζωή μου. > Πριν από είκοσι χρόνια έγραψα το «Πάμε να φύγουμε», που έλεγε «Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη, όλα ξηλώθηκαν, μείναμε μοναχοί άνθρωποι, σπίτια και φωνές». Αυτό το τραγούδι έγινε πραγματικότητα πριν από δέκα χρόνια. Σηκώθηκα κι έφυγα από τις πόλεις, πήγα σε ένα χωρίο στην Πίνδο. Στις πόλεις κατανάλωνα τη ζωή μου περισσότερο στο να «βλεπόμαστε» και όχι στο να κάνω αυτό που θέλω. Τώρα χρειάζομαι νηφαλιότητα, ησυχία και γαλήνη. Μου αρέσει να πηγαίνω με τα παιδιά μου βόλτα στα βουνά, μου αρέσουν η ησυχία και το άγνωστο σε κάθε μου βήμα. Μου αρέσει να ξαπλώνω κάτω στο χώμα και να λέω μια προσευχή. > Έχω διδαχθεί από πολλούς καλλιτέχνες. Από τον Τούντα και τον Μπαχ, από τον Τσιτσάνη και τον Μότσαρτ, από τον Βαγγέλη Παπάζογλου και τον Χάιντν, από τον Νίκο Παπάζογλου και τον Τσικ Κορία, από τον Γαβαλά και την Ίμα Σουμάκ. Αλλά μέχρι και Lady Gaga ακούω, γιατί ακούνε και τα παιδιά μου. Τώρα τελευταία όμως το έχω γυρίσει στην τζαζ. Ακούω αυτούς τους παράφρονες ανθρώπους. Αν δεν είσαι μουσικός, θα πρέπει να είσαι η μετενσάρκωση μουσικού για να ερμηνεύσεις τα έργα τους. > Είμαι πατέρας τεσσάρων παιδιών. Τα παιδιά σε κάνουν να βγάζεις και το θηλυκό χρώμα σου. Δεν είναι εύκολο να το παραδεχτεί ένας άντρας αυτό, αλλά όταν τα παιδιά σου σε κοιτάζουν στα μάτια είναι πολύ εύκολο να αλλάξεις ρόλο και να μπεις σε αυτόν της μητέρας. > Όταν με ρωτάνε αν θέλω να γυρίσω τον χρόνο πίσω, απαντώ όχι, γιατί δεν θέλω να χάσω τα δώρα που μου έχει χαρίσει ο χρόνος. Να γίνω 20 χρόνων και να καίγομαι; Για ποιο λόγο; Όσοι θέλουν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω είναι επειδή δεν έζησαν ή δεν τους επιτράπηκε να ζήσουν όπως ήθελαν. Αν λες σε ένα παιδί να συγκρατηθεί, μπορεί και να κλείσει τελείως τις μηχανές του, να μην τις ανοίξει ποτέ μέχρι τα 80 του, και τότε να γίνει ένας ηλικιωμένος που θέλει να ζήσει από την αρχή τον έρωτα της ζωής του. > Δεν μπορώ να κρατήσω άλλο μέσα μου τη μυθολογία της κραιπάλης και της καταστροφής, αλλά δεν έχω κάνει ακόμα τον κύκλο στη ζωή μου και μπορεί να με πιάσει καμιά τρέλα και να ξανακατέβω στην Αθήνα. Μπορεί στα γεράματά μου να θέλω να ζήσω στα Εξάρχεια. Μου αρέσει αυτή η περιοχή που έχει νεολαία, φασαρίες και μπάχαλο. > Τα ταξίδια δεν είναι στους τόπους, τα ταξίδια είναι εδώ. Έχω φύγει από το μπαρ της Γωγώς στον Νέο Κόσμο μια Κυριακή στις 7 το πρωί και περπατώντας προς το Κουκάκι ένιωσα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Σχεδόν κάθε μέρα μου είναι ένα ταξίδι και θέλω το ταξίδι μου να είναι ανεπανάληπτο. > Δεν είμαι υπέρ των παιδιών που αρπάζουν μια πέτρα και σπάνε τις βιτρίνες. Αυτό δυναμώνει ακόμη περισσότερο την ήδη υπάρχουσα άσχημη κατάσταση. Το όνειρο γίνεται πιο δραματικό και άσχημο. Και το άσχημο δεν φέρνει εξιλέωση. Εξιλέωση είναι η γνώση ότι αυτοί οι ίδιοι που σηκώνουν την πέτρα και σπάνε το κεφάλι του άλλου ή το τζάμι, αυτοί οι ίδιοι είναι το απόλυτο φως, η απόλυτη γνώση. Γι' αυτό πρέπει να γυρίσουν και να κοιτάξουν τον εαυτό τους. Δεν υπάρχουν εχθροί εκεί έξω, οι εχθροί είναι σύμβολα. > Ανησυχώ ιδιαίτερα για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα, με όλα αυτά τα πλήθη των απελπισμένων ανθρώπων που μου θυμίζουν το κομμάτι του Σαββόπουλου που έλεγε: «Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις / όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα / παράγκα, παράγκα, παράγκα του χειμώνα / κι εσύ μιλάς σαν πτώμα / Ο λαός,ο λαός στα πεζοδρόμια κουλούρια ζητάει και λαχεία / κοπάδια, κοπάδια, κοπάδια στα υπουργεία / αιτήσεις για τη Γερμανία». Αυτό ακριβώς ζούμε και τώρα. Κάνουμε κυκλικές κινήσεις και πέφτουμε πάνω στα χνάρια μας. Θα κάνουμε ό,τι ωραιότερο και υψηλότερο μπορούμε για να μπούμε σε μια διαφορετική κατάσταση, θα ονειρευτούμε έναν κόσμο ιδανικό, θα μάθουμε ξανά να ονειρευόμαστε. Θα γίνουμε σοβαροί ονειρευτές, όχι κωλόπαιδα. Θα πάρουμε την ευθύνη των πραγμάτων. Είμαστε υπεύθυνοι για το έργο ή δεν είμαστε; Θα πορευτούμε με τον διπλανό μας ή όχι; > Μπορεί να λέω ότι δεν θα αποχωρήσω ποτέ από το τραγούδι, άλλα αυτό είναι ψέμα. Δεν μπορείς να παίζεις εσαεί. Τώρα έχω τη βιολογική και συναισθηματική δύναμη να το κάνω, αλλά μερικές φορές, όταν ανοίγεται μπροστά μου μια παράδοξη κατάσταση, πιο πολύ με ελκύουν το άγνωστο και η παραίτηση από την προηγούμενη εργασία μου, παρά η μουσική και το τραγούδι. > Η αγάπη περισσότερο εκπέμπεται από εμάς προς τον κόσμο και όχι το αντίστροφο. Και η ειρωνεία είναι ότι όλοι ζητάμε την αγάπη. Ενώ στην ουσία εμείς οι ίδιοι είμαστε η αγάπη, εμείς είμαστε η ελευθερία, εμείς είμαστε η αλήθεια, από μας εκπορεύονται όλα αυτά. Είναι βασικά, ουσιαστικά συστατικά της ύπαρξης. Εάν δεν τα έχουμε αυτά, να πάμε να γαμηθούμε, να βυθιστούμε στο τίποτα. > Τώρα πια είμαι πιο διαλλακτικός. Η κατανόηση είναι πρωτεύον στοιχείο. Δεν μετράς τους ανθρώπους με μεζούρα, αρχίζεις και τους δέχεσαι κι αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο που στο φέρνει ο χρόνος. > Ο χρόνος δεν με πιέζει. Ίσα ίσα μου δημιουργεί τη λαχτάρα του τέλους. Οι ψευτολάτρεις της ψευδοπραγματικότητας δεν έχουν να χάσουν τίποτα, εάν δε συνεχιστεί το έργο. > Δεν νοσταλγώ τίποτα κι ούτε πρόκειται. Ίσως να νοσταλγώ το μέλλον. Πηγή: www.lifo.gr

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2012

ΑΝΑΦΙΩΤΙΚΑ. Τα πρώτα " αυθαίρετα " των Αθηνών


Οι περιπέτειες της Πλάκας (πλάκου Αθήνα = Παλιά Αθήνα, στ’ αρβανίτικα) και των κατοίκων της στους νεώτερους χρόνους, αρχίζουν στα 1827, όταν ο Κιουταχής καταλαμβάνει την κατεστραμμένη απ’ τις σκληρές μάχες Αθήνα και, στις 24 του Μάη, την Ακρόπολη. Οι κάτοικοι καταφεύγουν (ακριβώς όπως και στα χρόνια των Περσικών πολέμων) στην Αίγινα, στον Πόρο και την Κούλουρη (Σαλαμίνα). Επιστρέφουν στον τόπο τους μετά τις 3 Φλεβάρη 1830, την ημέρα δηλ. που υπογράφηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ο πληθυσμός της Αθήνας ήταν τότε 4.000 ψυχές περίπου.

Το πρώτο σχέδιο της νέας πόλης (που δυστυχώς ποτέ δεν εφαρμόστηκε) συντάχθηκε από τους Κλεάνθη – Schaubert στα 1833, όταν η Αθήνα ορίστηκε πρωτεύουσα του νέου κολοβού κράτους. Τοπικά μικροσυμφέροντα και η αδυναμία αποζημιώσεων δεν επιτρέπουν την εφαρμογή αυτού του σχεδίου που εκφράζει βέβαια τις προσδοκίες και τις ελπίδες της ανερχόμενης τάξης των αστών και των εμπόρων. Έτσι η τότε Κυβέρνηση επιβάλει την πρώτη αναστολή οικοδομικών εργασιών και αναθέτει στον fon Klentze την αναθεώρηση του αρχικού σχεδίου. Η μελέτη τελειώνει στα 1835, το νέο ρυμοτομικό εγκρίνεται και οι οικοδομικές εργασίες αρχίζουν με ένταση, κυρίως, στην περιοχή της Πλάκας, αλλά και προς τις νέες περιοχές των Ανακτόρων, Ερμού, Πανεπιστημιού και Σταδίου ως την Κλαυθμώνος. Ξένοι περισσότερο αλλά και έλληνες αρχιτέκτονες, εργολάβοι, τεχνίτες και εργάτες πάντοτε ντόπιοι κι απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, συμβάλλουν στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας.

Στην Πλάκα, απ’ τα πριν την απελευθέρωση χρόνια, ελάχιστα κτίσματα είχαν σωθεί και έτσι η περιοχή στα σύνολα της, καθώς μάλιστα ανοικοδομήθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα, παρουσιάζει σήμερα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ενότητα μορφολογικού χαρακτήρα. Αλλά μόνο στα κτίρια της. Όχι όμως και στην πολεοδομική της συγκρότηση, που αντίθετα, βασίζεται στην παλαιότερη, των χρόνων της Τουρκοκρατίας, ρυμοτομία και πολεοδομική γενικώτερα οργάνωση. Η Πλάκα λοιπόν δεν είναι καθόλου «αντιπροσωπευτική» και τυπικά «νεοκλασική» γειτονιά της Αθήνας. Και αυτό είναι φυσικό, αφού με την όλη αρχιτεκτονική της έκφραση μας δίνει την εικόνα μιας κοινωνίας που δεμένη ακόμα με το μεσαιωνικό της παρελθόν (παραγωγικά, οικονομικά, κοινωνικά) αρχίζει να φοράει το ένδυμα της μεταλλαγής και της μελλοντικής της συγκρότησης.

Ταυτόχρονα στις ΒΑ περιοχές της Πλάκας, στη ρίζα του βράχου της Ακρόπολης όπου η κλίση είναι μεγάλη και ο τόπος δύσβατος και ακατάλληλος γενικά για την ανάπτυξη μιας αστικής γειτονιάς, εγκαθίστανται πολλοί απ’ τους μαστόρους που εργάζονται για την οικοδόμηση των ανακτορων του Οθωνα (1847), αλλα και αλλων κτιριων της πρωτεύουσας, δημιουργώντας μια «αυθαιρετη» συνοικια. Επειδή στην πλειοψηφία τους προέρχονται από την Ανάφη (το άγονο νησί – γνωστό τόπο εξορίας), ο συνοικισμός παίρνει την ονομασία: «τα’ Αναφιώτικα». 
Το συγκεκριμένο σημείο στη Πλάκα ήταν άδειο γιατί ο θρύλος λέει πως το μαντείο των Δελφών είχε δώσει εντολή να μη κατοικηθεί το συγκεκριμένο σημείο. Πρόσφυγες από τον πελοποννησιακό πόλεμο είχαν εγκατασταθεί εκεί και αργότερα επί τουρκοκρατίας εργάτες από την Αιθιοπία βρήκαν καταφύγιο στις σπηλιές.
Ως πρώτοι οικιστές αναφέρονται ένας ξυλουργός (Γ. Δαμίγος) και ένας κτίστης (Μ. Σιγάλας) από την Ανάφη, ενώ το παράδειγμά τους ακολούθησαν αργότερα κι άλλοι συμπατριώτες τους, οικοδομώντας με τη σειρά τους τα σπίτια τους εκεί, λαθραία μεν αλλά με την ανοχή προφανώς των αρχών, κυρίως κατά την περίοδο της έξωσης του Όθωνα και της μεσοβασιλείας (1863). Παράλληλα, οι δύο ερειπωμένες παλιές εκκλησούλες της περιοχής, ο Άγιος Γεώργιος του Βράχου και ο Άγιος Συμεών, αναστηλώθηκαν, διασκευάστηκαν και απέκτησαν νεόκτιστα καμπαναριά (ο δεύτερος το 1847). 
Ο όλος χαρακτήρας του και με την πολεοδομική του συγκρότηση με τον αρχιτεκτονικό γενικά χαρακτήρα των κατοικιών θυμίζει έντονα την νησιώτικη προέλευση των οικιστών του. Δεν είναι περιοχή εργατική. Είναι ο τόπος εγκατοίκισης των εξειδικευμένων τεχνιτών (πελεκάνων – μαρμαράδων – χτιστών κ.α.) που εργάζονται σχεδόν πάντοτε οργανωμένοι σε ομάδες (κομπανίες).
Πρόκειται πραγματικά για μια μικρογραφία νησιού του Αιγαίου μέσα στην καρδιά της Αθήνας, όπου συναντάς ακόμα ασβεστωμένες αυλές, χρωματιστά παραθυρόφυλλα και βουκαμβίλιες.
Ο οικισμός κατάφερε να επιζήσει σχεδόν αναλλοίωτος μέσα στο χρόνο αν και η περιοχή διέπεται από ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και ασαφές νομικό πλαίσιο.
Περπατώντας στον οικισμό διαπιστώνεις ότι αυτός συντίθεται από στοιχεία του παρελθόντος. Ιωνικά λείψανα, κεραμικά πλακίδια νεοκλασικών σπιτιών συμπληρώνουν ένα συνοθύλευμα εικόνων και αναμνήσεων.
Η οίκηση παρέμεινε σχεδόν αμιγής μέχρι το 1922, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν Μικρασιάτες πρόσφυγες και έκτοτε η σύνθεση του πληθυσμού άλλαξε σημαντικά. Περί το 1950, ένα τμήμα της συνοικίας κατεδαφίστηκε στο πλαίσιο αρχαιολογικών ανασκαφών, ενώ στα 1970 πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες απαλλοτριώσεις από το Υπουργείο Πολιτισμού. 
Σήμερα εναπομένουν περί τα 45 σπίτια, που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι οφιοειδείς οδοί της περιοχής που οριοθετείται μεταξύ της οδού Στράτωνος και του βράχου της Ακρόπολης, εξακολουθούν να παραμένουν ανώνυμοι και οι οικίσκοι αριθμούνται ως "Αναφιώτικα 1, 2" κ.τ.λ.

Ανάρτηση του Κωνσταντίνου Κατσαρου απο την ομάδα του Facebook 
http://www.facebook.com/groups/107446506033882/

Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2009

Εκείνο το Καλοκαίρι ...

Μιά καλή μου φίλη προχθές μου ανέφερε ότι όντας μόνη, πήρε τους δρόμους της Αθήνας και με την κάμερά της περιπλανήθηκε στις περιοχές κοντά και γύρω απ'την παλιά πόλη. Γιά άλλη μιά φορά όπως μου είπε ένοιωσε τη σαγήνη της "Αιώνιας αγαπημένης" της Ακρόπολης των Αθηνών! Αλλά και της δικιάς μου.

Και δεν θα ήταν αφορμή αυτό να γράψω τούτες τις αράδες αν δεν σας αποκάλυπτα ότι παρ'όλη τούτη της "σχέση αγάπης" δεν είχα ποτέ επισκεφθεί το αιώνιο μνημείο. Μέχρι το 2004.
Μεγαλώνοντας από μικρός και περνώντας τα μισά μου μαθητικά χρόνια στο Α Γυμνάσιο Αρρένων της Πλάκας, ο ιερός βράχος είχα άλλη σημασία για μένα. Υπήρξαν επισκέψεις σαν σχολείο, σαν εκπαιδευτική εκδρομή, αλλά εγώ ήμουνα πάντοτε απών.
Ο λόγος καθαρά ανώτερος. Αδύνατον να σκαρφαλώσει ένα άτομο ανάπηρο και ειδικά όταν μετακινείται με αναπηρικό καροτσάκι. Και έτσι παρέμενα στην τάξη μελετώντας ή γύριζα στο σπίτι με ένα κρυφό πόθο και ένα όνειρο, ζωής. Κάποτε να αγναντάψω την Αθήνα από το σημείο ακριβώς εκείνο που την έβλεπαν και οι Αρχάιοι Αθηναίοι, από το σημείο που αποκαθήλωσαν την Γερμανική σημαία οι γενναίοι πατριώτες της Κατοχής, από το σημείο όπου έβλεπαν οι πολιορκημένοι τα καράβια τοθ Μοροζίνη.
Ποτέ δεν έπαψα να επισκέπτομαι την γειτονιά του παλιού μου σχολείου, την Αδριανού, το Θησείο, το Ηρώδειο (που τώρα έχει γίνει απόλυτα προσβάσιμο) με τις παραστάσεις στα πλάισια του φεστιβάλ Αθηνών, τα τελευταία χρόνια. Και πάντοτε, μα πάντοτε ένοιωθα αυτή την ενέργεια τη θετική και την γλυκειά βαρύτητα της σκεπης του παντοτινού Ναού των Ναών!!
Στο Θησείου στο στέκι μου στη γωνία στο "Αθηναίων Πολιτεία" σούρουπο πριν μαυρίσει ο ουρανός, πριν ακόμα τον φωτίσουν οι προβολείς, ο Παρθενώνας έκπέμπει την δική του λάμψη μέσα από το ενεργειακό του πεδίο για όποιον έχει την δεκτικότητα για να το νοιώσει. Τότε είναι που σιγά σιγά η βουή του πλήθους των Αθηναίων και των τουριστών, η φασαρία των μηχανών, αρχίζουν να εξαφανίζονται από την ακοή σου και η ελαφριά αύρα της θάλασσας του Σαρωνικού σε φέρνει σε άλλες εποχές.
Και όμως παρ'όλα αυτά δεν έιχα μπορέσει ακόμα να βρεθώ πάνω εκεί.

Καλοκαίρι 2004. Το μαγικό καλοκαίρι. Πρωταθλητές Ευρώπης στο ποδόσφαιρο με την Εθνική, Μαγικοί Ολυμπιακοί και Παρα ολυμπιακοί μετά. Γιά μένα όμως και για έναν ακόμα προσωπικό λόγο που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω. Η ανάβασή μου.... ΕΚΕΙ

Ο τρόπος είχα ανακοινωθεί κάποιους μήνες πριν, μετά την τοποθέτηση ειδικού αναβατωρίου στη πιό ομαλή κλίτυ του βράχου από την μεριά του Θησείου. Η διαδικασία κατόπιν τηλεφωνικού ραντεβού. Ο λόγος ήταν ότι το αναβατώριο τον χρησιμοποίησαν χιλιάδες εμποδιζόμενοι τουρίστες εν'όψει μεγάλου Αθλητικού γεγονότος. Και άλλοι σαν και μένα λοιπόν που ήλθαν από την άλλη άκρη του κόσμου να προσκυνήσουν το μνημείο σύμβολο.
Φτάνουμε την καθορισμένη ημέρα ένα ηλιόλουστο απόγευμα με ελαφρό δροσερό αεράκι και με πεντακάθαρη ατμόσφαιρα. Νοίωθω μιά περίεργη αγωνία και έξαψη από νωρίς. Η αετίνα μου έχοντας επισκεφθεί μόνη της την Ακρόπολη είναι πολύ ενθουσιασμένη που θα πάμε επι τέλους μαζί αλλά συνάμα και πολύ συγκινημένη.
Ενας μηχανικός νόμος της φυσικής λέει ότι όσο μιά μετακίνηση γίνεται αργότερα είναι και περισσότερο ασφαλής. Θέλω να πω με αυτό ότι τα αναβατώρια (γιατί δύο ήταν τελικά) κινούνταν κάθετα και με πολύ αργή ταχύτητα. Ολα ήταν εξωτερικά του βράχου ώστε να μην πειραχθεί ούτε ένα πετραδάκι. Κλειστό κλουβί, πατάω το κουμπάκι. Οι άνθρωποι οδηγοί με ρωτούν αν νοιώθω ναυτία ή κλέιστοφοβικότητα. (Πού να ξέρουν ότι έχουν να κάνουν με έναν σταυραετό ¨-) Εγώ άλλου έχω το μυαλό μου. Είναι ευγενέστατοι. Αρχίζει αργά αργά η ανάβαση μέχρι το πρώτο πλάτωμα του βράχου, όπου με περιμένει ένας άλλος οδηγός και με τοποθετεί σε ένα παράπλευρο κουβούκλιο για να συνεχίσουμε. Ξεκινάω μόνος και πάλι. Κοιτάω κάτω και βλέπω την Πλάκα, την Αδριανού, το Μοναστηράκι, την Αθηναίων πολιτεία.... Με την άκρη του ματιού μου πιάνω τις ρίζες των τειχών που με πλησιάζουν.
Σε λίγο φθάνω και μέχρι να ανεβάσουν και την αετίνα μου με περιμένει και ο τρίτος οδηγός. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο ευρύχωρος είναι πάνω εκεί ο χώρος. Ερεχθείο, καρυάτιδες, πρόναος, ζωοφόρος, κυριώς ναός, όλα βρίσκονται μπροστά μου. Ανατριχιάζω και κοιτάζω σαν χαζός ,σαν παιδί πρωτόβγαλτο δεξιά αριστερά, αλλά δεν με νοιάζει. Δεν είναι δυνατόν μου φαίνεται σαν ψέμα. Ο απογευματινός ήλιος δημιουργεί υπέροχες αναγλυφότητες στα θαυμάσια γλυπτά και τις κολώνες, ενώ μακραίνει τις σκιές. Οι Καρυάτιδες αισθησιακότερες από ποτέ!!
Φθάνει και η αετίνα και αρχίζουμε τη περιπλανηση. τραβάμε φωτογραφίες. Εχουν διαμορφώσει ένα υποτυπώδες μονοπατάκι αλλά δεν είναι πολού έυκολη η μετακίνηση. πρέπει να προσέχουμε να περνάμε ανάμεσα από τους φυτευτούς βράχους. Είναι όμως η πιό αγαπημένη ανώμαλη και που δεν βαρυγκόμησα, διαδρομή της ζωής μου.
Κάθε λίγο σταματάμε και κοιτάμε την Αθήνα προσπαθώντας να αναγνωρίσουμε περιοχές, ενώ ταυτόχρονα το μυαλό μου πετάει στον Χρυσό αιώνα του Περικλή.

σε λίγο νά μπροστά και το παλιό Μουσείο. Ειδικό αναβατώριο και εκεί να κατέβω λίγο. Ολα τέλεια!! Το όνειρο συνεχίζεται μέσα στο Μουσείο με όλα τα θαυμαστά και δεν μπορώ να μην σκεφθώ πως θα είναι όταν πάρουμε πίσω αυτά που μας έκλεψαν.
Συνέχεια μετά από μία και πλέον ώρα, πάλι έξω στον βράχο, μέχρι που ήλθε η ώρα να φύγουμε.
Αρχισα να κατεβάινω σούρουπο πιά με μιά ανείπωτη χαρά. Μιά πληρότητα!
εμαθα ότι το αναβατώριο δεν καταργήθηκε μετά τους ολυμπιακόυς απλά θα λειτουργήσει σε πιό μόνιμη μορφή μετά την ανακαίνιση και συντήρηση όλου του Μνημείου.
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα είμαι από τους πρώτους που θα ανέβει και πάλι.
Γιά το 2009 σκοπός μου και μιά επίσκεψη στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης.

Ηταν τελικά μαγικό εκείνο το Καλοκαίρι του 2004 ...!!!

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2007

Η τάξη του 1978 (σχέδον 30 χρόνια μετά)

Ετος αποφοίτησης από το Πρώτο Πλάκας-σωτήριον-1978.

Σχεδόν 30 χρόνια πριν. Αλλη εποχή, άλλα παιδιά τα τότε, αλλιώς μεγαλωμένα. Μεγάλη διαδρομή έχουμε τραβήξει από τότε ο καθένας μας, αλλά εμένα εκείνα τα χρόνια της δικιάς μου αθωότητας είναι προσεκτικά κρυμμένα βαθιά μέσα μου και πάντα αναπολούσα και αναρωτιόμουνα τι να γίνονται όλα εκείνα τα παιδιά, πώς να είναι, αν έχουν αλλάξει, αν ζουν καλά ,και τόσα άλλα. Αν βρισκόμουνα με κάποιον έστω και για λίγο πόσα δεν θα λέγαμε. Το πιθανότερο να διατηρούσαμε επαφή τακτικότερη από εδώ και μπρος. Θα κάναμε δηλαδή αυτό που δεν κάναμε τότε. Γιατί τότε τελειώνοντας κάπου μέσα μας θεωρούσαμε ίσως ότι θα ήταν δεδομένη η επαφή μας και μακριά από τα θρανία. Πόσο όμως γελαστήκαμε!!
Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα από μήνες έως μερικά χρόνια, ο καθένας μας έχοντας τραβήξει το δρόμο του μέσα σε νέους κύκλους γνωριμιών, φίλων ,σχέσεων, γάμων και προβλημάτων, έθαψε τις παλιές φιλίες.
Ομως, να που εδώ και ένα περίπου μήνα ο μοναδικός μου φίλος από τότε που διατηρώ σε επαφή με πήρε και μου είπε, ότι κάποιος άλλος που έιχε φύγει για μεγάλο διάστημα στην Αμερική, γυρνάει αυτό το καλοκαίρι (δεν ξέρω άλλες λεπτομέρειες) και έχοντας την ίδια κρυφή νοσταλγία θέλει να μαζέψει όσους πιό πολλούς μπορέσει από την τάξη του 1978, -του δικού μας τέλους Εποχής.
Κάπου έχω και εγώ κάποια τηλέφωνα νομίζω να ψάξω να ανακοινώσω την συνάντηση 30 χρόνια μετά. Εχει κανονιστεί σε μαγαζί στου Ψυρρή στις 25 Αυγούστου.
Αν και μπορεί να λείπω στο εξωτερικό να κοιτάξω να γυρίσω κανα δυό μέρες νωρίτερα και να μπορέσω να είμαι. Θα λυπηθώ αν δεν είμαι, αλλά αν δεν μπορέσω τελικά τουλάχιστον θα ελπίζω για την επόμενη που είμαι σίγουρος οτι θα γίνει του χρόνου.

Τέλος πάντων δεν είναι εκεί το θέμα
Το Θέμα έχει να κάνει ότι ο φίλος μου βρήκε το τηλέφωνο κάποιου από εκείνη την τάξη-Φαρμακοποιός (συνάδελφος δηλ) σε ακριβό παραλιακό προάστειο.
Τον παίρνει λοιπόν για να του το ανακοινώσει.
-Εε Μμμ να δούμε, δεν θυμάμαι κανέναν τόσα χρόνια μετά, που να τρέχεις! δεν θα είναι όλοι από το τμήμα μου....
...και άλλα τέτοια μασήματα, χωρίς ίχνος ενθουσιασμού και στο τέλος μου λέει το φιλαράκι ισα που δεν τούκλεισε και το τηλέφωνο.

Λες και το ζητούμενο θα ήταν τα παιδιά του ίδιου τμήματος, ή η τάξη μιάς ολόκληρης αποφοίτησης ενός συγκεκριμένου ιστορικού σχολείου, ή αν θυμάται λεπτομέρειες η κούτρα του.
Θα τα θυμόταν όλα σιγά σιγά!!

Τουλάχιστον θα μπορόυσε πιό κομψά να πει ότι θα έλειπε διακοπές ή ότι θα προσπαθούσε παρόλα αυτά.
Ο κύριος συνάδελφος όμως που ασκεί ένα κοινωνικό λειτούργημα περί την Υγείαν, και που απαιτεί ιδιαίτερες ευαισθησίες, φαίνεται ότι έχει σβήσει οριστικά το παρελθόν του και ασχολείται μόνο με το ευήμερο παρόν, μιάς άλλης αλλοτριωμένης εποχής.

Αλλοι ψάχνουν από την ξενιτειά το παρελθόν τους με μεγαλύτερη λαχτάρα από εμάς, και άλλοι δεν θέλουν ούτε καν να το θυμούνται.

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2006

για την Παιδεία και κάτι σε σχέση από το παρελθόν

Οι τελευταίες γραμμές των σχολίων της επικαιρότητας του έξοχου Παπαδόπουλου-Τετράδη στη σημερινή Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία ήταν η αφορμή να γυρίσει τη μνήμη μου πίσω στα γυμνασιακά μου χρόνια. θα αναφερθώ μετά αφού παραθέσω το σχόλιο για την παιδεία του φίλτατου Τετράδη.

για να λέμε τα πράγματα με τ'όνομά τους, όταν πήγαινα σχολείο, από τους 10 καθηγητές είναι ζήτημα αν 2-3 ήταν αξιόλογοι. Οι υπόλοιποι ήταν από ανεπαρκείς, μέχρι νούμερα.Κι αυτό δεν συνέβαινε μόνο στο δικό μου, μεγάλο, γνωστό δημόσιο σχολείο της Αθήνας, αλλά σε όλα τα σχολεία της πόλης, με κατονομασμένους τους καθηγητές. Και τους μεν και τους δε. Σε εποχές που οι άνθρωποι αυτοί ήταν πιό εγγράμματοι εξαιτίας του πιό αυστηρού συστήματος. Και σε εποχές, που το σχολείο το κυβερνούσε το Υπ. Παιδείας και ο διευθυντής με τον επιθεωρητή και όχι ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων, που προστατεύει κατά κανόνα τους κανακάρηδες, έχοντας γίνει το φόβητρο των καθηγητών.Ελάχιστους από τους οποίους υπολείπονται οι μαθητές.
Αμα θέλουμε λοιπόν να φτιάξουμε σχολεία για να μορφώσουμε παιδιά, δεν έχουμε παρά να πετάξουμε την υπερπροστασία από τις αίθουσες, να αξιολογούνται από έμπειρους καθηγητές οι καθηγητές και να διαβάζουμε με ιδρώτα τους βλαστούς. Ολα τα άλλα είναι υποκρισίες για να μη παίρνει κανείς την ευθύνη και να μην χαλάμε τη ζαχαρένια μας.
Πάλι λίγοι θα είναι οι αξιόλογοι καθηγητές. Αλλά τουλάχιστον, θα μπορούν να προσφέρουν. Δεν θα είναι θύματα ενός θεατρικού αναξιοκρατικού παραλόγου όπου τα άλλα θύματα είναι οι μαθητές.
Ο τρίτος πόλος ,οι γονείς, έτσι κι αλλιώς είναι θύτες και θύματα του εαυτού τους. Παραδοσιακά. αλλά, να μη μας πουλάει και όλο το κύκλωμα παραμύθια, επιτέλους!!!

Ενα από τα δικά μου νούμερα-ψώνια καλύτερα- λεγόταν Κόκκινος και ήταν καθηγητής τεχνικών (τότε). Σχολείο, το Πρώτο της Πλάκας. Πραγματικά από τα προτυπα δημόσια της εποχής αλλά και μετά τα δικά μου χρόνια. Στην οδό Ηπίτη (ου) κάθετος της Απόλλωνος μικρό δρομάκι πίσω από το τότε και νυν Υπ.Παιδείας και όμορο του παρθεναγωγείου Λυκείου ΧΙΛΛ. ( μαθήτριες με μπλε ποδίες κλπ κλπ, για μένα οι ρομαντικές εποχές της παιδείας αλλά και της εκάστοτε νιότης, οι εποχές της αθωότητας) Και το λέω αυτό για να αντιπαραβάλλω με τη σημερινή, που μόνο αθωότητας δεν είναι. (τα γεγονότα το αποδεικνύουν). Κι όμως την αθωότητα την έχουν ανάγκη τα παιδιά, δεν χρειάζεται να τα μεγαλώνουμε με το ζόρι. Ο φιλος Τετράδης ανεφέρεται εκτενέστερα για το θέμα στο υπόλοιπο των σχολιών του στο ίδιο Κυριακάτικο φύλλο.
Ο κύριος αυτός λοιπόν ήταν καθηγητής Τεχνικών όπως λεγόταν τότε το μάθημα σχετικό με τις καλλιτεχνίες (στοιχεία γραμμικού και ελευθερου σχεδίου σήμερα). Οπως είναι έυλογο λοιπόν δεν είμαστε όλοι γεννημένοι καλλιτέχνες, γιατί αυτό πιστεύω είναι έμφυτο που το έχεις μέσα σου. Κατ'εμέ πάντως το μάθημα αν γίνεταθι σωστά έχει να προσφέρει.
Το μάθημα όμως του Κου Κόκκινου ήταν κάτι μεταξύ επίδειξης τεχνικής του ιδίου στο σχέδιο επι μαυροπίνακι και φωνητικών ικανοτήτων στην Βυζαντινή μουσική (ήταν συν τοις άλλοις και ψάλτης) ,και αλαζονικής συμπεριφοράς του προς όλη την τάξη. (για να μην αναφέρω το άχρηστο φόρτωμα εργασιών στο σπίτι εις βάρος των υπολοίπων πρωτευόντων μαθημάτων.
Το μάθημα αυτό είχε καταντήσει εφιάλτης για μένα. Ο τύπος δεν με πήγαινε και παρ'όλο που προσπαθούσα ο βαθμός μου ποτέ δεν ανέβηκε το 15 στον τελικό έλεγχο. (έχανα έτσι και τους επαίνους). Οι εργασίες αυτές μου έτρωγαν πολύτιμο χρόνο και στο σπίτι, έτσι και εγώ τις ανέθετα στον αείμνηστο θείο Αρμπιλιά Δημήτρη πρωτομάστορα καλλιτέχνη μαρμάρου, με θητείες στα μεγαλύτερα και πιό ονομαστά τέμπλα ναών, όπως Αγ.Δημητριου Θεσσαλονίκης, Αγ.Ανδρεα Πατρας κ.ά. Οπως σωστά το μαντέψατε η βαθμολογίες μου παρέμειναν οι ίδιες.
Από ινάτι και μόνον το Υπ.Παιδείας δεχθηκε μιά αναφορά διαμαρτυρίας /καταγγελίας και ύπηρξε η πρώτη και τελευταία φορα στη ζωή μου που επικαλέστηκα την αναπηρία και τους ψυχολογικούς λόγους για να εξαιρεθώ από το μάθημα αυτό. Ο σκοπός επετεύχθη με την προυπόθεση όμως τουλάχιστον να παρευρίσκομαι στη τάξη κατα τη διάρκεια των μαθημάτων.
Ετσι ξεκίνησε η επόμενη χρονιά και ο κύριος Κόκκινος στο πρώτο μάθημα ενήμερος βέβαια, μου ζήτησε ......να βγω έξω από την τάξη !! (πράγμα που δεν έγινε φυσικά)

Για να τελειώσω με το όνομα Κόκκινος ο γυιός του καθηγητή των τεχνικών, ήταν ο Αντώνης Κόκκινος ο οποίος έκανε το πρώτο του βήμα στη σκηνοθεσία ταινιών για κινηματογράφο το 1994 με τον τίτλο "Τέλος Εποχής".(ασπρόμαυρη) Η ταινία είχε πολλά πλάνα από τις αίθουσες και το προαύλιο του σχολείου μου, αλλά και από τα δρομάκια της Πλάκας. Οπως φαντάζεστε η βραδυά που την παρακολούθησα ήταν συναισθηματικά πολύ φορτισμένη, αλλά ξέχωρα με αυτό ήταν για μένα μιά σημαντική ταινία που σήμανε την απαρχή της εξέλιξης του σημερινού Ελληνικού Κινηματογράφου όπως τον ξέρουμε σήμερα.
Μία άλλη εξ ίσου ωραία ταινιά του Αντώνη Κόκκινου ήταν "Ο αδελφός μου και εγώ" (ή κάπως έτσι) που διαπραγματέυεται το την ρομαντική εποχή του μπλουζ και του ροκ όπως αυτό φαίνεται στα μάτια ενός μικρότερου αδελφού, ενώ παρακολουθεί τα μουσικά βήματα και τη ζωή του μεγαλύτερου αδελφού του, που τον ενσαρκώνει πολύ επιτυχημένα ο Βαγγέλης Γερμανός.(στην ταινία εμφανίζεται και ο Eric Burdon σαν ο εκπρόσωπος της παλιάς μουσικής σκηνής, ενώ το μουσικό σχήμα του μεγάλου αδελφού θυμάμαι πλαισιώναν ο Γιάννης"Μπαχ' Σπυρόπουλος στα πλήκτρα και ο Κυριάκος Δαρίβας στα τύμπανα, που είχε θητεία με τους Απροσάρμοστους του Παύλου Σιδηρόπουλου, αλλά και με εμένα, στο ίδιο θρανίο στο Πρώτο Γυμνάσιο Πλάκας....