Τρίτη, Απριλίου 28, 2020

Ελληνες Βρυκόλακες στην Ελληνική Λογοτεχνική ποίηση και Παραδοση

Θα αναφερθώ στα δύο περισσότερο γνωστά 

Του νεκρού αδελφού

Ηυπερφυσική ιστορία του νεκρού αδελφού, που τον σηκώνουν από το μνήμα οι κατάρες της μάνας, για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, είχε, όπως μαρτυρούν οι πολλές παραλλαγές, ευρύτατη διάδοση όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά και στους βαλκανικούς και τους άλλους λαούς της Ευρώπης.
Η προέλευση του τραγουδιού αυτού έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές. Σήμερα όλοι συμφωνούν ότι το τραγούδι είναι από τα πιο παλιά ελληνικά τραγούδια και πλάστηκε πριν από τον 9ο μ.Χ. αιώνα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Ακόμη υποστηρίζεται ότι ο μύθος του συνδέεται με την αρχαία μυθολογία, την επάνοδο του Άδωνη στη γη ή την ιστορία της Δήμητρας και της Κόρης.
Το θέμα το έχουν χρησιμοποιήσει στα έργα τους πολλοί λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι. Ο C. Fauriel είχε επισημάνει τις ομοιότητες που παρουσιάζει η μπαλάντα Λεονόρα (1773) του Γερμανού ποιητή G. A. Bürger με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού. Από τους Έλληνες δραματοποίησαν το τραγούδι ο Αργ. Εφταλιώτης, ο Φώτος Πολίτης και ο Ζ. Παπαντωνίου.


5
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
 Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
10 Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
15  αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
20αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».


Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
25   βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
30το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
35  Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.


Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
40 «Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
-   Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
45   Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
50  -   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
55 -   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
-   Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
-  Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,
60  κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
65  «Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ' ας λέγουν.
-   Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».
70  
Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
75   βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
80  «Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
-   Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
 -   Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.
-----------------------------------------------------

Ο Θανάσης Βάγιας (1765-1834) ήταν υπαρκτό πρόσωπο που γεννήθηκε στη Βόρειο Ήπειρο και υπηρέτησε το Αλή Πασά. Σε αυτόν χρεώθηκε (σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πηγές) η προδοσία του Γαρδικιού στους τούρκους και η σφαγή 600 Γαρδικιωτών. Ο Βαλαωρίτης στηρίζει το ποίημα του σε αυτή τη φήμη.

                              Η Φτωχή

-"Ελεημοσύνη Χριστιανοί, κάμετ' ελεημοσύνη,
  έτσι ο Θεός παρηγοριά κι αγάπη να σας δίνει.
  Ελεημοσύνη κάμετε στην έρημη τη χήρα"!

Φτωχή γυναίκα φώναζε σ' άλλης φτωχής τη θύρα.

-"Η νύχτα, τ' αστραπόβροντα, το χιόνι δε μ' αφήνει
  να πάγω μπρος. Χριστιανοί, κάμετ' ελεημοσύνη!
  Ανοίξετέ μου... πέθανα... κι εγώ Θεό λατρεύω...
  Ανοίξετέ μου, Χριστιανοί, έμαθα να νηστεύω
  και το ψωμί σας δε ζητώ, δε θέλω να το πάρω.
  Φτωχός φτωχόνε συμπονεί, γλυτώστε μ' απ' το Χάρο.
  Με φτάνουνε δυο κάρβουνα, με φτάνει το φυτίλι
  που κάθε βράδυ ανάφτετε, που καίτε στο καντήλι,
  εμπρός στη Μάνα του Θεού, εμπρός εις τη Παρθένο...
  Ελεημοσύνη, λίγο φώς... προφτάστε με... πεθαίνω..."


                                    Β'

 -"Μάνα μου ξύπνα, δεν ακούς; Τη θύρα μας χτυπάνε".
 -"Αγέρας δέρνει τα κλαριά του λόγγου και βογγάνε".
 -"Σκιάζομαι μάνα, σα πουλί φεύγει, πετά η καρδιά μου".
 -"Είναι σκυλιά που ρυάζονται. Πέσε στην αγκαλιά μου".
 -"'Ακουσα κλάψες και φωνές".
 -"Θα τα δες στ' όνειρό σου.
    Κοιμήσου, γύρισ' από 'δω και κάμε το σταυρό σου".

                                    Γ'

 -"Ακούω στη θύρα μας σα βογγητό,
    σα ψυχομάχημα. Θα πά' να δω".

Σκώνετ' η δύστυχη και πα να δει.
Στο χώμα κοίτεται ένα κορμί.
Αχνό το πρόσωπο και τα μαλλιά
ξήπλεγα σέρνονταν στη τραχηλιά,
τα χέρια κρούσταλλο, σιδερωμένα
μέσα στο κόρφο της τα χει χωμένα.

 -"Παιδί μου, πρόφτασε, δος μου βοήθεια,
   εκείνα π' άκουσες ήταν αλήθεια".

Στα χέρια γλήγορα τη ξένη παίρνουν
και στο κρεβάτι τους τη συνεφέρνουν.

 -"Σύρτε παιδάκια μου ν' αναπαυτείτε.
   Είναι μεσάνυχτα, να κοιμηθείτε".

 -"Καλό ξημέρωμα, καλή αυγή,
   κοιμήσου ήσυχη, μαύρη φτωχή"!

Αντάμα πέσανε μάνα, παιδί,
τα μάτια κλείσανε σ' ύπνο βαθύ.
Η ξένη, δύστυχη, δε κλει το μάτι.
Τι να την ηύρηκε μες στο κρεβάτι;

                                     Δ'

                         Ο Βρυκόλακας

-"Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
  βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
  Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
  Ύπνος για σένανε δεν είν' στον 'Αδη;

  Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
  Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη...
  Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
  'Ασε με ήσυχη ν' αναπαυθώ.

  Το κρίμα που 'καμες με συνεπήρε.
  Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
  Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
  στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.

  Στάσου μακρύτερα... Γιατί με σκιάζεις;
  Θανάση τί έκαμα και με τρομάζεις;
  Πώς είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα...
  Πες μου... δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;

  Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου...
  Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
  Θεοκατάρατε, για δες... πετάνε
  κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.

  Πες μου πούθ' έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
  Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
  Μες απ' το μνήμα σου γιατί να βγεις;
  Πες μου πουθ' έρχεσαι; Τ' ήλθες να δεις";

                             Ε'

-"Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
  κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
  κι εκεί οπού έστεκα σαβανωμένος,
  βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,

  έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
  ακούω που φώναξε: -"Θ α ν ά σ η  Β ά γ ι α
  σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
  και θα σε πάρουνε να πάτε κει"-.

  Τα λόγια τ' άκουσα και τ' όνομά μου.
  Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
  Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
  βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.

  -"Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,
  έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
  Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
  Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι"-.

  Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
  πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
  Και με τα νύχια τους και με το στόμα
  πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.

  Και σα με βρήκανε όλοι με μια
  έξω απ' του τάφου μου την ερημιά,
  γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
  κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.

  Πετάμε, τρέχουμε, φυσομανάει,
  το πέρασμά μας κόσμο χαλνάει.
  Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
  οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ' η γη.

  Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
  σα ν' αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
  Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
  τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.

  Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
  πάντα φωνάζοντας: -"Θ α ν ά σ η   Β ά γ ι α"-.
  Έτσι εφτάσαμε σ' εκειά τα μέρη,
  που τόσους έσφαξα μ' αυτό το χέρι.

  Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
  Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
  Μου 'δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
  Για δες το στόμα μου, το 'χω βαμένο.

  Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
  κάποιος εφώναξε... στέκουν κι ακούνε.
  -"Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή"-.
  Εδώθε μπαίνουνε μες στην αυλή.

  Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
  Με παρατήσανε... Κανείς δε μένει.
  Κρυφά τους έφυγα και τρέχω 'δω,
  με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ".

                              ΣΤ'

 -"Θανάση σ' άκουσα, τραβήξου τώρα.
   Μέσα στο μνήμα σου να πας είν' ώρα".

 -"Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
   θέλω απ' το στόμα σου τρία φιλιά".

 -"Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
   ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα".

 -"Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
   Μου πήρ' η κόλαση κειό το φιλί".

 -"Φέυγα και σκιάζομαι τ' άγρια σου μάτια.
  Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
  Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
  Απ την αχάμνια τους λες κι είν' μαχαίρια".

 -"Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι 'γω
   κείνος π' αγάπησες, ένα καιρό;
   Μη με σιχαίνεσαι, είμ' ο Θανάσης".
 -"Φεύγ' απ' τα μάτια μου, θα με κολάσεις".

Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ' αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.

Τήνε ξεγύμνωσε... το χέρι απλώνει...
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει...

Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ' το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο...
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.

Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ' το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: -"Θ α ν ά σ η   Β ά γ ι α !"-

                                 Ζ'

 -"Ξύπνα παιδί μου κι η αυγή απ' το βουνό προβαίνει,
   ξύπνα ν' ανάψωμε φωτιά κι η ξένη μας προσμένει".

 -"Καλή σου μέρα μάνα μας, ησύχασες κομμάτι";
 -"Λίγο κοιμώμαι η δύστυχη, δεν έκλεισα το μάτι.
   Έχετε γεια, έχετε γεια, πρέπει να σας αφήσω.
   Είναι μακρύς ο δρόμος μου και πότε θα κινήσω";

 -"Γιατί δε μας εξύπνησες κι έμεινες μοναχή σου;
   Σύρε μανούλα στο καλό και δος μας την ευχή σου".

 -"Για το καλό που κάματε, για την ελεημοσύνη,
   ύπνο γλυκό ο Κύριος κι ήσυχο να σας δίνει.
   'Αλλο καλό να σας 'φχηθώ στο κόσμο μας δε ξέρω,
   νύχτα και μέρα το ζητώ και δε μπορώ να εύρω".

 -"Μάνα, η φτώχεια είναι κακή γιατί έχει καταφρόνια".
 -"Τα πλούτη τα δοκίμασα, περάσαν με τα χρόνια".

 -"Μέσα στο λόγγο οι δύστυχοι ζούμε κι εμείς σα λύκοι,
   απ' το καιρό που χάλασε το έρμο το Γαρδίκι".

Ω δυστυχιά μου! Ω δυστυχιά! Ο κόσμος θα χαλάσει!
Και ποιόνε μελετήσανε; Το   Β ά γ ι α   το   Θ α ν ά σ η!

 -"Κι εγώ είμ' η γυναίκα του. Κάμετε το σταυρό σας,
   πάρτε λιβάνι, κάψετε, να διώξτε τον εχτρό σας.
   Εψές τη νύχτα μπήκε 'δω, εστάθηκε σιμά μου...
   Σχωρέστε τόνε, Χριστιανοί, κλάψτε τη συμφορά μου..."

Παίρνει το λόγγο. Το παιδί κι η μάνα ανατριχιάζουν
και το σταυρό τους κάνοντας, τρέμουν που τη κοιτάζουν.


ΠΗΓΕΣ

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 22, 2019

Ο Αγιος της Ελληνικής Γλυπτικής, ένα βιβλίο κόμιξ και μια συνέντευξη...

Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ο σημαντικότερος νεοέλληνας γλύπτης, ο πιο εμβληματικός νεοέλληνας εικαστικός καλλιτέχνης - Φειδίας και Θεόφιλος μαζί. «Είναι ανόητοι», έλεγε για τους αρχαίους αλλά και τους σύγχρονους Έλληνες «που παριστάνουν την Αθηνά με περικεφαλαία. Εγώ τη φαντάζομαι, θεά της σοφίας και βοσκοπούλα, με ένα αρνάκι στον ώμο της». 
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, που γεννήθηκε στα μισά του 19ου αιώνα στην Τήνο, αυτό το νησάκι- μήτρα των θεμελιωτών της νεοελληνικής ζωγραφικής και γλυπτικής. Ποιος άλλος τόπος μπορεί να καμαρώσει για έναν Λύτρα, έναν Γύζη, τον Φιλιππότη, τους Σώχους; Το γονίδιο αυτών των νησιωτών πρέπει να περιέχει δροσοσταλίδες από χρώμα και ψήγματα από μάρμαρο.  
Ο νεαρός Γιαννούλης, με τα σπινθηροβόλα δάχτυλα, που εκκινώντας από την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου και το αθηναϊκό εργαστήρι του, όρμηξε να φουντάρει στο κενό από ένα παράθυρο δευτέρου ορόφου στη Σμύρνη, που έζησε δεκατέσσερα χρόνια τρόφιμος στο Φρενοκομείο Κερκύρας. Η δύσκολη ζωή πολλών ‘καταραμένων ποιητών’ αυτού του κόσμου, ωχριά μπροστά στη σιγανή του, κρυμμένη περιπέτεια.
Ο μπαρμπά- Γιαννούλης Χαλεπάς, που σώρευε πηλό απ’ τα  βουνά και τον εσμίλευε με τη γωνιώδη του ψυχή. Και έβοσκε τα πρόβατά του και (ίσως) ρωτούσε τους σπάνιους διαβάτες των ραχών, όταν θα έχανε κανένα κατσικάκι απ’ το πεδίο της όρασής του, «ε, εσύ, αιώρακα τας αίγας μου;» 
Για σαράντα χρόνια οι καλλιτέχνες ή φιλότεχνοι, μποέμ νεοέλληνες της εποχής τον είχαν χαμένο, οι περισσότεροι τον νόμιζαν νεκρό. Και όταν τον ανακάλυψαν εκ νέου, στα γεροντάματά του πια, πάμπτωχο να κάνει θελήματα στο χωριό του και να ζωγραφίζει τους τοίχους του πατρικού του σπιτιού, γιατί που να βρει ένα λευκό χαρτί... Ο  μπαρμπά- Γιαννούλης δεν κράτησε κακία σε κανέναν. 
«Ελάτε στη Θεσσαλονίκη», τον προσκάλεσε κάποτε ο μουσικοσυνθέτης Αιμίλιος Ριάδης. «Ελάτε, να δείτε και τον Όλυμπο». «Έχω δει στη ζωή μου ψηλότερα βουνά», απάντησε ο πρωτομάστορας, «τον Γολγοθά». 
Πριν από λίγους μήνες η ζωή του έγινε κόμιξ- βιβλίο: «Γιαν. Χαλεπάς: Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής» τιτλοφορείται και ήδη κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοσή του. Με σεβασμό και αγάπη στον μπaρμπά- Γιαννούλη, στο έργο και τη μνήμη του, με εμμονή στην ιστορική ακρίβεια των καρέ της ζωής του, ο Θανάσης Πέτρου σχεδίασε και ο Δημήτρης Βανέλλης έγραψε το σενάριο. Και έφτιαξαν μαζί μια ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία στο χαρτί. 
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
Νομίζω πως πολύ θα το χαιρόταν αυτό το βιβλίο ο Γιαννούλης Χαλεπάς, γιατί μας μεταφέρει τον βίο του ολιγόλογα, όπως κι αυτός συνήθιζε να εκφράζεται,  με σχέδια και ζωγραφιές από καρδιάς. 
Όμως, ακόμα και ο Θανάσης Πέτρου, που εντρύφησε στον βίο του Χαλεπά, παραδέχτηκε το προφανές για τέτοιες σκοτεινές ιδιοφυίες: «Πως να μπει κανείς στην ψυχοσύνθεση του Χαλεπά, πως να καταλάβεις τι έχει αλήθεια βιώσει; Μόνο η καρδούλα του το ήξερε».
-Πριν ξεκινήσουμε να μιλάμε για τον ίδιο τον Χαλεπά, να πούμε δυο λόγια για το πως εσείς ξετυλίγετε σε αυτό το κόμιξ την ιστορία του;
Ο Βανέλλης, ως συγγραφέας, έκανε ένα τέχνασμα: εφηύρε έναν αφηγητή, που είναι επισκεπτης στον Πύργο της Τήνου το 1915. Αυτός βρίσκει τον Χαλεπά, γέροντα πλέον, να κάνει θελήματα στο χωριό και να ζωγραφίζει σε ένα μαρμάρινο τραπέζι, χαράζοντάς το. Ρωτάει ποιος είναι - τον είχε ακουστά ως γλύπτη- και αναρωτιέται: «Είναι ζωντανός ο Χαλεπάς; Δεν έχει πεθάνει;». Ο αφηγητής ξεκινά να ψάχνει τη ζωή του Χαλεπά, αναζητά αρχεία, μιλάει με ανθρώπους και έτσι, σιγά σιγά, κτίζουμε μια εγκιβωτισμένη αφήγηση, όπου μέσα από τη δράση του αφηγητή, ανακαλύπτουμε γραμμικά την ιστορία του Χαλεπά. 
-Πάμε στην ίδια την ιστορία του μπαρμπά- Γιαννούλη; Μεταξύ των μεγάλων μαστόρων της τέχνης στη χώρα μας, αυτός περπάτησε μια από τις πιο σκοτεινές διαδρομές. 
Ο Χαλεπάς γεννήθηκε το 1851 στον Πύργο της Τήνου- και από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη. Ο πατέρας του ήθελε να τον σπουδάσει έμπορο- έφηβο ακόμα, τον έστειλε σε Εμπορική Σχολή στην Ερμούπολη της Σύρου, αλλά ο Χαλεπάς δεν ήθελε να ακολουθήσει τέτοιο μέλλον και έπεισε την οικογένειά του να σπουδάσει Καλές Τέχνες. 
-Η οικογένειά του είχε καλλιτεχνική φλέβα πάντως...
 Ναι, βέβαια. Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος μαρμαροτεχνίτης. 
-Και το χωριό τους ολόκληρο είχε μεγάλη παράδοση σε αυτή την τέχνη.
Ολα τα λατομεία μαρμάρου της Τήνου, γύρω από τον Πύργο βρίσκονται. Ο πατέρας του Χαλεπά μάλιστα έφτασε να έχει τρία υποκαταστήματα: στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι και στα Αλάτσαρνα της Σμύρνης. Στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας (που δημιούργησε το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Πειραιώς) στον Πύργο της Τήνου εκτίθεται ένα καταπληκτικό σχέδιο με μολύβι, ενός τέμπλου που είχε φτιάξει ο πατέρας του Χαλεπά. 
«Το 1870 σύσσωμη η οικογένεια Χαλεπά μετακομίζει στην Αθήνα- και εγκαθίστανται στην περιοχή γύρω από τις οδούς Μαυρομιχάλη και Ασκληπιού. Δούλευαν οι Τηνιακοί μαρμαρογλύπτες στην Ακαδημία που χτιζόταν τότε και έμεναν όλοι τους εκεί κοντά». 
«Ο Γιαννούλης Χαλεπάς εγγράφεται στο Σχολείο των Τεχνών, όπως λεγόταν τότε η ΑΣΚΤ. Τελειώνει τις σπουδές του γρηγορότερα από το κανονικό και φεύγει στο Μοναχο με υποτροφία από το Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου. Η Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου ήταν τότε το πανευρωπαϊκό κέντρο των σπουδών ζωγραφικής και γλυπτικής». 
«Ο Χαλεπάς διαπρέπει και στο Μόναχο - όντας πρωτοετής σπουδαστής - το γλυπτό του ‘Φιλοστοργία’ κερδίζει το πρώτο Βραβείο σε διαγωνισμό. Φτιάχνει τον ‘Σάτυρο’ και κερδίζει ξανά. Στην Ελλάδα, όμως, τα έργα του απορρίπτονται- δεν τα δέχονται σε εκθέσεις. Ο ίδιος απογοητεύεται και, περίπου ταυτόχρονα, για άγνωστους λόγους (ή μάλλον λόγω έλλειψης βύσματος) η υποτροφία του διακόπτεται. Όπως είπε πολλά χρόνια αργότερα ένας συμφοιτητής του στο Μόναχο, η ίδια υποτροφία δόθηκε αντί του Χαλεπά σε έναν άλλο Τήνιο φοιτητή Μηχανικής ή Θεολογίας που άφησε πρόωρα την τελευταία του πνοή, ψάχνοντας να βρει τον πάτο στο βαρέλι της μπύρας». 
«Χάνοντας την υποτροφία, ο Χαλεπάς δεν μπορεί πλέον να τα βγάλει πέρα στο Μόναχο, οπότε εγκαταλείπει τις σπουδές του, πηγαίνει στο Βουκουρέστι, όπου εργάζεται για λίγο στο εργαστήρι του πατέρα του, και επιστρέφοντας στην Αθήνα ανοίγει το πρώτο δικό του εργαστήρι γλυπτικής στην οδό Μητροπόλεως, πολύ κοντά στην πλατεία Συντάγματος. (Αν κατάφερα να υπολογίσω σωστά, ακριβώς δίπλα από το κτίριο που τώρα βρίσκονται τα KFC). Και όταν οι δικοί του φτιάχνουν καινούργιο σπίτι στη Μαυρομιχάλη, τους ακολουθεί και ξεκινάει νέο εργαστήριο εκεί». 
«Στη Μαυρομιχάλη τον επισκέπτεται η μητέρα της (αποθανούσας) Σοφίας Αφεντάκη και του δίνει παραγγελία να φτιάξει την ‘Κοιμωμένη’. Εκεί συνέβη ένα περιστατικό (δεν είναι εντελώς επιβεβαιωμένο αλλά έτσι μαρτυρείται), ότι όταν ο Χαλεπάς ολοκλήρωσε το πήλινο πρόπλασμα σε φυσικό μέγεθος, η μητέρα της Αφεντάκη του έκανε κάποιες παρατηρήσεις. Αυτός τσαντίστηκε και το έσπασε». 
«Μετά το κόλλησε ξανά, αλλά, πλέον, είχε πάρει την κατιούσα συναισθηματικά και ψυχολογικά- άρχισε να έχει κρίσεις. Νεαρός ήταν τότε, 27 χρονών, ερωτεύτηκε και μια συγχωριανή του, ανιψιά ενός βουλευτή από την Τήνο, αλλά δεν του τη δίνανε, γιατί ως καλλιτέχνη, τον θεωρούσαν παρακατιανό. Αυτή ήταν μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση για τον Γιαννούλη - δούλευε την ίδια περίοδο ατελείωτες ώρες, 20ωρα κάθε μέρα». 
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
-Επαθε burn out;
Ναι, ήταν τελειομανής και «κάηκε». Επαθε υπερκόπωση, άρχισαν οι κρίσεις μανιοκατάθλιψης. 
-Θυμάμαι κάτι που έχει γράψει ο Γ. Σκαμπαρδώνης, ότι πολλούς ανθρώπους τους τσακίζει το βάρος μιας μεγάλης ιδέας... 
Τέτοια περίπτωση ήταν και ο Χαλεπάς: εργασιομανής, τελειομανής, μοναχικός χαρακτήρας. Τελικά, καταλήγει από το 1880 να ζει ξανά στην Τήνο, όπου δεν κάνει απολύτως τίποτα. Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες του μεγαλύτερου αδερφού του, του Νικόλα που μας αναφέρει ο συγγραφέας (και βιογράφος του Χαλεπά) Στρατής Δούκας- είχε κρίσεις, μονολογούσε ή τσίριζε, φώναζε, ήταν κυκλοθυμικός έως επιθετικός καμιά φορά. 
«Ο Χαλεπάς ζούσε τότε στο πατρικό τους σπίτι, με τη μάνα του και τις δυο αδελφές του- και η μάνα του είχε ανέκαθεν αντιρρήσεις στην ενασχόληση του Γιαννούλη με την γλυπτική, θεωρούσε πως του έκανε κακό. Ούτε υπήρχαν τότε ψυχίατροι ή κάτι σχετικό - για τους ψυχικά ασθενείς η πιο διαδεδομένη ‘θεραπεία’ ήταν να τους πηγαίνουν σε μοναστήρια και να τους ‘διαβάζουν’ οι καλόγεροι... Τελικά του πρότειναν ψυχρολουσίες και θερμά λουτρά. Και πηγαίνει ο Χαλεπάς στα Αλάτσαρνα της Σμύρνης, όπου εκείνη την εποχή εργαζόταν ο αδελφός του, ‘κράταγε’ το εργαστήρι του πατέρα τους. Και κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας εκεί». 
-Ξέρουμε πώς;
Προσπάθησε να πηδήξει από ένα παράθυρο, από τον δεύτερο όροφο- τον έπιασε και τον έσωσε ο αδερφός του. Τραυματίστηκε μόνο από τα σπασμένα γυαλιά. 
«Και μετά οι γιατροί του συνιστούν να ταξιδέψει. Επί ένα μήνα  περιδιαβαίνει την Ιταλία: Ρώμη, Φλωρεντία, Πομπηία. Και εκεί, όπως λέει ο αδελφός του, βλέποντας τα έργα τέχνης, είχε αναλαμπές, έκανε σχόλια για τα αρχαία αγάλματα με καθαρό μυαλό». 
«Το 1888, στα 37 του πλέον, είναι σε τραγική κατάσταση. Οι δικοί του δεν ξέρανε πως να τον βοηθήσουν- είχε δοκιμάσει όλες τις ιατρικές ‘θεραπείες’ της εποχής χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Τελικά, με βαριά καρδιά αποφάσισαν να τον στείλουνε στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας, συνοδεία ενός ξαδέρφου του. Εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον εύρημα της έρευνάς μας: η αυθεντική, μη λογοκριμένη διάγνωση με την οποία ο Χαλεπάς εισήχθη στο Φρενοκομείο. Η διάγνωση έχει γίνει από έναν γιατρό της Τήνου, είναι υπογεγραμμένη από την αστυνομία και αναφέρει ότι ο Χαλεπάς έπασχε από άνοια, νυχτερινούς αυνανισμούς και ονειρώξεις». 
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
«Μετά βρήκαμε μια στατιστική του 1877 από τον διευθυντή του Φρενοκομείου - Χριστόφορος Τσιριγώτης λεγόταν και θεωρείται ο πρώτος Ελληνας ψυχίατρος του 19ου αι.. Σπουδαγμένος στην Ιταλία, αυτός έφερε στην Ελλάδα τις πιο καινοτόμες και επιστημονικές, με τα τότε δεδομένα, ιδέες και θεραπείες για τις ψυχικές νόσους. Γράφει λοιπόν ο Τσιριγώτης, διαφωνώντας προφανώς, ότι το ”Φρενοκομείο Κερκύρας” λειτουργούσε για πολλά χρόνια ως ψυχιατρείο και φυλακή μαζί. Οι ψυχικά ασθενείς συμβίωναν με βαρυποινίτες και εγκληματίες». 
«Ανακαλύψαμε επίσης τα ΦΕΚ εκείνων των εποχών, τα οποία και όριζαν τον κανονισμό λειτουργίας του Φρενοκομείου: ποιοι γίνονταν δεκτοί, υπό ποιες προϋποθέσεις, πως διαβιούσαν εκεί. Και διαπιστώσαμε ότι το Φρενοκομείο λειτουργούσε ταξικά- όσοι τρόφιμοι συνεισέφεραν οικονομικά ανήκαν στην ”Α΄τάξη”, μπορούσαν να έχουν κάποια αντικείμενα ως προσωπικά είδη και καλυτερο σιτηρέσιο. Αυτοί που δεν μπορούσαν να πληρώσουν, ζούσαν διαφορετικά: δούλευαν περισσότερο και ξυπνούσαν νωρίτερα. Τι σημασία είχε αυτό στη δική μας αφήγηση; Ο Χαλεπάς αρχικά βρισκόταν στην ‘Α΄ τάξη’, όμως κάποια στιγμή ο πατέρας του πτώχευσε... Τότε υποβιβάστηκε, με τις ανάλογες συνέπειες στην καθημερινότητά του στο Φρενοκομείο». 
«Πάντως ελάχιστα στοιχεία έχουμε για εκείνα τα χρόνια. Αναφέρει ο ίδιος ο Χαλεπάς σε κατοπινή συνέντευξή του ότι η ζωή του στο Φρενοκομείο ήταν ‘έξι μέρες Μεγάλη Βδομάδα και μια μέρα Πάσχα’, ίσως εννοώντας ότι έξι μέρες μένανε σχεδόν νηστικοί και μια μόνο μέρα τρώγανε κανονικά». 
-Πιστεύεις ότι το εννοεί πρακτικά και όχι ψυχολογικά; 
Μάλλον ναι. Δεν ξέρανε τι να τους κάνουνε τους ψυχικά ασθενείς τότε. Σύμφωνα με τον Κανονισμό του Φρενοκομείου έπρεπε να εργάζονται «κατά την ειδικότητα και την ικανότητά τους». Τρέχα γύρευε... Στην πραγματικότητα τους ανέθεταν (υποτίθεται) αγροτικές εργασίες και τους έβαζαν να κουβαλάνε νερό με κόσκινα. Aντε να ποτίσεις τους μπαχτσέδες με κόσκινο... 
-Το γόπινγκ μου θυμίζει... 
Ναι, αγγαρείες για να περνάνε την ώρα τους. Ο Χαλεπάς πρέπει, όμως, να έφτιαχνε κάποια πράγματα ακόμα και εκείνη την περίοδο. Αυτό είναι επιβεβαιωμένο από ένα αγαλματίδιο εννιά εκατοστών που βρέθηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’40- το είχε κρατήσει ένας φύλακας. Ίσως του τα χαλούσαν, πιθανότατα δεν του επέτρεπαν να ασχολείται με την τέχνη του, αλλά με λάσπη, με πηλό, με ότι έβρισκε, αυτός έφτιαχνε πράγματα. 
«Το 1902 ο Χαλεπάς βρίσκεται στο Φρενοκομείο δώδεκα χρόνια. Εκείνη τη χρονιά πεθαίνει ο πατέρας του. Περνάνε άλλα δύο χρόνια και απο-ασυλοποιείται, τον παραλαμβάνει η μητέρα του. Η γνωμάτευση από τον τότε διευθυντή του Φρενοκομείου σημειώνει ότι δεν είναι ανήσυχος πλέον, ότι εξακολουθεί να πάσχει από άνοια αλλά είναι ήρεμος πια. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ο σημαντικότερος Έλληνας γλύπτης έμεινε στο ‘Φρενοκομείο Κερκύρας’ 13 χρόνια, 10 μήνες και κάποιες μέρες. Και όλα αυτά τα χρόνια δεν τον επισκέφθηκε κανείς- απαγορευόντουσαν οι επισκέψεις γιατί θεωρούνταν επιζήμιες για τους τρόφιμους, ότι τους αναστάτωναν και δεν τους έκανε καλό να βλέπουν οικεία πρόσωπα». 
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
«Ο Χαλεπάς έμεινε για λίγες μέρες στην Αθήνα, πάντα μαζί με τη μάνα του. Και γρήγορα έφυγαν για να εγκατασταθούν εκ νέου μόνιμα στην Τήνο, στο χωριό τους. Αργότερα είπε ο Χαλεπάς ότι την τελευταία νύχτα του στο Φρενοκομείο είδε ένα περίεργο όνειρο- ότι τον μετέφερε στην ράχη του ένα θαλάσσιο κήτος και τον απόθεσε στην Παναγία της Τήνου».
«Στην Τήνο ξεκίνησε καινούργιος Γολγοθάς για τον Χαλεπά- από το 1904 έως το 1916, οπότε πεθαίνει η μάνα του, βόσκει πρόβατα και ότι έργο τέχνης φτιάχνει, το καταστρέφει η μάνα του γιατί θεωρεί ότι η τέχνη του τον τρέλανε. Αυτός σχεδιάζει και αυτή του τα σκίζει, αυτός μαζεύει πηλό από τα βουνά, φτιάχνει προπλάσματα και αυτή τα σπάει. Ζει ο Χαλεπάς μέσα σε μια καθημερινή, συνεχή καταπίεση».
-Η σχέση του Χαλεπά με τη μάνα του χρήζει ιδιαίτερης μνείας. Ήταν ένα οιδιπόδειο, καταπιεστικό σύμπλεγμα. 
Μια αμόρφωτη γυναίκα βλέπει το παιδί της να τρελαίνεται και επειδή αυτός ασχολείται με πάθος με την τέχνη, αυτή, απλοϊκά θεωρεί πως η τέχνη ευθύνεται για το κακό που τον βρήκε. Δεν έχει άλλο τρόπο να ερμηνεύεσει την αποκλίνουσα συμπεριφορά του και προσπαθεί να τον αποτρέπει όπως μπορεί.
«Είναι πάμφτωχοι πλέον- και η μια αδερφή του, η Κατερίνα, αυτοκτονεί. Και ένας αδελφός του, ταλαντούχος κιθαρίστας, πέφτει από τη γέφυρα της Χαλκίδας, αυτόχειρας κι αυτός. Η οικογένεια είχε, μάλλον, ένα περίεργο γονίδιο, σκοτεινό».
«Μέχρι, όμως, να πεθάνει η μάνα του, κάποιοι ομότεχνοί του στην Αθήνα τον ανακαλύπτουνε- ο γλύπτης Σώχος τον επισκέπτεται. Στις αθηναϊκές εφημερίδες γράφονται άρθρα για αυτόν και γίνεται ευρέως γνωστό ότι ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι ζωντανός».
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
-Η «Κοιμωμένη» του ήταν ήδη αναγνωρισμένο έργο τέχνης.
Ναι, η «Κοιμωμένη» ήταν ήδη περίφημη, ο Χαλεπάς ακόμα και εν τη απουσία του ήταν ‘όνομα’ στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Αλλά ο ίδιος είχε χαθεί, οι περισσότεροι τον θεωρούσαν απλώς νεκρό. Σήμερα γνωρίζουμε την πραγματική ιστορία, αλλά όταν οι άνθρωποι αυτοί, τότε, ανακάλυπταν εκ νέου τον Χαλεπά, έμοιαζε με αστυνομικό ρεπορτάζ. Σαν να έλεγαν «Ποιος στο διάολο είναι λοιπόν αυτός ο Χαλεπάς; Ναι, τον ξέραμε το 1876, αλλά τι απέγινε μετά; Σαράντα χρόνια τι έκανε, που βρισκόταν;».
«Οταν αντιλήφθηκαν ότι είναι ζωντανός, άρχισαν να τον επισκέπτονται στην Τήνο - ο Αλαβάνος, που ήταν Τηνιακός και αντιπρόεδρος της Βουλής, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, δημοσιογράφοι και φιλότεχνοι, μποέμ τύποι της εποχής, όπως ο Νίκος Βέλμος, που ανέπτυξε μια πραγματικά φιλική σχέση μαζί του. Κάποιοι του στέλνουν χρήματα, ή προσπαθούν να λάβει επιχορηγήσεις».
«Και με τον θάνατο της μητέρας του, ο ίδιος ο Χαλεπάς ξεκίνησε πάλι να δουλεύει. Ζει στο πατρικό του σπίτι, μόνος πλέον, βόσκει τα πρόβατά του και μετά ζωγραφίζει- ακόμα και δίχως τα απαιτούμενα υλικά, γιατί ούτε χαρτιά δεν έχει. Και επειδή δεν έχει υλικά, όλο το σπίτι είναι ζωγραφισμένο, οι τοίχοι, τα πάντα. (Το σπίτι του ανακαινίστηκε τη δεκαετία του ’70 και καλύφθηκαν όλα αυτά τα σχέδια. Φέτος ξεκίνησε μια προσπάθεια να βγει το χρώμα και να αποκαλυφθούν τα σχέδιά του, που είναι όλα καμωμένα με κάρβουνο). Κάποια στιγμή δεν έχει άλλο χώρο να ζωγραφίσει και βρίσκει τα κιτάπια του πατέρα του, τα βιβλία της επιχείρησής του. Και αρχίζει να σχεδιάζει σ’ αυτά. Έχουν βρεθεί περισσότερα από είκοσι τέτοια εμπορικά κατάστιχα, όλα τους σχεδιασμένα από τον Γιαννούλη».
 Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
-Τι σχεδιάζει εκείνη την περίοδο;
Μη έχοντας καμία επαφή με τα τεκταινόμενα στον χώρο της Τέχνης για σαράντα χρόνια, σχεδιάζει με έναν απροσδόκητο, πολύ εξπρεσιονιστικό τρόπο, σα να ανακάλυψε μόνος του τη μοντέρνα τέχνη. Συνδυάζει ο Χαλεπάς τότε στοιχεία κλασικά, που τα έχει σπουδάσει, με έναν έντονα ιδιοσυγκρασιακό, σύγχρονο τρόπο. Φτιάχνει διπρόσωπα αγάλματα- στη μια τους όψη απεικονίζει τον Δία και στην άλλη τον Άγιο Γεώργιο. Αποπειράται τέτοιες, παράξενες εκ πρώτης μίξεις, μάλλον θεωρώντας την τέχνη ενιαία, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα. Και θέλει με το έργο του να δείξει αυτή τη συνέχεια. Στο έργο του έχει φοβερές εμμονές: φτιάχνει εννέα διαφορετικές εκδοχές του Σάτυρου, δεκατρείς εκδοχές της Μήδειας, όπου προφανώς εξωτερικεύει το ακανθώδες ζήτημα της σχέσης με τη μητέρα του. 
«Το 1930 τον επισκέπτεται στον Πύργο η γυναίκα του αδερφού του και τον βρίσκει σε τρισάθλια κατάσταση. Δεν έχει εισοδήματα, το σπίτι του είναι υποθηκευμένο, τη νύχτα σκεπάζεται με μια παμπάλαια χλαίνη και φοράει κουρέλια. Αποφασίζουν να τον φέρουνε στο σπίτι τους στην Αθήνα. Και τον Αύγουστο του 1930 ο Χαλεπάς έρχεται στην Αθήνα για να ζήσει μέχρι και τον θάνατό του σε ένα σπίτι που ακόμη υπάρχει, στην οδό Δαφνομήλη, στα ριζά του Λυκαβηττού. Βρίσκει εκεί ένα οικογενειακό περιβάλλον- τον αγαπάνε, τον φροντίζουν και ο ίδιος εργάζεται ακατάπαυστα στο υπόγειο του σπιτιού, σε κακές όμως συνθήκες. Το καλοκαίρι με πολλή ζέστη, αλλά και τον χειμώνα με το κρύο, τα προπλάσματά του σπάνε, καταστρέφονται». 
«Αυτό συνέβαινε γιατί ο Χαλεπάς είχε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να δουλεύει - δεν έβαζε ‘αρματούρα’, δηλαδή σιδερένιο σκελετό για να σταθεροποιεί το άγαλμα. Δούλευε κατευθείαν με πηλό, γιατί είχε τόση μανία να παράγει έργο που ήθελε τον πιο γρήγορο τρόπο δουλειάς».
-Και γιατί ήταν ένας εντελώς γήινος δημιουργός.
Οντως. Ο Χαλεπάς δεν χρησιμοποιούσε καν εργαλεία - μόνο τα χέρια του. Oλα τα έκανε με τα δάχτυλά του, άντε και καμιά σπάτουλα. 
«Το 1934, στα 83α γενέθλιά του, βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών. Έστω και στα γεροντάματά του, έζησε την αναγνώριση του έργου του. Διανοούμενοι της εποχής και δημοσιογράφοι τον επισκέπτονταν, ήθελαν να τον γνωρίσουν, να μιλήσουν μαζί του. Ενας από αυτούς, ο Θωμόπουλος, τον είχε χαρακτηρίσει «άξεστο, πρωτόγονο πετροκόπο» εξαιτίας του τρόπου δουλειάς και του χαρακτήρα του. Ηταν εντυπωσιακός, η μανία και η όρεξη που είχε μάγευε τους πάντες». 
-Ηταν αυθόρμητος, ζωώδης.
Ισχύει. Οχι, ότι δεν έκανε σχέδια- πρώτα σχεδίαζε τα πάντα σε χαρτί. Αλλά δούλευε πάντα από καρδιάς. 
«Τον Απρίλιο του 1938, 87 χρονών πλέον, παθαίνει εγκεφαλικό. Για κάποιους μήνες μένει κατάκοιτος, με το δεξί του χέρι παράλυτο. Δεν μπορεί πια να δουλέψει και τον Σεπτέμβριο του ΄38, καταλήγει. Το βιβλίο μας σταματάει εκεί, στον θάνατό του. Η ιστορία του Χαλεπά δεν τελειώνει τότε βέβαια- τα χρόνια που ακολούθησαν το έργο του ταξίδεψε σε εκθέσεις στη Νέα Υόρκη, σχέδιά του εκτέθηκαν στο Παρίσι. Ο Μαρίνος Καλλιγάς συγκέντρωσε μεγάλο μέρος του έργου του, έγιναν εκθέσεις και εκδόσεις αφιερωματικές». 
-Η τελευταία, σκάρτη κιόλας, δεκαετία της ζωής του Χαλεπά, ήταν μάλλον και η ευτυχέστερη, η πιο κανονική...
Στη ζωή του Χαλεπά, μάλλον τίποτα δεν ήταν κανονικό. Πάντως και εμείς χωρίζουμε το βιβλίο σε τρία μέρη- και το τελευταίο το ονομάσαμε «Αναγέννηση»: δεν περιέχει μόνο την τελευταία του δεκαετία, αλλά την περίοδο της ζωής του από το 1916 και μετά. Οι ιστορικοί τέχνης έχουν χαρακτηρίσει αυτή την περίοδο της τέχνης του Χαλεπά ως ‘μετά- λογική’, επειδή τότε το έργο του παίρνει μια διαφορετική τροπή. 
-Υπήρξε ένας «άγιος» της τέχνης;
Σίγουρα - και η μορφή του, τόσο ασκητική, σε αυτό προσιδίαζε. Ενας ξερακιανός, λιγομίλητος γέρος, ανεπιτήδευτος εντελώς. Σε ένα από τα δημοσιεύματα για αυτόν, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τον περιγράφει ως έναν άνθρωπο που έχει απωλέσει τις κοινωνικές του δεξιότητες και αναρωτιέται αν είχε τέτοιες δεξιότητες ποτέ... Για αυτό και στο κόμιξ μας ο Χαλεπάς, παρότι πρωταγωνιστής, ελάχιστα μιλάει. Λέει μετρημένες φράσεις, όπως διασώζονται σε δημοσιεύματα της εποχής. 
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
-Ο ίδιος ο Χαλεπάς είχε μιλήσει για τη ζωή του;
Είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις, που τις έχουμε εντάξει στο κόμιξ ως πρωτότυπο υλικό. Και αντλήσαμε πολλά στοιχεία από τον μοναδικό επί της ουσίας βιογράφο του Χαλεπά, τον Στρατή Δούκα. Οι δυο τους είχαν συνδεθεί και με ειλικρινή φιλία. Βάσει αυτού του υλικού προσπαθήσαμε να κάνουμε μια μη μυθιστορηματική αφήγηση, να σταθούμε στα επιβεβαιωμένα γεγονότα και να μην πλάσουμε δικές μας ιστορίες μέσα στην αυθεντική ιστορία του Χαλεπά. 
-Νομίζω δεν είναι πολλά τα ολοκληρωμένα έργα του Χαλεπά.
Καταρχήν, για πολλά χρόνια έργα του Χαλεπά, όπως η «Φιλοστοργία», ή ο «Σάτυρος» θεωρούνταν χαμένα. Τα ανακάλυψε ένας δημοσιογράφος- ο πατέρας του Χαλεπά τα είχε δώσει σε έναν συγχωριανό τους, που τα φυλούσε στο σπίτι του, στον Πύργο. Σήμερα ο «Σάτυρος» εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, ενώ η «Φιλοστοργία», μαζί με άλλα πρωτότυπα έργα του Χαλεπά, βρίσκονται στο Ιδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, στη Χώρα της Τήνου. Ο Χαλεπάς, επίσης, στην πραγματικότητα δεν έκανε σχεδόν τίποτα σε μάρμαρο. 
-Η «Κοιμωμένη»;
Η «Κοιμωμένη» είναι σε μάρμαρο αλλά δεν τη σμίλευσε ο Χαλεπάς. Δυο Τηνιακοί μαρμαρογλύπτες της εποχής αντέγραψαν σε μάρμαρο («ξεχόντρισαν» όπως είχε πει ο Χαλεπάς) το πρόπλασμα που αυτός είχε ετοιμάσει. Ο ίδιος ο Χαλεπάς έχει κάνει έναν άγγελο σε ένα ταφικό μνημείο στο Βουκουρέστι και ελάχιστες προτομές. Πηλό δούλευε κυρίως και λίγα ακόμη έργα του είναι σε γύψο. Έχει κάνει βέβαια εκατοντάδες σχέδια - κάποια ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη και κάποια σε απογόνους της οικογένειας Χαλεπά. 
-Πως αποφάσισες να καταπιαστείς με την περίπτωση Χαλεπά; Τι σε συγκίνησε, περισσότερο, σε αυτόν;
Το έργο του είναι σαφώς καταπληκτικό- είναι το έργο μιας ιδιοφυίας. Αλλά αν δεις πέρα από αυτό, αν αρχίσεις και ψάχνεις τη ζωή του, θα εκτιμήσεις, νομίζω, ότι μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα που έζησε, δεν έχασε ποτέ το πάθος του. 
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ενα βιβλίο - κόμιξ για τον Αγιο της νεοελληνικής
-Ο πυρήνας του παρέμεινε ίδιος. 
Ναι, υπήρχε μια βαθιά, ιδιοσυγκρασιακή αλλά ακλόνητη δομή στο μυαλό, στην καρδιά και στην ψυχή του που διψούσε για τέχνη, για καθαρή, αγνή τέχνη. Όσα βάσανα κι αν πέρασε, όση καταπίεση κι αν υπέστη- από τη μητέρα του, τον κοινωνικό του περίγυρο, τις συμβάσεις της εποχής, τη μοναξιά του και τις υλικές στερήσεις- αυτή η δίψα συνέχισε να υπάρχει και να κυριαρχεί μέσα του, άσβεστη και ασίγαστη. 
-Ηταν δύσκολο να τον σκιτσάρεις; 
Εκανα κάποιες έγχρωμες απόπειρες. Κατέληξα σε μια διχρωμία- το σχέδιο είναι ασπρόμαυρο με γκρίζες αποχρώσεις για να μοιάζει με τα υλικά που μεταχειριζόταν ο Χαλεπάς και με το έργο του. Μου φάνηκε παράταιρο να βάλω χρώματα σε ένα άγαλμα που το πρωτότυπο είναι σε μάρμαρο ή σε πηλό. Αυτή η έλλειψη του χρώματος ταίριαζε κιόλας περισσότερο να εικονογραφήσει την ιστορία του Χαλεπά, που ήταν ένα με την τέχνη του - που τέχνη και ζωή του ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουν.