Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2020

Καπετάν Τέλλος Άγρας 1881 -1907


Από αριστερά προς τα δεξιά οι καπεταναίοι - αντάρτες Κάλας (αριστερά), Τέλλος Άγρας (κέντρο) και Νικηφόρος (δεξιά) σε φωτογραφία, στα μέσα του 1906.



Από αριστερά προς τα δεξιά οι καπεταναίοι - αντάρτες Κάλας (αριστερά), Τέλλος Άγρας (κέντρο) και Νικηφόρος (δεξιά) σε φωτογραφία, στα μέσα του 1906.
Μια από τις ηρωικότερες μορφές του Μακεδονικού Αγώνα, ήταν ο Σαράντος Αγαπηνός, ο οποίος έμεινε στην ιστορία με το πολεμικό ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Κατατάχθηκε εθελοντής στα στρατιωτικά σώματα, που αγωνίζονταν στη Μακεδονία εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Ήταν θερμός υποστηρικτής της ιδέας ότι η ελληνική ψυχή της Μακεδονίας, θα αφυπνιζόταν μόνο με τη δράση.
Πολέμησε στην περιοχή του Βερμίου Σημαντική υπήρξε η συμβολή του νεαρού ανθυπολοχαγού στις σκληρές μάχες για την εκκαθάριση της λίμνης των Γιαννιτσών, η οποία, λόγω της φυσικής της θέσης και των βουλγαρικών οχυρώσεων,είχε καταστεί οχυρό απροσπέλαστο.Τον Ιούνιο του 1907 δέχθηκε πρόταση του βοεβόδα Ζλατάν για τοπική ειρήνευση, όμως εκείνος τον συνέλαβε, τον διαπόμπευσε και τον κρέμασε κοντά στο χωριό Βλάδοβο, το σημερινό Άγρα, της Έδεσσας.
Ο Σαραντέλλος ή Σαράντος Αγαπηνός του Ανδρέου, ανθυπολοχαγός πεζικού του Ελληνικού Στρατού, καταγόταν από τους Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας και εγενήθη το 1881 στο Ναύπλιο, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως εφέτης. Έμεινε στην ιστορία με το πολεμικό ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας.
Μεγάλωσε σε οικογένεια, η οποία είχε προσφέρει στο Έθνος πολλούς αγωνιστές του 1821. Ο Σαράντος Αγαπηνός είχε δυο αδελφούς, τον Αντώνη (Τρίπολη 1877 – Σύρος Ιαν. 1923) και το Νίκο (Ναύπλιο 1890 – Beni Suef Αιγύπτου 1947).
Η μία γιαγιά του ήταν της οικογενείας Παπατζώνη, επίσης οικογένεια ηρώων του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, της οποίας γόνος ήταν και ο σημαντικός ποιητής μας Τ. Π. Παπατζώνης. Ο παππούς του Αντώνιος Αγαπηνός ήταν Έφορος της Επιμελητείας του Αγώνα για την περιοχή των Γαργαλιάνων. Ο αδελφός του παππού του Διονύσιος ή Νιόνιος Αγαπηνός ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Το όνομά του το βρίσκουμε ακόμη στη μαύρη λίστα της φοβερής αστυνομίας του Τσάρου, διότι μαζί με άλλους Έλληνες Επαναστάτες πατριώτες συνέδραμαν τους περίφημους Δεκεμβριστές τους Ρώσσους Επαναστάτες του Δεκεμβρίου του 1825.
Κατά την διάρκεια της μεγάλης Ελληνικής Επαναστάσεως ο Νιόνιος Αγαπηνός, επικεφαλής πολεμικού σώματος από 100 Γαργαλιανιώτες, λαμβάνει μέρος μαζί με το Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κων/νο Δεληγιάννη και τον Δημητράκη Πλαπούτα στη πολιορκία του Νιόκαστρου στην Πύλο, στην θέση των Παλαιών Πατρών, στην Εκστρατεία της Αθήνας και στα Δερβενάκια κατά του Δράμαλη, όπου επέδειξε μεγάλη γενναιότητα και ηρωισμό.
0 tellos agras
Το 1895 ο Τέλλος Αγαπηνός εισάγεται στη Σχολής των Ευελπίδων και διαπρέπει. Βρίσκεται ανάμεσα στους δύο καλύτερους μαθητές. Μέσα από το προσωπικό του ημερολόγιο φαίνεται η πίστη του στις ακατάλυτες αξίες που τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή.Το 1901 αποφοιτά από τη Σχολή Ευελπίδων και τοποθετείται στη φρουρά της Αθήνας, στο 7ο Σύνταγμα. Στη Μακεδονία πήγε εθελοντικά κατόπιν επανειλημμένων δικών του προσπαθειών, ενώ οι ανώτεροί του δεν του έδιναν άδεια, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Αναγκάστηκε να καταφύγει στη μεσολάβηση του φίλου του Μακεδονομάχου Υπολοχαγού Ν. Ρόκκα, ( καπετάν Κολιός).
Ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος εγκρίνει την μετάθεσή του τον Φεβρουάριο του 1902 στον Τύρναβο, λέγοντάς του ότι πρώτη φορά του ζητά αξιωματικός την χάρη να τον στείλει στα σύνορα. Τελικά διορίζεται αρχηγός ενός ανταρτικού σώματος, το οποίο προετοίμαζε στο Βόλο ο καπετάν Ακρίτας ( Κωνσταντίνος Μαζαράκης ). Και μια νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1906, αυτός αρχηγός με καπετάνιο τον Γεώργιο Τηλιγάδη και δώδεκα ευζώνους Ρουμελιώτες φεύγουν με ιστιοφόρο από το Τσάγεζι, το σημερινό Στόμιο, της Λάρισας για τη Μακεδονία.
Στο συνοριακό φυλάκιο που υπηρέτησε έγινε ήρωας αρκετών επεισοδίων με τους απέναντι Τούρκους. Σε μια περίπτωση μάλιστα, πήδησε τα σύνορα και μπήκε στο Τούρκικο φυλάκιο προκειμένου να φέρει πίσω ένα όπλο Γκρας που ανήκε στον Ελληνικό Στρατό και το κρατούσαν οι Τούρκοι από τον πόλεμο του 1897. Μετά το επεισόδιο αυτό, έλεγε στους παλαιότερους αξιωματικούς συναδέλφους του για τους Τούρκους : «Απορώ, βρε αδελφέ, πώς τέτοια ζώα σας εκυνήγησαν στον πόλεμο του 1897».
Μαζί με το σώμα του Άγρα, το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης αποστέλλει στη λίμνη των Γιαννιτσών δύο ακόμα νεοσυγκροτηθέντα ελληνικά σώματα, τα σώματα του Υπολοχαγού του Πεζικού Σάρρου Κωνσταντίνου (Κάλα) και Ανθυποπλοίαρχου Δεμέστιχα Ιωάννη (Νικηφόρου) με εικοσιπέντε άνδρες ο καθένας. Πρωταρχική αποστολή των σωμάτων ήταν η απομάκρυνση των βουλγαρικών συμμοριών από τη λίμνη, οι οποίες είχαν εγκατασταθεί με ισχυρές δυνάμεις στο νοτιοδυτικό τμήμα της, έτσι ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση εξόρμησης και κέντρο ανεφοδιασμού των ελληνικών σωμάτων για τις περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας.
Ο Βάλτος ήταν μία τεράστια περιοχή 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων νότια των Γιαννιτσών. Λάσπη, πυκνοί καλαμιώνες μαζί με βούρλα και ραγάζι, ψηλό ως δύο μέτρα. Τα φυλλώματα των φυτών ήταν τόσο πυκνά που δεν έβλεπες πέρα από λίγα μέτρα. Κουνούπια, ψάρια, χέλια, αλλά και βατράχια και βδέλλες, το κάθε είδος κατά μυριάδες, αποτελούσαν τον πλούτο του βυθού. Νερόκοτες, αγριόπαπιες, αγριόχηνες και άλλα υδρόβια πουλιά έβρισκαν άσυλο στη λίμνη. Στη δασωμένη ακρολιμνιά λούφαζαν διάφορα αγρίμια, όπως αλεπούδες, κουνάβια, αγριόχοιροι και λύκοι, που κατέβαιναν ως εκεί το χειμώνα. Τις φωνές αυτών των ζώων μιμούντο οι κομιτατζήδες για να συνεννοούνται μεταξύ ξηράς και καλυβών.
Ο βούρκος ανέδιδε αναθυμιάσεις αποπνικτικές. Η ζωή μέσα στη λίμνη ήταν πραγματικό μαρτύριο. Το καλοκαίρι οι ελώδεις πυρετοί οργίαζαν. Δεν υπήρχε κάτοικος της λίμνης που να μην έχει προσβληθεί. Έτσι κάθε ατσαλένιος οργανισμός μετά από λίγους μήνες έφευγε απ' το Βάλτο παίρνοντας στα σωθικά του τη θανατηφόρο ελονοσία και τους ρευματισμούς, που γρήγορα τον οδηγούσαν στο θάνατο ή τον κάρφωναν για πολλά χρόνια στο κρεβάτι του πόνου και της φθοράς. Γι' αυτό κανένας Μακεδονομάχος, λένε, δεν είχε αντέξει να μείνει στη Λίμνη των Γιαννιτσών πάνω από έξι μήνες, εκτός από τον ντόπιο οπλαρχηγό, τον Καπετάν Γκόνο Γιώτα, που άντεξε μέσα εκεί όλα τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα.
Την απέραντη αυτή λίμνη εκμεταλλεύονταν ψαράδες από τα γύρω χωριά. Πήγαιναν εκεί να κόψουν το χρήσιμο ραγάζι. Μ' αυτό γέμιζαν στρώματα και έφτιαχναν σαμάρια για τα ζώα. Μάζευαν βδέλλες που τις πουλούσαν στο εξωτερικό, για ιατρική, τότε, χρήση, και κυνηγούσαν τις αγριόπαπιες και τα άλλα χρήσιμα ζώα της λίμνης. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να γυρίσουν στο χωριό τους αυθημερόν, έφτιαχναν «πατώματα» μέσα στη λίμνη από δέντρα, χοντρές ρίζες από καλάμια που τα συνέδεε μεταξύ τους με δοκούς και έριχναν επάνω χώμα. Αργότερα, πάνω στα πατώματα έβαζαν πασσάλους και πλέκοντας το ραγάζι έφτιαχναν τοίχους και τριγωνική ή κωνική στέγη. Αυτές ήταν οι «καλύβες». Στο μέσον της καλύβας είχαν φτιάξει και εστία που έκαιγε με υδροχαρή φυτά, που έβγαζαν περισσότερο καπνό παρά φωτιά. Στις καλύβες έφταναν εύκολα με τις πλάβες, τις βάρκες δίχως καρίνα που εύκολα αναποδογύριζαν αλλά μπορούσαν να κινούνται και σε ρηχά νερά χρησιμοποιώντας το πλατσί, ένα ειδικό κουπί. Κάποτε υπήρχε και ένα δεύτερο πλατσί που το χρησιμοποιούσε ο πλαβαδόρος για τιμόνια της πλάβας. Έτσι η λίμνη έγινε και καταφύγιο κάθε κακοποιού στοιχείου, όπως ληστών, φυγοδίκων και λιποτακτών.
6 tellos agras
Οι Βούλγαροι μετά την αποτυχία της Επανάστασης του Ίλιντεν, το 1903, καταδιωκόμενοι από τα τουρκικά αποσπάσματα βρήκαν καταφύγιο στη λίμνη. Έτσι ανακάλυψαν και σιγά-σιγά εκτόπισαν τους ψαράδες. Όλος ο γύρω κάμπος καταδυναστευόταν από τους κομιτατζήδες αυτούς, που την ημέρα έβγαιναν και τρομοκρατούσαν τα γύρω χωριά και το βράδυ τρύπωναν στις κρυφές και απόρθητες έως τότε καλύβες τους. Έτσι, σιγά-σιγά αναγκάζονταν οι δυστυχείς αυτοί Έλληνες χωριάτες να δηλώνουν υποταγή στους αδίστακτους κομιτατζήδες, γιατί διαφορετικά αντιμετώπιζαν το δολοφονικό μαχαίρι, τη φωτιά και το δυναμίτη.
Μπροστά στην κατάσταση αυτή το Προξενείο μας στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε να δράσει μέσα στη λίμνη, στην ίδια τη φωλιά των Κομιτατζήδων. Ο Άγρας, λοιπόν, ανέλαβε να τους εκδιώξει από το Βάλτο. Προκαλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του, κατάφερε να καταλάβει την περίφημη Καλύβα των Βουλγάρων, γνωστή με το όνομα Κούγκα.
Στις 14 Νοεμβρίου του 1906, ο Τέλλος Άγρας εξορμά για να καταλάβει την κεντρική βουλγαρική καλύβα του Ζερβοχωρίου. Καθώς όμως δεν είχε επαρκή δύναμη για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στις γειτονικές βουλγαρικές καλύβες, βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Στην πεισματώδη σύγκρουση οι απώλειες ήταν τρεις σύντροφοι του Άγρα νεκροί (ο Δημ. Μακρακιώτης από την Δωρίδα, ο Γεώργιος Θεμελής από την Καστοριά καί ο Φώτης Τριζόπουλος από την Κουλακιά) και τρεις τραυματίες μεταξύ των οποίων ο υπαρχηγός του Τυλιγάδης, καθώς και ο ίδιος Άγρας, ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό ώμο και στο δεξί χέρι.
3 tellos agras
Το κέντρο του αγώνα κάλεσε τον Άγρα να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να γιατρευτεί από τα τραύματά του. Στη Θεσσαλονίκη παραμένει για λίγες μόνο ημέρες. Το μυαλό του βρίσκεται πίσω στο Βάλτο και τα παλληκάρια του. Χωρίς να έχει αποθεραπευθεί γυρίζει στη λίμνη και συνεχίζει τον αγώνα ως το Φεβρουάριο του 1907. Στις φωτογραφίες που διασώθηκαν από την εποχή εκείνη, βλέπουμε τον Άγρα με τους συντρόφους του στο Βάλτο φορώντας γάντι στο δεξί χέρι γιατί του έλειπε η ονυχοφόρος φάλαγγα από το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού του.
Στο Βάλτο η υγεία του έχει βλαφθεί ανεπανόρθωτα. Τον Φεβρουάριο του 1907 το Κέντρο του Αγώνα της Θεσσαλονίκης τον στέλνει στην Νάουσα, απ' όπου θα συνεχίσει την οργανωτική δουλειά».
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας του δε σταμάτησε να διευθύνει τον αγώνα της περιοχής του, πολλοί αγγελιοφόροι από τα πλησιέστερα χωριά τον επισκέπτονταν, για να λάβουν εντολές και να του υποβάλλουν τις αιτήσεις και τις πληροφορίες που είχαν.
Ο Άγρας ήταν αρχηγός με ακατάβλητη αγωνιστική διάθεση. Παρά τον κλονισμό της υγείας του και παρά τα τραύματά του εξακολουθούσε να παραμένει στο καθήκον, αν και θα μπορούσε να ζητήσει άμεση αποχώρηση στην ελεύθερη Ελλάδα. Η πίστη του για τον αγώνα και η αγάπη του για τη Μακεδονία δεν του επέτρεπαν να προβεί σε τέτοια ενέργεια, την οποία θεωρούσε εγκατάλειψη του αγώνα...
Στη Νάουσα που παρέμεινε νοσηλευόμενος ο Άγρας διαπίστωσε ότι οι κομιτατζήδες των γύρω χωριών είχαν επιβάλλει έναν οικονομικό αποκλεισμό στην πόλη. Απαγόρευαν στους χωρικούς να πηγαίνουν στο παζάρι της Νάουσας, καθώς και για οικονομικές συναλλαγές, επί ποινή θανάτου. Αυτό το έκανε το Βουλγαρικό κομιτάτο για να μην επηρεάζονται οι χωρικοί από τους Έλληνες προκρίτους από τους οποίους λόγω της δημοσιονομικής και κοινωνικής δομής είχαν κάποια εξάρτηση. Έτσι οι έμποροι και οι βιομήχανοι της Νάουσας υπέφεραν και αναγκάζονταν να βρουν έναν τρόπο διευθέτησης του προβλήματος.
Αυτό το κλίμα επικρατούσε στη Νάουσα και πιο πριν, από την εποχή του προηγούμενου αρχηγού, του καπετάν Ακρίτα. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του Ακρίτα, μερικοί πρόκριτοι Ναουσαίοι προσπαθούσαν να τα βρουν με τους κομιτατζήδες. Γι' αυτό ο Άγρας μιλάει χλευαστικά για τους προκρίτους αυτούς, τους οποίους στην κρυπτογραφική αλληλογραφία του με το Προξενείο αποκαλεί «λεοντόκαρδους».
5 tellos agras
Ο Άγρας θέλησε να συναντήσει κάποιους από τους Βουλγαρόφρονες, γιατί και οι ίδιοι ήθελαν να επιστρέψουν στον Ελληνισμό. Σε ένα πρώτο σημείωμά του προς το κέντρο Θεσσαλονίκης με ημερομηνία 15 Μαρτίου 1907 αναφέρεται ένας πρώτος υπαινιγμός για μια συνάντηση: «Κατόρθωσα να φέρω ενταύθα κεφαλάς «Βρομερών» (εννοεί Βουλγάρων), οι οποίοι είχαν δύο έτη να έλθωσιν. Πιστεύω αν δεν συμβεί τίποτε το έκτακτον, κάτι θα επιτύχω. Πάντως, έχουν μετανιώσει βλέποντας το άδικο και το μάταιον του αγώνος ον διεξάγουν».
Ακόμη πιο ευδιάκριτος είναι ο υπαινιγμός :
«Δεν κοιμούμαι διόλου την νύχτα, καθόσον μόνον την νύχτα έρχονται «Βρομεροί» και ομιλούμε. Τους βλέπω όλους έχοντας όρεξιν ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩΣΙΝ... Ίδωμεν».
Εντούτοις, τον Απρίλιο του 1907, το Προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να αντικαταστήσει τους αρχηγούς και τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν δοκιμαστεί και εξαντληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάμεσά τους και ο Άγρας, του οποίου τα τραύματα δεν πάνε καθόλου καλά και η ελονοσία τον έχει καταστήσει πλέον φάντασμα του εαυτού του. Λίγο πριν φύγει από τα αιματοβαμμένα χώματα της αγαπημένης του Μακεδονίας θέλει να κάνει κάτι μεγάλο. Κάτι που αν πετύχει, ο Μακεδονικός Αγώνας στην περιοχή θα έληγε με νίκη κατά κράτος των ελληνικών δυνάμεων.
Ο Άγρας φθάνοντας στη Μακεδονία, ήλθε σ' επαφή με τους ανθρώπους που το Ελληνικό Προξενείο είχε επιφορτίσει να βοηθούν τους Μακεδονομάχους σε κάθε περιοχή. Έτσι και στη Νάουσα στην Επιτροπή Μακεδονικού Αγώνα συμμετείχε ένα εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας. Ήταν ο βιομήχανος Ζαφείριος Λόγγος, ο οποίος διατηρούσε μεγάλο εργοστάσιο νηματουργίας στη Νάουσα με την επωνυμία : «Νηματουργία Λόγγου Κύρτση και Τουρπάλη». Στο εργοστάσιό του είχε εργασθεί παλιότερα ο Βάννης Ζλατάν. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Ζλατάν καταγόταν από τη Γκολέσιανη το σημερινό χωριό Λευκάδια της Νάουσας και είχε πάει σε Ελληνικό σχολείο. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εργοδότη του Ζαφείριο Λόγγο, έβγαιναν μάλιστα μαζί για κυνήγι.
Στη Νάουσα επίσης ο Άγρας γνωρίστηκε με τον Ανώνη Μίγγα, έναν οικογενειάρχη από τον κύκλο των ανθρώπων τού Μακεδονικού Αγώνα. Ο Αντώνης Μίγγας ήταν ράπτης γουνοποιός στο επάγγελμα, και είχε γνωρίσει τον Ζλατάν ως πελάτη.
Ο Βοεβόδας Ζλατάν, αρχηγός των κομιτατζήδων του Βάλτου, κατανικημένος από τον Άγρα, διωγμένος από αρχηγός των Βουλγαροκομητατζήδων, ζητάει από τον Ζαφείριο Λόγγο να τον φέρει σε επαφή με τον Άγρα, καθώς ήθελε, όπως έλεγε, να ενταχθεί στα ελληνικά αντάρτικα σώματα. Ο Ζαφείριος Λόγγος το αναφέρει στον Άγρα. Καθώς υπήρχαν αρκετές πληροφορίες για την πτώση του ηθικού των βουλγαρικών συμμοριών και τη διάθεση πολλών στελεχών των κομιτάτων να διακόψουν τους δεσμούς τους με αυτά και να προσχωρήσουν στον ελληνικό αγώνα, και εφόσον ο Άγρας σε λίγες μέρες θα έφευγε για την Αθήνα, θεωρεί το γεγονός μεγάλη ευκαιρία. Αν κατάφερνε να πάρει μαζί του στην Αθήνα τον Ζλατάν, η ελληνική υπόθεση θα κέρδιζε ένα ακόμη στέλεχος με μεγάλη επιρροή στα βουλγαρίζοντα χωριά του κάμπου της Νάουσας.
Το φαινόμενο δεν ήταν πρωτόγνωρο. Οι θρυλικοί μάρτυρες του Μακεδονικού Αγώνα Κώττας, καπετάν Γκόνος Γιώτας, καπετάν Νικοτσάρας και πολλοί άλλοι ήσαν μετεστραφέντες κομιτατζήδες, τους οποίους οι Βούλγαροι ονόμαζαν μετά Γραικομάνους.
Πραγματοποιήθηκαν αρκετές συναντήσεις στη Νάουσα, όπου ερχόντουσαν απεσταλμένοι του Ζλατάν για να συζητήσουν. Οι συζητήσεις γίνονταν κυρίως νύχτα ή Σάββατο, την ημέρα του παζαριού, συνήθως στο σπίτι του Μίγγα. Μεταξύ των απεσταλμένων ήσαν δύο χωρικοί από το χωριό Μαρίνα, ο Μήτση Πέσιος και ο Γιώργης Γκότσης.
Μετά από αυτές τις επαφές κανονίζεται να γίνει συνάντηση των δύο αρχηγών, την 3η Ιουνίου. Στην συνάντηση παραυρίσκονται ως εγγυητές ο Ζαφείριος Λόγγος, ο Τώνης Μίγγας, καθώς και τέσσερις ακόμη οδηγοί. Όλοι είναι άοπλοι κατά τη συμφωνία. Μόνο ο Άγρας φέρει το ατομικό του περίστροφο. Στο σημείο της συμφωνίας τους περιμένει ο Ζλατάν αλλά και πλήθος από κομιτατζήδες που είναι καλά κρυμμένοι στην γύρω περιοχή. Με το κατάλληλο σύνθημα συλλαμβάνουν τον καπετάν Άγρα και τον Αντώνη Μίγγα, απελευθερώνοντας τους υπόλοιπους συνοδούς τους. Τους διαπόμπευσαν ως δήθεν αιχμάλωτους, δεμένους και ξυπόλυτους, στα χωριά της περιοχής, με σκοπό να αναπτερώσουν το ηθικό των τρομοκρατημένων οπαδών των κομιτατζήδων.
Τη νύχτα της 7ης Ιουνίου, τους απαγχόνισαν μεταξύ των χωριών Τέχοβο, σημερινή Καρυδιά, και Βλάδοβο σημερινός Άγρας. Η θυσία του καπετάν Άγρα αντί να φοβίσει, αντίθετα ξεσηκώνει τους Έλληνες. Πλήθος αξιωματικών και άλλων εθελοντών ζητάει να πάει στην Μακεδονία. Θέλουν να εκδικηθούν το θάνατο του καπετάν Άγρα. Λίγες μέρες αργότερα, ο Γκιώργκη Κασάπτσε, που πρωτοστάτησε στη σύλληψη και στο βασανισμό του Άγρα, εξοντώνεται από το σώμα του καπετάν Αμύντα και ο Ζλατάν δέχεται 9 σφαίρες από το Μάνλιχερ και το Γκρά των αδελφών Τόλιου.
2 tellos agras
Η εθνικιστική βουλγαρική οργάνωση ΕΜΕΟ-IMRO
Η οργάνωση Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ-IMRO) δρύθηκε στη Θεσσαλονίκημε επίσημο σκοπό το συντονισμό των προσπαθειών των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας για την απελευθέρωσή τους από τον Οθωμανικό ζυγό. Η οργάνωση αναφερόταν γενικά στα δικαιώματα του "Μακεδονικού λαού" χωρίς εθνικές ή δογματικές διακρίσεις, δηλώνοντας "σταθερά ενωτική" και "μαχητικά αντισωβινιστική".
Στην πραγματικότητα ήταν μία Βουλγαρική εθνικιστική οργάνωση με μυστική ατζέντα τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και την απόσχισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ενδιάμεσο στάδιο πριν την τελική ένωσή της με τη Βουλγαρία. Η διαδικασία του εκβουλγαρισμού ήταν μεθοδική και είχε προσεκτικά σχεδιαστεί ώστε να κλιμακωθεί σταδιακά, με πρώτο στάδιο τον εξαναγκασμό του σύνολου του ρευστής εθνικής συνείδησης χριστιανικού πληθυσμού να εκκλησιάζεται σε εκκλησίες που θα υπάγονταν στην Εξαρχική (Βουλγαρική) εκκλησία αντί στις υπάρχουσες, οι οποίες υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν σε όλη τη Μακεδονία πολυάριθμες Εξαρχικές εκκλησίες. Σ' αυτές, ο εκκλησιασμός γίνονταν στη βουλγαρική γλώσσα και τα ονόματα των βαπτιζομένων ήταν βουλγαρικά. Σε δεύτερη φάση το κομιτάτο άρχισε να ιδρύει πολυάριθμα σχολεία στα οποία τα παιδιά θα διδάσκονταν τη βουλγαρική γλώσσα και θα κατηχούνταν πλέον εθνικά.
Η δράση του κομιτάτου αρχικά είχε κάποια επιτυχία αλλά σύντομα έγιναν αντιληπτά τα πραγματικά του κίνητρα όταν ένοπλες ομάδες του (κομιτατζήδες) άρχισαν να εκτελούν και να βασανίζουν ιερείς, δασκάλους, τοπικές προσωπικότητες, αλλά και απλούς πολίτες που αρνούνταν το συγκεκαλυμμένο αυτό εκβουλγαρισμό που εντάθηκε κατά τη διάρκεια προετοιμασίας (1902-1903) για την εξέγερση του Ίλιντεν. Αυτό αφύπνισε την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Κατόπιν δραματικών εκκλήσεων του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού, ο οποίος είχε αρχίσει ήδη να οργανώνει τοπικά τμήματα αυτοάμυνας σε Καστοριά και Φλώρινα, ιδρύθηκε στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο υπό τον δημοσιογράφο Δημήτριο Καλαποθάκη. Ενδεικτικό των συνθηκών είναι ότι ίδιος ο Μητροπολίτης είχε αναγκαστεί να περιέρχεται τους ναούς των χωριών της περιφέρειάς του και να εκκλησιάζει με το όπλο του παραπόδα (λόγω των αλλεπάλληλων απειλών κατά της ζωής του), σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τονώσει το ηθικό των τρομοκρατημένων πιστών. Ακολούθησαν κάποιες αποστολές Ελληνικών ένοπλων σωμάτων (κατά κύριο λόγο Κρητών και Μανιατών εθελοντών) στη Μακεδονία. Η επίσημη εμπλοκή του Ελληνικού κράτους στα Μακεδονικά πράγματα πραγματοποιήθηκε μετά τον Ιανουάριο του 1904, όταν ο οπλαρχηγός Κώττας Χρήστου επικεφαλής αντιπροσωπείας των Κορεστίων συναντήθηκε με το διάδοχο Κωνσταντίνο. Αλλά οι εθελοντές και συνεπακόλουθα τα τμήματα πολλαπλασιάστηκαν θεαματικά μετά την πανελλήνια συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατος του Παύλου Μελά το 1904.
4 tellos agras
Ποιοι ήταν οι Κομιτατζήδες
Κύριοι αντίπαλοι των ελληνικών ενόπλων σωμάτων ήταν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες. Το «Μακεδονικό» Κομιτάτο είχε από νωρίς οργανώσει ένα δίκτυο από παραστρατιωτικές ομάδες οι άντρες των οποίων είχαν επιδοθεί σε ένα όργιο βίας και τρομοκρατίας του ελληνικού και όχι μόνο στοιχείου της Μακεδονίας (ενδεικτικά το 1903, μόνο στη Θεσσαλονίκη είχαν προβεί σε βομβιστικές επιθέσεις κατά της μητρόπολης και άλλων κτιρίων ελληνικών ιδιοκτησιών αλλά και στην ανατίναξη του γαλλικού πλοίου Γκουανταλκιβίρ και της Οθωμανικής Τράπεζας).
Ο όρος κομιτατζήδες. στη Μακεδονία χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει τους εξαρχικούς Ελληνικής καταγωγής που μεταστράφηκαν και υπηρετούσαν τους σκοπούς της Βουλγαρίας, διαχωρίζοντάς τους έτσι από τους καθεαυτού Βούλγαρους.
Σημαντικά στελέχη των Κομιτατζήδων ήταν ο ιδρυτής τους Γκότσε Ντέλτσεφ (τιμώνταν ως εθνικός ήρωας στη Βουλγαρία μέχρι το 1946 όταν με την αλλαγή της πολιτικής της Βουλγαρίας στο Μακεδονικό, το μουσείο του έκλεισε και τα περιεχόμενα του μαζί με τα οστά του μεταφέρθηκαν στα Σκόπια της νεοϊδρυθείσας ΓΔΜ), ο Αποστόλ Πέτκωφ, ο Νίκολα Κάρεφ, ο Γιάνε Σαντάνσκι κ.α. Οι Κομιτατζήδες διατήρησαν μια υποτυπώδη δραστηριότητα μετά το 1908 αλλά επανεμφανίστηκαν δυναμικά κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους ως παραστρατιωτικές ομάδες υποστηρίζοντας τον βουλγαρικό στρατό στις επιχειρήσεις του.
Κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης βουλγαρικής κατοχής της ανατολικής Μακεδονίας προέβησαν σε νέες θηριωδίες κατά του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής υπό την πλήρη ανοχή των επίσημων βουλγαρικών αρχών και του τακτικού βουλγαρικού στρατού ο οποίος και τις εξόπλιζε, όπως η καταστροφή των Σερρών και του Δοξάτου (ήταν η πρώτη φορά). Επισήμως ενώ ο βουλγαρικός στρατός γενικά χρέωσε στο κομιτάτο τις σφαγές, ως ενέργειες άτακτων σωμάτων λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πολέμου ενσωμάτωσε τις μονάδες αυτές αυτούσιες στον τακτικό βουλγαρικό στρατό. Αυτό ήταν και το ενδεικτικό τέλος της ιστορίας των ενόπλων τμημάτων της "Εσωτερικής Επαναστατικής Μακεδονικής Οργάνωσης -IMRO-".
Σαν απάντηση στο Βουλγαρικό Μακεδονικό Κομιτάτο δημιουργήθηκε στην Αθήνα το Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο. Αυτό υπό την προεδρία του Δημητρίου Καλαποθάκη από τη Μάνη, διευθυντού της εφημερίδας "Εμπρός", και με τη συμμετοχή του Στ. Δραγούμη στρατολογούσε εθελοντές για την υπεράσπιση της Μακεδονίας. Έτσι στα μακεδονικά βουνά παρουσιάστηκαν Έλληνες αγωνιστές απ' όλα τα μέρη της τότε Ελλάδας για την υπεράσπιση του ελληνικού μακεδονικού πληθυσμού.
Βιβλιογραφία - Πηγές
«Ο Μακεδονικός Αγώνας και η προετοιμασία της απελευθέρωσης (1903-1912)», Βασίλης K. Γούναρης, στο: Ι. Κολιόπουλος και Ι. Χασιώτης (επιμ.), Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία (Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής & Παπαζήσης, 1992), τόμ.1, σ. 508-527.
Ο Μακεδονικός αγώνας και η απελευθέρωση της Μακεδονίας, στο: συλλογικό, ΄΄Μακεδονία: 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού΄΄, Κωφός Ευάγγελος, Εκδοτική Αθηνών, 1992, σελ.465-480
Ο Μακεδονικός Αγώνας στο Αγώνες του νεώτερου Ελληνισμού, Ι.Κ. Μαζαράκη Αινιάν, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 2003, σελ.9-34
Το Μακεδονικόν πρόβλημα, - Νεοκλή Καζάζη, Αθήναι 1907.
Μαρτύρων και ηρώων αίμα. - Δραγούμη Ι. Αθήναι 1907.
Βιογραφία Καπετάν Κώττα, - Κοντούλη Α., Φλώρινα 1931.
Πως η Μακεδονία παρέμεινεν ελληνική: ιστορικές σελίδες, - Γκαρμπολά Ν., Θεσσαλονίκη 1933.
Το Μακεδονικό ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος, 1878-1908, - Βλάχου Ν.Β., Αθήναι 1935.
Ίων Δραγούμης, - Παράσχου Κ., Αθήναι 1936.
Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνας, 1796-1832, - Βασδραβέλλη Ι.Κ., Θεσσολονίκη 1950 (2η έκδοση).
Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί, - Μόδη Γ.Χ., Θεσσαλονίκη 1950.
Καπετάν Άγρας, - Κανελλόπουλου Θ.Γ., Αθήναι 1952
Ο Μακεδονικός Αγών: Απομνημονεύματα, - Αργυρόπουλου Π.Α., Θεσσαλονίκη 1957.
Αναμνήσεις εκ του Μακεδονικού Αγώνος, - Σπανού Ν., Θεσσαλονίκη 1957.
Ο Μακεδονικός Αγών εις την Δυτικήν Μακεδονίαν, - Ναλτσά Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1958.
Ο Μακεδονικός Αγών: Απομνημονεύματα, - Γερμανού Καραβαγγέλη, Θεσσαλονίκη 1959.
Ο Ίων Δραγούμης και ο Μακεδονικός Αγών, - Ευρυγένη Δ., Θεσσαλονίκη 1961.
Το Ελληνικόν Προξενείον Θεσσαλονίκης, 1903-1908, - Λαούρδα Β., Θεσσαλονίκη 1961.
Μακεδονικός Αγών, - Λαούρδα Β., Θεσσαλονίκη 1961.
Ο Μακεδονικός Αγών: Αναμνήσεις, - Μαζαράκη Αινιάν, Θεσσαλονίκη 1963.
Παύλος Μελάς, - Μελά Ν., Αθήναι 1964.
Μακεδονικός Αγών, 1903-1908 - Ανεστόπουλου Α.Κ., Θεσσαλονίκη 1965.
The Greek struggle in Macedonia, 1897-1913, - Douglas Dakin, IMXA, Θεσσαλονίκη 1966
ΜακεδονικόςΑγών, - Τσάμη Π.Δ., Θεσσαλονίκη 1975.
Από τη Μακεδονία στο Γουδί: δραστηριότητες Μακεδονομάχων στρατιωτικών (1908-1909, - Γούναρη Β.Κ., Δελτίο της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας 29 (1986) σ. 175-256.
Βουλευτές και Καπετάνιοι: πελατειακές σχέσεις στη μεσοπολεμική Μακεδονία, - Γούναρη Β.Κ., περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΑ 41 (1990) σ.313-335.
Ο Ελληνικός Αγώνας στην Μακεδονία, 1897-1913, - Douglas Dakin, εκδ Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996
Ο Μακεδονικός Αγώνας μέσα από τις φωτογραφίες του (1904-1908), - Γούναρη Β.Κ., εκδ. Έφεσος, Αθήνα 2001.
Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908), Ιστορικά (ένθετο Ελευθεροτυπίας υπ. αρ.163/2002) Αθήνα (Δεκ.) 2002.
Albert Londres, Κομιτατζήδες ή η τρομοκρατία στα Βαλκάνια'. Μετάφραση Δημήτρη Μιχαλόπουλου, Αθήνα: Πετσίβας, 2008, ISBN 978-960-87636-8-5.
Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξειs 1880-1908, εκδόσεις Επίκεντρο ISBN 978-960-458-170-2
- Μονογραφιες για το Μακεδονικο Αγωνα στα ελληνικα DΑkin, DooglΑs, «Ο ελληνικός αγώνας για τη Μακεδονία 1897-1913», μετάφραση από τα αγγλικά Ιωάννης Δ. Στεφανίδης & Ξανθίππη Κοτζαγιώργη, (Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Κυριακίδη, 1996).
- ΓΕΣ, «Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα» (Αθήνα: Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, 1979). Γούναρης, Βασίλης Κ., «Ο Μακεδονικός Αγώνας μέσα από τις φωτογραφίες του» (Αθήνα: Eφεσος, 2001).
- Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος Α., «Μακεδονικός Αγώνας. Η ένοπλη φάση 1904-1908» (Θεσσαλονίκη: Μπαρμπουνάκης, 1987).
- Βλάχος, Νικόλαος Β., «Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος 1878-1908» (Αθήνα: Γερτρούδη Σ. Χρήστου, 1935).
- Παύλος Λ.Τσάμης, «Μακεδονικός Αγών» (Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1975).
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
Εγκυκλοπαίδεια Σύμβουλος των νέων
Μακεδονικός Αγώνας 1904 - 1908, Μάνηorg
Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα
Τέλλος Άγρας blog
Wikipedia, Μακεδονικός Αγώνας
Μακεδονική επανάσταση του 1878
Μακεδονική επανάσταση του 1896
Μακεδονικό Ζήτημα
Βουλγαρική Εξαρχία
Τέλλος Άγρας (Σαράντος Αγαπηνός) Ένωση Μακεδόνων Κέρκυρας

Κυριακή, Μαΐου 03, 2020

ΒΑΜΠΟΥΝ, Πνεύμα-φύλακας, της Ανατολής

Native american indian war bonnet. Hand drawn colorful feathered ...
Η δύναμη της Βαμπούν, της Ανατολής, είναι η δύναμη της φώτισης και της σοφίας. Η εποχή της Βαμπούν είναι η άνοιξη, όταν η γη αφυπνίζεται από τον ύπνο του χειμώνα και η ξεπετάγεται η καινούργια ζωή που έχει κυοφορηθεί μέσα στη μήτρα της. Η ώρα της Βαμπούν είναι το πρωί, όταν η ζωή ξυπνάει από τον ύπνο της νύχτας.
Στην ανθρώπινη ζωή, η περίοδος της Βαμπούν είναι η παιδική ηλικία, η περίοδος της γνώσης πραγμάτων, όταν οι νέοι είναι σε θέση να φωτίσουν άλλους με την αγνότητα των ενεργειών τους.
Την άνοιξη το κάθετί είναι καινούργιο και ζωντανό. Η γη ζωντανεύει σε όλες τις κατευθύνσεις. Τα φυτά ξεφυτρώνουν στη γη, καλύπτοντας τα λευκά χειμωνιάτικα τοπία με τη λαμπρή ποικιλία των χρωμάτων τους. Τα βράχια ακτινοβολούν ένα νέο φως, καθώς ο πάγος λιώνει και η αλλαγμένη επιφάνειά τους εκτίθεται στον απαλό ήλιο.
Τα ζώα αρχίζουν να γεννούν τα μικρά τους και γυρίζουν πέρα δώθε στην ύπαιθρο μήπως βρούν τα καινούργια φυτά της άνοιξης για να θρέψουν τα μικρά τους και να τα βοηθήσουν να μεγαλώσουν. Ο αέρας είναι ζωογόνος καθώς τα έντομα σκάνε από τα αυγά τους και αρχίζουν να πετούν στον προορισμό τους τραγουδώντας τους σκοπούς που τους έχει δώσει το Μεγάλο Πνεύμα.
Η Μητέρα Γη με όλη τη καινούργια ζωή επάνω της, φωτίζεται. Κάθε ζωή δείχνει τη γνώση που της επιτρέπει να επιβιώσει.

Ετσι κάθε αυγή, όταν ο ήλιος σκαρφαλώνει πάνω στον  ορίζοντα, φωτίζει το τοπίο, όποια εοχή κι αν είναι. Ο ήλιος ξυπνάει  όλα τα παιδιά της γης, για να χαιρετίσουν τις πρώτες ακτίνες του. Το χάραμα είναι η στιγμή που αφομοιώνεις, τη γνώση του πνεύματος που δέχτηκες στον ύπνο και την ερμηνεύεις για να κατευθυνεις τα βήματά σου στην καινούργια μέρα που έρχεται.

Για τους άνθρωπους, η παιδική ηλικία είναι η περίοδος που το καθετί είναι καινούργιο, όπου μπορουν να δουν το σύμπαν μέσα σε μιά σταγόνα βροχής και να σπαταλήσουν ώρες για να θαυμάσουν την ομορφιά ενός φύλλου χλόης. Παρατηρήστε ένα παιδί να κοιτάει ένα δέντρο και θα καταλάβετε κάτι απο τη δύναμη της Βαμπούν.
Πηγαίνετε με το παιδί σας, ένα περίπατο στο δάσος και θα καταλάβετε ακόμα περισσότερα. Τα μάτια του παιδιού δεν είναι καλυμένα με τις κυνικές παρωπίδες που μας εμποδίζουν να δούμε τις ομορφιές της ζωής. Καθώς έρχονται από το άπειρο διάστημα των αστεριών, διατηρούν ακόμα αρκετή σοφία που τους έχει μεταδώσει το Μεγάλο Πνεύμα, για να αρχίσουν το ταξίδι τους στη Μητέρα Γη. Βυθισμένα στη δική τους σοφία, δεν αντιλαμβάνονται τους περιορισμούς του χρόνου, δεν νιώθοθυν την απειλή του θανάτου. Γι'αυτα κάθε στιγμή είναι καινούργια, όπως η πρώτη ηλιαχτίδα που αντανακλά σε μια σταγόνα δροσιάς. Είναι η περίοδος όπου τα παιδιά δοκιμάζουν το καθετί για πρώτη φορά. Είναι η περίοδος όπου το πεδίο όρασης διευρύνεται, σαν του αετού, και όπου οι άνθρωποι βλέπουν σαν από μια βουνοκορφή.
Η δύναμη της Βαμπούν είναι καθαρή. Είναι η δύναμη της φώτισης, που είναι δυνατή για όλα τα παιδιά της γής, αν δεν παρεμποδιστούν στην ανάπτυξή τους. Είναι η δύναμη της φώτισης που έρχεται όταν μάθουμε τη σωστή θέση μας στο σύμπαν, την ενότητα μας με όλους τους συγγενείς μας και την αγάπη που ενισχύει τη δημιουργία από την απαρχή της.
Είναι η δύναμη της πρωινής δόξας που ανοίγει τα πέταλά της στις ακτίνες του ήλιου. Είναι η δύναμη της ομίχλης που, καθώς ανυψώνεται πάνω από ένα ποτάμι, αποκαλύπτει το καθάριο νερό από κάτω. Είναι η δύναμη των πουλιών που κελαηδούν το πρωινό. Είναι η δύναμη των πρώτων ακτίνων του ήλιου που έρχονται από τον ορίζοντα.
Buy Indian Eagle 5D Diamond Painting Kit at 30% Off | Pretty Neat ...

Το ζώο που συνδέεται με την Ανατολή είναι ο αετός που πετάει πιο ψηλά από όλα τα φτερωτά πλάσματα. Λόγω της ικανότητάς του να πετάει τόσο ψηλά , ο αετός βρίσκεται πιο κοντά στην ουράνια περιοχή του πνεύματος, όπου θα μπορούσε να βρίσκεται και το καθένα από τα παιδιά της γης. Γι'αυτό το λόγο οι παλιοί χρησιμοποιούσαν πάντα τα φτερά του αετού όταν έκαναν προσευχές που επιθυμούσαν να εισακουστούν από το Μεγάλο Πνεύμα.
Ο αετός της Βαμπούν είναι ο χρυσαφένιος αετός, που τα φτερά του έχουν το χρώμα του ανατέλλοντος ηλίου. Τα χρώματα της Βαμπούν είναι το κόκκινο και το χρυσό του ανατέλλοντος ηλιόυ. Το κόκκινο είναι το χρώμα της ζωτικής ενέργειας και το χρυσό είναι το χρώμα της φώτισης, της σοφίας και του φωτός.
Τα άτομα των Φεγγαριών της Βαμπούν αντιπροσωπεύουν τη ζωογόνο ενέργεια της άνοιξης, που κάνει θαύματα πάνω στην επιφάνεια της γης.

"Ολοι μοιραζόμαστε την ίδια Μητέρα Γη άσχετα από τη φυλή ή τη χώρα καταγωγής, έτσι ας μάθουμε τους δρόμους της αγάπης, της ειρήνης και της αρμονιάς και ας αναζητήσουμε τα καλά μονοπάτια στη ζωή. Μίλησα για το καλό" Ετσι κλείνει το εισαγωγικό του σημείωμα ο ένας εκ των δύο συγγραφέων του βιβλίου, Αρκούδα του Ηλιου. 

Απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Μαγικός τροχός των Αρκούδα του Ηλιου και Βαμπούν, Ινδιάνικη Αστρολογία" , των εκδ. Κονιδαρη
www.efsyn.gr

Τρίτη, Απριλίου 28, 2020

Ελληνες Βρυκόλακες στην Ελληνική Λογοτεχνική ποίηση και Παραδοση

Θα αναφερθώ στα δύο περισσότερο γνωστά 

Του νεκρού αδελφού

Ηυπερφυσική ιστορία του νεκρού αδελφού, που τον σηκώνουν από το μνήμα οι κατάρες της μάνας, για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, είχε, όπως μαρτυρούν οι πολλές παραλλαγές, ευρύτατη διάδοση όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά και στους βαλκανικούς και τους άλλους λαούς της Ευρώπης.
Η προέλευση του τραγουδιού αυτού έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές. Σήμερα όλοι συμφωνούν ότι το τραγούδι είναι από τα πιο παλιά ελληνικά τραγούδια και πλάστηκε πριν από τον 9ο μ.Χ. αιώνα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Ακόμη υποστηρίζεται ότι ο μύθος του συνδέεται με την αρχαία μυθολογία, την επάνοδο του Άδωνη στη γη ή την ιστορία της Δήμητρας και της Κόρης.
Το θέμα το έχουν χρησιμοποιήσει στα έργα τους πολλοί λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι. Ο C. Fauriel είχε επισημάνει τις ομοιότητες που παρουσιάζει η μπαλάντα Λεονόρα (1773) του Γερμανού ποιητή G. A. Bürger με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού. Από τους Έλληνες δραματοποίησαν το τραγούδι ο Αργ. Εφταλιώτης, ο Φώτος Πολίτης και ο Ζ. Παπαντωνίου.


5
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
 Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
10 Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
15  αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
20αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».


Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
25   βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
30το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
35  Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.


Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
40 «Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
-   Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
45   Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
50  -   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
55 -   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
-   Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
-  Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,
60  κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
65  «Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ' ας λέγουν.
-   Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».
70  
Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
75   βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
80  «Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
-   Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
 -   Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.
-----------------------------------------------------

Ο Θανάσης Βάγιας (1765-1834) ήταν υπαρκτό πρόσωπο που γεννήθηκε στη Βόρειο Ήπειρο και υπηρέτησε το Αλή Πασά. Σε αυτόν χρεώθηκε (σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πηγές) η προδοσία του Γαρδικιού στους τούρκους και η σφαγή 600 Γαρδικιωτών. Ο Βαλαωρίτης στηρίζει το ποίημα του σε αυτή τη φήμη.

                              Η Φτωχή

-"Ελεημοσύνη Χριστιανοί, κάμετ' ελεημοσύνη,
  έτσι ο Θεός παρηγοριά κι αγάπη να σας δίνει.
  Ελεημοσύνη κάμετε στην έρημη τη χήρα"!

Φτωχή γυναίκα φώναζε σ' άλλης φτωχής τη θύρα.

-"Η νύχτα, τ' αστραπόβροντα, το χιόνι δε μ' αφήνει
  να πάγω μπρος. Χριστιανοί, κάμετ' ελεημοσύνη!
  Ανοίξετέ μου... πέθανα... κι εγώ Θεό λατρεύω...
  Ανοίξετέ μου, Χριστιανοί, έμαθα να νηστεύω
  και το ψωμί σας δε ζητώ, δε θέλω να το πάρω.
  Φτωχός φτωχόνε συμπονεί, γλυτώστε μ' απ' το Χάρο.
  Με φτάνουνε δυο κάρβουνα, με φτάνει το φυτίλι
  που κάθε βράδυ ανάφτετε, που καίτε στο καντήλι,
  εμπρός στη Μάνα του Θεού, εμπρός εις τη Παρθένο...
  Ελεημοσύνη, λίγο φώς... προφτάστε με... πεθαίνω..."


                                    Β'

 -"Μάνα μου ξύπνα, δεν ακούς; Τη θύρα μας χτυπάνε".
 -"Αγέρας δέρνει τα κλαριά του λόγγου και βογγάνε".
 -"Σκιάζομαι μάνα, σα πουλί φεύγει, πετά η καρδιά μου".
 -"Είναι σκυλιά που ρυάζονται. Πέσε στην αγκαλιά μου".
 -"'Ακουσα κλάψες και φωνές".
 -"Θα τα δες στ' όνειρό σου.
    Κοιμήσου, γύρισ' από 'δω και κάμε το σταυρό σου".

                                    Γ'

 -"Ακούω στη θύρα μας σα βογγητό,
    σα ψυχομάχημα. Θα πά' να δω".

Σκώνετ' η δύστυχη και πα να δει.
Στο χώμα κοίτεται ένα κορμί.
Αχνό το πρόσωπο και τα μαλλιά
ξήπλεγα σέρνονταν στη τραχηλιά,
τα χέρια κρούσταλλο, σιδερωμένα
μέσα στο κόρφο της τα χει χωμένα.

 -"Παιδί μου, πρόφτασε, δος μου βοήθεια,
   εκείνα π' άκουσες ήταν αλήθεια".

Στα χέρια γλήγορα τη ξένη παίρνουν
και στο κρεβάτι τους τη συνεφέρνουν.

 -"Σύρτε παιδάκια μου ν' αναπαυτείτε.
   Είναι μεσάνυχτα, να κοιμηθείτε".

 -"Καλό ξημέρωμα, καλή αυγή,
   κοιμήσου ήσυχη, μαύρη φτωχή"!

Αντάμα πέσανε μάνα, παιδί,
τα μάτια κλείσανε σ' ύπνο βαθύ.
Η ξένη, δύστυχη, δε κλει το μάτι.
Τι να την ηύρηκε μες στο κρεβάτι;

                                     Δ'

                         Ο Βρυκόλακας

-"Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
  βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
  Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
  Ύπνος για σένανε δεν είν' στον 'Αδη;

  Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
  Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη...
  Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
  'Ασε με ήσυχη ν' αναπαυθώ.

  Το κρίμα που 'καμες με συνεπήρε.
  Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
  Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
  στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.

  Στάσου μακρύτερα... Γιατί με σκιάζεις;
  Θανάση τί έκαμα και με τρομάζεις;
  Πώς είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα...
  Πες μου... δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;

  Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου...
  Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
  Θεοκατάρατε, για δες... πετάνε
  κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.

  Πες μου πούθ' έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
  Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
  Μες απ' το μνήμα σου γιατί να βγεις;
  Πες μου πουθ' έρχεσαι; Τ' ήλθες να δεις";

                             Ε'

-"Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
  κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
  κι εκεί οπού έστεκα σαβανωμένος,
  βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,

  έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
  ακούω που φώναξε: -"Θ α ν ά σ η  Β ά γ ι α
  σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
  και θα σε πάρουνε να πάτε κει"-.

  Τα λόγια τ' άκουσα και τ' όνομά μου.
  Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
  Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
  βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.

  -"Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,
  έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
  Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
  Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι"-.

  Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
  πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
  Και με τα νύχια τους και με το στόμα
  πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.

  Και σα με βρήκανε όλοι με μια
  έξω απ' του τάφου μου την ερημιά,
  γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
  κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.

  Πετάμε, τρέχουμε, φυσομανάει,
  το πέρασμά μας κόσμο χαλνάει.
  Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
  οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ' η γη.

  Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
  σα ν' αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
  Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
  τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.

  Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
  πάντα φωνάζοντας: -"Θ α ν ά σ η   Β ά γ ι α"-.
  Έτσι εφτάσαμε σ' εκειά τα μέρη,
  που τόσους έσφαξα μ' αυτό το χέρι.

  Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
  Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
  Μου 'δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
  Για δες το στόμα μου, το 'χω βαμένο.

  Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
  κάποιος εφώναξε... στέκουν κι ακούνε.
  -"Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή"-.
  Εδώθε μπαίνουνε μες στην αυλή.

  Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
  Με παρατήσανε... Κανείς δε μένει.
  Κρυφά τους έφυγα και τρέχω 'δω,
  με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ".

                              ΣΤ'

 -"Θανάση σ' άκουσα, τραβήξου τώρα.
   Μέσα στο μνήμα σου να πας είν' ώρα".

 -"Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
   θέλω απ' το στόμα σου τρία φιλιά".

 -"Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
   ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα".

 -"Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
   Μου πήρ' η κόλαση κειό το φιλί".

 -"Φέυγα και σκιάζομαι τ' άγρια σου μάτια.
  Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
  Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
  Απ την αχάμνια τους λες κι είν' μαχαίρια".

 -"Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι 'γω
   κείνος π' αγάπησες, ένα καιρό;
   Μη με σιχαίνεσαι, είμ' ο Θανάσης".
 -"Φεύγ' απ' τα μάτια μου, θα με κολάσεις".

Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ' αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.

Τήνε ξεγύμνωσε... το χέρι απλώνει...
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει...

Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ' το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο...
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.

Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ' το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: -"Θ α ν ά σ η   Β ά γ ι α !"-

                                 Ζ'

 -"Ξύπνα παιδί μου κι η αυγή απ' το βουνό προβαίνει,
   ξύπνα ν' ανάψωμε φωτιά κι η ξένη μας προσμένει".

 -"Καλή σου μέρα μάνα μας, ησύχασες κομμάτι";
 -"Λίγο κοιμώμαι η δύστυχη, δεν έκλεισα το μάτι.
   Έχετε γεια, έχετε γεια, πρέπει να σας αφήσω.
   Είναι μακρύς ο δρόμος μου και πότε θα κινήσω";

 -"Γιατί δε μας εξύπνησες κι έμεινες μοναχή σου;
   Σύρε μανούλα στο καλό και δος μας την ευχή σου".

 -"Για το καλό που κάματε, για την ελεημοσύνη,
   ύπνο γλυκό ο Κύριος κι ήσυχο να σας δίνει.
   'Αλλο καλό να σας 'φχηθώ στο κόσμο μας δε ξέρω,
   νύχτα και μέρα το ζητώ και δε μπορώ να εύρω".

 -"Μάνα, η φτώχεια είναι κακή γιατί έχει καταφρόνια".
 -"Τα πλούτη τα δοκίμασα, περάσαν με τα χρόνια".

 -"Μέσα στο λόγγο οι δύστυχοι ζούμε κι εμείς σα λύκοι,
   απ' το καιρό που χάλασε το έρμο το Γαρδίκι".

Ω δυστυχιά μου! Ω δυστυχιά! Ο κόσμος θα χαλάσει!
Και ποιόνε μελετήσανε; Το   Β ά γ ι α   το   Θ α ν ά σ η!

 -"Κι εγώ είμ' η γυναίκα του. Κάμετε το σταυρό σας,
   πάρτε λιβάνι, κάψετε, να διώξτε τον εχτρό σας.
   Εψές τη νύχτα μπήκε 'δω, εστάθηκε σιμά μου...
   Σχωρέστε τόνε, Χριστιανοί, κλάψτε τη συμφορά μου..."

Παίρνει το λόγγο. Το παιδί κι η μάνα ανατριχιάζουν
και το σταυρό τους κάνοντας, τρέμουν που τη κοιτάζουν.


ΠΗΓΕΣ