Παρασκευή, Απριλίου 18, 2014

Το κατα Ματθαιον Ευαγγέλιο του Πιερ Παολο Παζολινι


Ανάμεσα στις πολλές δημιουργίες που κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει και που αντλούν σεναριακά την πηγή της έμπνευσης τους, από τα Πάθη του Χριστού, το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, κατέχει μία διακριτή και περίοπτη θέση. Το φιλμ του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη ξεχωρίζει, διότι μέσα από τον συμβολισμό και τη λυρικότητά του, καταφέρνει να μεταδίδει διαχρονικά τα μηνύματά του, ανεξάρτητα από θρησκείες και έθνη... Του Γιώργου Ρούσσου

Με αφορμή «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (The Gospel According to St. Matthew - 1964), γυρνάμε τον χρόνο πίσω και με οδηγό την κλασσική πλέον ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ανατρέχουμε στη ζωή και στο έργο ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες, του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ενός αυθεντικού καλλιτέχνη που με το έργο του και τη ζωή του, επηρέασε καταλυτικά τις επερχόμενες γενιές. 

«Η μεγάλη δυσκολία του Ευαγγελίου ήταν ακριβώς να μην καταστραφεί η διήγηση του Ματθαίου, να κρατηθεί όρθια πάση θυσία. Αυτό, μεταξύ άλλων με υποχρέωσε να πραγματοποιήσω μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη δική μου οπτική γωνία και σ’ αυτήν του πιστού - ανάμεσα δηλαδή σε δύο διηγήσεις. Νομίζω ότι στάθηκα συνεπής, όσο ήταν δυνατόν. Απ’ την άλλη, η ανατροπή που πραγματοποίησα, είναι φανερή: αναφέρεται σε μια ολόκληρη μικροαστική, αλλά και εμπορική, εικονογραφία. Έκανα το παν για να διαφυλάξω και ν’ αντλήσω την πραγματικότητα της διήγησης του Ματθαίου, κι αυτό, με πολεμική διάθεση: ενάντια στον φανατισμό ενός ορισμένου μαρξισμού κι ενός ορισμένου λαϊκισμού. Θέλησα να καταλάβω τα πάντα, θέλησα να δω μέσα από τα μάτια ενός πιστού μια πραγματικότητα θρησκευτικού τύπου. Στο "Ακατόνε" επρόκειτο για μια κατάδυση επική κι όχι ψυχολογική στον κόσμο που θα περιγραφόταν. Το ζητούμενο του Ευαγγελίου - δηλαδή, η υφολογική σύμφυρση ενός πνευματικού κι ενός απλού, ιδιωτικού κόσμου - είναι ίδιο με αυτό των μυθιστορημάτων μου. Μ’ αυτή την έννοια, το Ευαγγέλιο βρίσκεται πιο κοντά στα μυθιστορήματά μου...» Πιερ Πάολο Παζολίνι

 
Σκηνοθέτης, λογοτέχνης, ποιητής και σεναριογράφος, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1922 στη Μπολόνια, τη χρονιά που ο Μουσολίνι ανέβηκε στην εξουσία. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε διάφορες επαρχιακές πόλεις της Βόρειας Ιταλίας, καθώς το επάγγελμα του πατέρα ως στρατιωτικού, υποχρέωνε την οικογένεια σε συνεχείς μετακινήσεις. Ο πατέρας διοικεί την οικογένεια με αυταρχικό τρόπο. Αλλά το καθοριστικό πρόσωπο στη ζωή του είναι η μητέρα, μόνιμο αντικείμενο λατρείας, στην οποία θα αφιερώσει μερικούς απ' τους πιο δυνατούς του στίχους. Γίνονται έτσι αντιληπτά, έστω κι απ' αυτές τις λίγες ενδείξεις, τα σημάδια ενός τεράστιου οιδιπόδειου συμπλέγματος, του οποίου ο Παζολίνι είχε μια σπάνια όσο και ακραία επίγνωση.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30, η οικογένεια επιστρέφει στην Μπολόνια, όπου ο Παζολίνι τελειώνει το σχολείο και γράφεται στο πανεπιστήμιο. Στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια παίρνει πτυχίο φιλολογίας και παρακολουθεί μαθήματα ιστορίας της τέχνης με τον φημισμένο επιστήμονα Ρομπέρτο Λόνγκι, μία εμπειρία που, λίγο αργότερα, θα επηρεάσει βαθιά το κινηματογραφικό στυλ των πρώιμων ταινιών του.

Το 1942, ενώ ο πατέρας του βρίσκεται αιχμάλωτος στην Κένυα, ο Πιερ Πάολο με τη μητέρα του και τον αδερφό του καταφεύγουν στην Καζάρσα. Τα χρόνια εκείνα, με δικά του έξοδα, ο νεαρός Παζολίνι εκδίδει την ποιητική συλλογή «Ποιήματα στην Καζάρσα», γραμμένα στη διάλεκτο του Φρίουλι. Το 1945, ο μικρότερος αδερφός του, μέλος της ιταλικής αντιστασιακής οργάνωσης, δολοφονείται και η οικογένεια εγκαθίστανται στην Καζάρσα, όπου ο Παζολίνι εργάζεται σαν δάσκαλος ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται σε πνευματικούς - λογοτεχνικούς κύκλους και εκτελεί χρέη γραμματέα του τοπικού παραρτήματος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Το 1949, κατηγορείται για ομοφυλοφιλικές σχέσεις με φοιτητές και αμέσως απολύεται από τη δουλειά κι αποβάλλεται από το Κόμμα.

 
Βαθιά απογοητευμένος ο Παζολίνι, φεύγει στη Ρώμη με τη μητέρα του και ζει δύσκολα χρόνια σε διάφορες περιθωριοποιημένες περιοχές της πόλης. Βγάζει το μεροκάματο κάνοντας ασυνήθιστες δουλειές και γοητεύεται από το λούμπεν προλεταριάτο και τους μικρο-εγκληματίες των συνοικισμών της Ρώμης. Παρ’ όλα αυτά, το «Ragazzi di vita», το πρώτο ολοκληρωμένο μυθιστόρημά του για τη ζωή στο περιθώριο, το οποίο εκδόθηκε το 1955, τον βρίσκει επίσημα κατηγορούμενο για εξύβριση της δημόσιας αιδούς. Αθωώνεται τελικά, εν μέρει λόγω της ισχυρής υποστήριξης πολλών από τους πιο διακεκριμένους διανοούμενους και συγγραφείς της εποχής, όμως αυτή θα ήταν μονάχα η πρώτη από τις αμέτρητες φορές που ο Παζολίνι και το «σκανδαλώδες» έργο του θα αντιμετωπίσουν τη δημόσια αποδοκιμασία...

«Μπορεί να είμαι άπιστος, αλλά είμαι ένας άπιστος που νοσταλγεί την πίστη» Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Ως σεναριογράφος τη δεκαετία του ’50, ο Παζολίνι στράφηκε αργότερα στη σκηνοθεσία με ύφος καθαρά επηρεασμένο από τον νεορεαλισμό. Το αντιφασιστικό του μένος παρέμεινε ευδιάκριτο και στις ταινίες του με αποκορύφωμα το «Σαλό» που παρά τον τρόπο που αποδίδεται, έχει καθαρά πολιτικό περιεχόμενο. Η προσωπική του θέση είναι καθολικά παρούσα στο έργο του και εκφράζεται με σύμβολα, αλληγορίες και παραβολές.

Ο Παζολίνι, υπήρξε αντιεξουσιαστής τόσο πολιτικά όσο και ιδεολογικά και βρήκε το θάρρος σε μία εποχή ιδεολογικής ένδεια, να εξαπολύσει ένα δριμύ «κατηγορώ» εναντίον της αστικής κουλτούρας, με το μανιφέστο που παρουσίασε το 1965, «Ο κινηματογράφος της ποίησης». Το γεγονός ότι οι ταινίες του διαποτίζονταν από ερωτισμό και βία με έντονο το στοιχείο του λυρισμού ωθεί τους κριτικούς να τον αποκαλέσουν «ποιητή του υποκόσμου».

«Μου είπαν ότι έχω τρία είδωλα: τον Χριστό, τον Μαρξ και τον Φρόυντ. Αυτά είναι φόρμουλες. Το μόνο μου είδωλο είναι η πραγματικότητα.» Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Μέσα από το έργο του, αλλά και την προσωπική του θέαση των πραγμάτων, ο Παζολίνι θα διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και γενικότερα. Μέσα από τα βιβλία, τις ταινίες και τις ιδέες του θα ξεσηκώσει σχεδόν σε μόνιμη βάση, θύελλες αντιδράσεων, με τον ίδιο να κάθεται συχνά πυκνά, στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Παράλληλα η οξυδερκής γραφή του, τον έφερε σε επαφή με διακεκριμένους Ιταλούς σκηνοθέτες, όπως ο Μάουρο Μπολονίνι και ο Φεντερίκο Φελίνι, που του ζήτησαν να αναλάβει χρέη σεναριογράφου. Κάπως έτσι, η στροφή του Πιέρ Πάολο Παζολίνι στον κινηματογράφο έγινε πλέον αναπόφευκτη.

Ο σπουδαίος Ιταλός καλλιτέχνης Πιέρ Πάολο Παζολίνι, δολοφονείται τον Νοέμβριο του 1975, στην παραλία της Όστια, κοντά στη Ρώμη, σε μια θέση χαρακτηριστική των μυθιστορημάτων του. Ο Πίνο Πελόζι, συλλαμβάνεται και ομολογεί το έγκλημα. Το 2005, αποσύρει την ομολογία του, υποστηρίζοντας ότι αναγκάστηκε να το κάνει γιατί δεχόταν απειλές κατά του ίδιου και της οικογένειάς του. Ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε εκ νέου μετά την αναίρεση της ομολογίας. Ο τάφος του Πιέρ Πάολο Παζολίνι βρίσκεται στην Καζάρσα, στο αγαπημένο του Φριούλι...

 
«"Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο" είναι ένα κομμάτι της ύπαρξής μου. Έβαλα σ' αυτήν την ταινία το έργο μου και τη ζωή μου.» Πιέρ Πάολο Παζολίνι

 
Η ταινία γυρισμένη το 1964 αποτελεί ίσως την κορυφαία μεταφορά της ζωής του Χριστού στη μεγάλη οθόνη. Είναι από τις λίγες φορές, που ο κινηματογράφος της πρόζας και ο κινηματογράφος της ποίησης συμπλέκονται, συμφύρονται και δημιουργούν ένα αμάλγαμα που διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το παρόν παζολινικό έργο από όλες τις άλλες ως τότε μεταφορές αλλά και όσες θα ακολουθήσουν.

Ο Παζολίνι παρουσιάζει τον λόγο του Ματθαίου, απλό, λιτό και καίριο, χωρίς λογοτεχνικές εξάρσεις, στοχεύοντας στη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια των αφηγούμενων γεγονότων. Όλη η ταινία διακατέχεται από σκηνές άμεσης ανάπλασης που ανταποκρίνονται στην άποψη του πιστού Ματθαίου, ο οποίος καταγράφει εύπιστα χωρίς να κρίνει.

 
Με σκηνές έντονου στιλιζαρίσματος, ο σπουδαίος Πιέρ Πάολο Παζολίνι, μας παραθέτει την άποψή του και καταγράφει τα γεγονότα αμφιβάλλοντας συνεχώς για την πραγματική υπόστασή τους. Χρησιμοποιεί ερασιτέχνες ηθοποιούς και είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου η Σουζάνα Παζολίνι, μητέρα του σκηνοθέτη, υποδύεται την ενήλικη Παναγία και θρηνεί τον νεκρό Χριστό...

Ο Παζολίνι, επιλέγει τη νότιο Ιταλία για τα γυρίσματα της ταινίας του και επιλέγει ο ίδιος τη μουσική και τη χρήση της. Έχουμε έτσι ένα μοναδικό ηχητικό κολάζ. Όπουοι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις του Λουίς Μπακάλοφ, συνδέονται με τα κλασσικά έργα του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Προκόφιεφ. Ενώ παράλληλα αποσπάσματα από τη “Missa Lyba” ή το κλασικό spiritual “Sometimes l feel Like a Motherless Child” ακούγονται στην ταινία διασκευασμένα από τον Μπακάλοφ και τραγουδισμένα από την Odetta.

 
Το "Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο" του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, εκφράζει όλη τη νοσταλγία του δημιουργού του για το μυθικό, το επικό και το ιερό όπως βέβαια το αντιλαμβάνεται ο ίδιος, μακριά από δόγματα και φανατισμούς.

 
«Το Ευαγγέλιο μου έβαζε το εξής πρόβλημα: δεν μπορούσα να το εξιστορήσω σαν ένα κλασικό αφήγημα, γιατί δεν είμαι πιστός, αλλά άθεος. Από την άλλη ήθελα  να διηγηθώ την ιστορία του Χριστού, Υιού του Θεού. Έπρεπε λοιπόν να διηγηθώ μια ιστορία στην οποία δεν πίστευα. Δεν μπορούσε λοιπόν να είμαι εγώ εκείνος που εξιστορεί. Έτσι χωρίς να το θέλω  οδηγήθηκα  στην ανατροπή, όλης μου της κινηματογραφικής τεχνικής και γεννήθηκε αυτό το μάγμα ύφους, που είναι χαρακτηριστικό του κινηματογράφου της ποίησης. Γιατί για να μπορέσω να εξιστορήσω το Ευαγγέλιο, έπρεπε να βυθιστώ στην ψυχή ενός που πιστεύει. Εδώ έγκειται ο έμμεσος ελεύθερος λόγος: απ' τη μια μεριά η αφήγηση βλέπεται με τα δικά μου μάτια και απ' την άλλη, με τα μάτια ενός πιστού και είναι αυτό που προκαλεί το συμφυρμό του ύφους, αυτό το μάγμα που προανέφερα...»Πιέρ Πάολο Παζολίνι
Αναδημοσίευση από το SevenArt

Γκαμπριέλ Γκαρσια Μάρκες (πέθανε σημερα) . Η ζωη του ...

Ο 87χρονος κολομβιανός νομπελίστας ήταν ο πατριάρχης του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού - Αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα προβλήματα υγείας.
Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 87 ετών ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας κολομβιανός συγγραφέας......

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Εδώ και αρκετά χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς έπασχε από καρκίνο στους λεμφαδένες.
Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα, Διαμέρισμα Μαγδαλένα, Κολομβία.
Έκλεισε τα 87 του χρόνια και με την ευκαιρία αυτή βγήκε για λίγα λεπτά από το σπίτι του για να χαιρετίσει τους φωτορεπόρτερ και τους δημοσιογράφους που είχαν συγκεντρωθεί απ' έξω.

Ο συγγραφέας του μνημειώδους μυθιστορήματος Εκατό χρόνια μοναξιά (1967) είχε νοσηλευθεί στις αρχές Απριλίου σε νοσοκομείο της Πόλης του Μεξικού με πνευμονία. Εδώ και αρκετά χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή. Είχε ασθενήσει από καρκίνο στους λεμφαδένες ενώ ο αδελφός του είχε ανακοινώσει πρόσφατα ότι έπασχε και από άνοια.

Η ζωή και το έργο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Γεννημένος το 1927 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, έζησε τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του κοντά στους παππούδες του από τη μεριά της μητέρας του. Τον πατέρα του τον αντιπαθούσε, ενώ τη μητέρα του την πρωτοείδε όταν ήταν δέκα ετών και από το σοκ αυτό δεν συνήλθε ποτέ. Τα χρόνια της παιδικής ηλικίας κοντά στους παππούδες του ήταν το ορυχείο της μελλοντικής αφηγηματικής του έμπνευσης. Ο ίδιος έλεγε πως στη γραφή του προσπαθούσε να συνδυάσει το αφηγηματικό ύφος της γιαγιάς του, η οποία του έλεγε φανταστικές ιστορίες σαν να ήταν πραγματικές, και του Κάφκα. Εξαιρετικά σημαντική ήταν και η επίδραση του συνταγματάρχη παππού του ο οποίος ενέπνευσε πολλούς χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του. «Ημουν οκτώ ετών όταν πέθανε. Από τότε τίποτε σημαντικό δεν μου συνέβη» έλεγε ο Μάρκες. Υπήρξε όμως και φανατικός αναγνώστης από παιδί. Σε ηλικία οκτώ ετών διάβασε τις Χίλιες και μία νύχτες και ο κόσμος των βιβλίων ανήκε στο μεγάλο απόθεμα των αφηγήσεων που τον ακολουθούσαν σε όλη του τη ζωή.

Το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά σπουδές Νομικής και Πολιτικών Επιστημών. Τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο «Η τρίτη παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών και άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Ελ Ουνιβερσάλ. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και την Ευρώπη. Την πρώτη του νουβέλα Τα νεκρά φύλλα (1955) ακολούθησε η νουβέλα Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει (1961) και το μυθιστόρημα Κακιά ώρα (1962).
Εργαζόμενος περιστασιακά ως δημοσιογράφος, σεναριογράφος και κριτικός κινηματογράφου προσπαθούσε να βγάλει το ψωμί του τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής του, τα οποία πέρασαν μέσα σε μεγάλες οικονομικές αγωνίες. Η τύχη του άλλαξε με την έκδοση, το 1967, του μυθιστορήματος που θα τον έκανε διάσημο σε όλον τον κόσμο, έχοντας ξεπεράσει ως τώρα σε πωλήσεις τα 50 εκατ. αντίτυπα, το Εκατό χρόνια μοναξιά. Το πώς γεννήθηκε στο μυαλό του η πρόταση από την οποία ξεπήδησε το μυθιστόρημα είχε αφηγηθεί ο ίδιος, με τον απαράμιλλο τρόπο του, σε συνεντεύξεις: «Είχαµε ξεκινήσει για διακοπές. Οδηγούσα το αυτοκίνητο στον δρόµο προς το Ακαπούλκο όταν σχηµατίστηκε στο µυαλό µου µια πρόταση. Έκανα επί τόπου στροφή, γύρισα στο σπίτι και άρχισα να γράφω».

Το μυθιστόρημα καθιέρωσε τον Μάρκες ως έναν από τους σημαντικούς πεζογράφους της ισπανικής γλώσσας – μάλιστα ο ομότεχνός του Κάρλος Φουέντες τον θεωρούσε τον δεύτερο μεγάλο συγγραφέα στην ισπανική μετά τον Θερβάντες. Αποτελεί κορυφαία μορφή της λατινοαμερικάνικης πεζογραφικής «γενιάς της έκρηξης» και υπήρξε ο πατριάρχης του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού. Έχει περάσει στην ιστορία της λογοτεχνίας ως ένας από τους μεγάλους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το 1982 βραβεύθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του στα οποία το φανταστικό και το ρεαλιστικό παντρεύονται σε έναν πλούσιο, περίπλοκο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου».

Άλλα έργα: Το φθινόπωρο του Πατριάρχη (1975), Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου (1981), Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας (1985), Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα (1992) και Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων (1994).

Ο Μάρκες συνδεόταν με δεσμούς φιλίας με τον Φιντέλ Κάστρο αλλά υποστήριζε ότι το μόνο επαναστατικό καθήκον του συγγραφέα είναι να γράφει όσο καλύτερα μπορεί.

Το 1999 διαγνώστηκε με καρκίνο στους λεμφαδένες. Στη διάρκεια της θεραπείας του πήρε την απόφαση να συντάξει την αυτοβιογραφία του. Τα επόμενα τρία χρόνια, όπως είπε σε συνεντεύξεις του, χάθηκε από προσώπου γης, σταμάτησε τα ταξίδια και τις δημόσιες εμφανίσεις, περιόρισε τις συναντήσεις με τους φίλους του και έγραφε πυρετωδώς. Το 2002 κυκλοφόρησαν τα απομνημονεύματά του των ετών 1927-1950, με τίτλο Ζω για να τη διηγούμαι. Στον τόμο αφηγείται τη ζωή των παιδικών και νεανικών του χρόνων ως τη στιγμή που έκανε πρόταση γάμου στη σύζυγό του Μερτσέντες, η οποία τον στήριξε με αφοσίωση σε όλη τη διάρκεια της κοινής τους ζωής.

Η συγγραφική σιωπή του μετά τις Θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου (2004) είχε τροφοδοτήσει πολλά δημοσιεύματα τα οποία έκαναν λόγο για επιδείνωση της ασθένειάς του και άλλα προβλήματα υγείας, ορισμένα μάλιστα μιλούσαν ακόμη και για θάνατο του Μάρκες. Το 2012, μιλώντας σε φοιτητές στην Καρταχένα στην Κολομβία, ο αδελφός του Χάιμε είχε ανακοινώσει ότι ο «Γκάμπο», όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά η οικογένεια και οι φίλοι του, έπασχε από τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Read more: http://www.i-diadromi.gr/2014/04/blog-post_3494.html#ixzz2zBLoaj65

Τετάρτη, Απριλίου 16, 2014

Frank Serpico, ο τίμιος μπάτσος της Ν Υόρκης


Ο θρυλικός αστυνομικός της Νέας Υόρκης, που πρώτος ξεσκέπασε το διεφθαρμένο κύκλωμα του Σώματος της πόλης του, γεννήθηκε στις 14 Απριλίου 1936 και έγινε ευρύτερα γνωστός το 1973, όταν ενσαρκώθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Αλ Πατσίνο στην ταινία «Serpico».
Οι καταγγελίες του για την ευρεία διαφθορά της αστυνομίας της Νέας Υόρκης τον μετέτρεψαν σε παρία του Σώματος. Το 1971, μια σφαίρα καρφώθηκε στο πρόσωπό του σε μια έφοδο για ναρκωτικά, τα θραύσματα της οποίας παραμένουν ακόμη πάνω του, ενώ έχει χάσει την ακοή από το αριστερό του αυτί. Η κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής Knapp για τους χρηματισμούς και τους εκβιασμούς των συναδέλφων του πυροδότησε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία του αστυνομικού σώματος και οδήγησε σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις αστυνομικών.
Μεγάλωσε από Ιταλούς μετανάστες γονείς στο Μπρούκλιν. Λάτρευε τα αστυνομικά μυθιστορήματα και ως παιδί ονειρευόταν να φορέσει τη στολή του αστυνομικού. Μετά από μια επίσκεψή του στην Ιταλία σε μικρή ηλικία, αγάπησε τον κόσμο και τα ταξίδια. Σε ηλικία 18 ετών εγγράφτηκε στο στρατό, ενώ το 1959 έγινε αστυνομικός του Σώματος της Νέας Υόρκης. Η χίπικη εμφάνισή του και ο ζήλος του να προχωράει σε συλλήψεις ακόμη και εκτός βάρδιας δεν προκάλεσε τη συμπάθεια των συναδέλφων του. Η αγάπη του για το μπαλέτο και την όπερα δεν ταίριαζαν με το συντηρητικό πρόσωπο του σώματος. Ζούσε μια μποέμικη ζωή σε ένα μικρό διαμέρισμα, ήταν γνωστός ως ο «Πάκο» και έκρυβε το αστυνομικό του σήμα.
Ο ιδεαλιστής αξιωματικός Σέρπικο αντέδρασε από νωρίς στις κλίκες και τα λαδώματα από εγκληματίες, τζογαδόρους και κοινούς εμπόρους. Αρνήθηκε να αποδεχτεί την απληστία, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει εχθρούς εντός και εκτός του σώματος.
Το 1967, ο Σέρπικο άρχισε να εξιστορεί τα όσα γνώριζε σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους στο αρχηγείο της αστυνομίας και το δημαρχείο της πόλης. Μιλούσε με ονόματα, ημερομηνίες, αλλά κανείς δεν αντιδρούσε. Εκνευρισμένος, μαζί με έναν φίλο και συνάδελφό του, αποφάσισε να απευθυνθεί σε έναν ρεπόρτερ των New York Times.
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας στις 25 Απριλίου 1970 άσκησε πίεση προς το δήμαρχο John V. Lindsay να συστήσει την επιτροπή Knapp, ενώπιον της οποίας ο Σέρπικο κατέθεσε ότι «δεν υφίσταται ακόμη η κατάσταση όπου ένας τίμιος αστυνομικός να μπορεί να δρα χωρίς φόβο, κοροϊδία ή αντίποινα από τους συναδέλφους του».
Η επιτροπή διενέργησε την ευρύτερη έρευνα στο εσωτερικό της αστυνομίας στην ιστορία της πόλης και αποκάλυψε ένα καθεστώς παγιωμένης διαφθοράς και συγκάλυψης που οδήγησε στην αναμόρφωση του σώματος.
Για το ρόλο του ως ο Φρανκ Σέρπικο, το 1973, ο Αλ Πατσίνο κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Στην ταινία, ο Σέρπικο είναι ο τίμιος αστυνομικός που ματωμένος μεταφέρεται με το όχημα της διμοιρίας του στο νοσοκομείο, όπου μήνες μετά τη θεραπεία του, λαμβάνει κάρτες που του εύχονται «να σαπίσει στην κόλαση». Αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Νέα Υόρκη και να μεταβεί στην Ευρώπη. Στο τέλος της ταινίας αναφερόταν ότι «πλέον ζει κάπου στην Ελβετία».
Χρόνια αργότερα, αφότου ταξίδεψε στο εξωτερικό, γύρω στο 1980 επέστρεψε στις ΗΠΑ, όπου αποφάσισε να ζήσει ως νομάς. Πλέον, ζει ως μοναχός σε ένα μικρό δωμάτιο χτισμένο στο δάσος κοντά στον ποταμό Hudson, δύο ώρες περίπου από τη Νέα Υόρκη. Αποφεύγει τον καταναλωτισμό, τον οποίο αποκαλεί ως «μια άσχημη αμερικανική συνήθεια» και την πλύση εγκεφάλου εκ μέρους των Μέσων. Τρέφεται αποκλειστικά με φυτικές και οργανικές τροφές, μαγειρεύει σε φούρνο που λειτουργεί με ξύλα, ο οποίος ζεσταίνει και το δωμάτιό του και δεν έχει ούτε τηλεόραση ούτε Ίντερνετ. «Αυτή είναι η ζωή μου τώρα», λέει ο ίδιος. «Το δάσος, η φύση και η απομόνωση».
TVXS 

Τα απόκρυφα βιβλία του Ενωχ

Το βιβλίο του Ενώχ ήταν σεβαστό εξίσου και από τους χριστιανούς και από τους εβραίους, αλλά αργότερα κρίθηκε αρνητικά από ισχυρούς θεολόγους εξαιτίας των επίμαχων αναφορών του πάνω στη φύση και τις ενέργειες των έκπτωτων αγγέλων. Οι ενωχιανές γραφές, μαζί με πολλές άλλες γραφές που αφαιρέθηκαν (ή χάθηκαν) από τη Βίβλο, αναγνωρίστηκαν ευρέως από πολλούς εκκλησιαστικούς πατέρες των παλαιών εποχών ως απόκρυφες γραφές. 
Για να καταλάβουμε καλύτερα τον πιθανό λόγο της παράλειψής του από τη Βίβλο πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τον όρο «απόκρυφα». ‘Απόκρυφος’ σημαίνει ‘κρυμμένος, μυστικός’. Αρχικά ήταν ένας όρος επαινετικός και όταν άρχισε να σχετίζεται με τα ιερά και θρησκευτικά βιβλία σήμαινε ότι το περιεχόμενό τους ήταν αρκετά δοξασμένο ώστε να είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό. Σιγά σιγά έγινε αποδεκτή η ιδέα ότι τέτοιου είδους βιβλία έπρεπε να διαβάζονται μόνο από σοφούς. Συνεπώς ο όρος «απόκρυφος» άρχισε να παίρνει αρνητική σημασία εξαιτίας του ορθόδοξου σκεπτικού να παραμείνουν στο σκοτάδι και να μη γίνουν γνωστές οι διδαχές των βιβλίων αυτών. Τα απόκρυφα βιβλία διαβάζονταν μόνο στους εσωτερικούς κύκλους των αφοσιωμένων πιστών. Το ιερατείο, το οποίο δεν επετράπη να εισέλθει σε τέτοιους κύκλους γιατί δε θεωρούταν διαφωτισμένο, έκρινε τα απόκρυφα βιβλία ως αιρετικά και των οποίων η ανάγνωση απαγορεύτηκε από όλους.
Το βιβλίο του Ενώχ κρίθηκε ως αιρετικό από τους μετέπειτα εκκλησιαστικούς πατέρες κυρίως επειδή το θέμα του αφορούσε τη φύση και τις πράξεις των έκπτωτων αγγέλων. Στην πραγματικότητα αυτό τους εξόργισε. Και ορισμένοι ραβίνοι δε πίστευαν καν σε αυτό. Πιθανώς κρίθηκε τόσο βέβηλο ώστε να το αποκηρύξουν, να το καταραστούν, να το απαγορεύσουν, ακόμη και να το κάψουν. Τελικά το βιβλίο χάθηκε (ή βολικά ξεχάστηκε) για χιλιάδες χρόνια. 

Αλλά με μία μυστηριώδη εμμονή το Βιβλίο του Ενώχ βρήκε το δρόμο του πίσω στην κυκλοφορία πριν δύο αιώνες.
Το 1773 φήμες ενός επιζώντος αντιγράφου του βιβλίου οδήγησαν το σκωτσέζο εξερευνητή James Bruce στη μακρινή Αιθιοπία, Οι διαδόσεις ήταν αληθινές, το Βιβλίο του Ενώχ φυλασσόταν από την αιθιοπική εκκλησία, η οποία το είχε τοποθετημένο δίπλα από άλλα βιβλία της Βίβλου. Ο Bruce εξασφάλισε όχι ένα αλλά τρία αντίγραφα του βιβλίου και τα έφερε πίσω στην Ευρώπη και τη Βρετανία. Όταν το 1821 ο Δρ. Richard Laurence, ένας εβραίος καθηγητής στην Οξφόρδη, παρουσίασε την πρώτη αγγλική μετάφραση του βιβλίου, ο μοντέρνος κόσμος κέρδισε μία πρώτη ματιά στα απαγορευμένα ενωχιανά μυστικά.
Πολλοί ειδικοί ισχυρίζονται ότι η παρούσα μορφή του βιβλίου του Ενώχ γράφηκε κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα π.Χ. και ήταν δημοφιλές και λαοφιλές για τουλάχιστον 500 χρόνια. Το προγενέστερο αιθιοπικό κείμενο προφανώς γράφηκε με το πρότυπο ενός ελληνικού χειρόγραφου του βιβλίου, το οποίο με τη σειρά του ήταν αντίγραφο ενός προγενέστερου κειμένου. Το πρωτότυπο γράφηκε σε σημιτική γλώσσα, ίσως και αραμαϊκά. 
Αν και κάποτε πιστευόταν ότι είναι προ-χριστιανικό (οι ομοιότητες στη χριστιανική διδασκαλία και ορολογία είναι εντυπωσιακές), πρόσφατες ανακαλύψεις αντιγράφων του βιβλίου στη Νεκρά Θάλασσα αποδεικνύουν πλέον ότι υπήρχε πριν την εποχή του Χριστού. Αλλά η ημερομηνία της πρωτότυπης γραφής στην οποία βασίζονται αυτά τα αντίγραφα καλύπτονται από ασάφεια. Με μία λέξη και απλά… είναι πολύ παλιά.
Σε μεγάλο βαθμό οι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι το βιβλίο δε περιέχει τις αυθεντικές λέξεις του αρχαίου βιβλικού πατριάρχη Ενώχ, εφόσον είχε ζήσει χιλιάδες χρόνια πριν την πρώτη εμφάνιση του αποδοθέντος σε αυτόν βιβλίου.
Παρά την άγνωστη του προέλευση, οι χριστιανοί κάποτε αποδέχονταν τα λεγόμενα του Βιβλίου του Ενώχ ως αυθεντικά χειρόγραφα, ιδιαίτερα το χωρίο που αναφέρεται στους έκπτωτους και την προφητική τους κρίση. Στην πραγματικότητα πολλές από τις ιδέες και σκέψεις που χρησιμοποιήθηκαν από το Χριστό φαίνονται συνδεδεμένες με τους όρους και τις ιδέες του Βιβλίου του Ενώχ. Είναι δύσκολο να μη λάβουμε υπόψη μας το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς όχι μόνο διάβασε το βιβλίο, αλλά επίσης το σεβάστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να υιοθετήσει και να επεξεργαστεί με ακρίβεια συγκεκριμένες περιγραφές για την επερχόμενη βασιλεία και το θέμα της αναπόφευκτης κρίσης από τους αμαρτωλούς.

Περίληψη του βιβλίου του Ενώχ
Κάποιοι λοιπόν ισχυρίζονται πως ό,τι είναι σήμερα γνωστό ως το βιβλίο του Ενώχ, είναι στην πραγματικότητα μία συλλογή γραμμένη από εβραίους συγγραφείς από διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Αυτό που έχουν κοινό είναι ότι όλα αποδίδονται στον προκατακλυσμιαίο Ενώχ. 
Ο Ενώχ, ο έβδομος πατριάρχης από τη δημιουργία, ήταν ένας ενάρετος άνθρωπος, που έζησε την αμαρτωλή εποχή πριν τον κατακλυσμό, τον οποίο ο Θεός «πήρε» από τον κόσμο μετά από 365 χρόνια επίγειας ζωής. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο του Ενώχ υπάρχουν ορισμένες παραδόσεις που σχετίζονται με το Νώε. Κάποια στιγμή αυτά τα διάφορα αποσπάσματα συλλέχθηκαν και οργάνωσαν σε πέντε μικρότερα «βιβλία» το βιβλίο του Ενώχ. 

1. Το βιβλίο των Παρατηρητών (1ο βιβλίο) 
Είναι γενικώς αναγνωρισμένο ότι είναι μία εισαγωγή όλου του βιβλίου του Ενώχ, καθώς το κυρίως θέμα αυτής της ανθολογίας είναι η τελική κρίση. 
Είναι το μέρος του βιβλίου που αναφέρεται στο επίμαχο αυτό σημείο της πτώσης των αγγέλων (Παρατηρητές). Και τα ονόματα αυτών: Σεμιάζας, ο αρχηγός μεταξύ όλων, Αρακίμπα, Αζαήλ, Ραμιήλ, Δανήλ, Εζεκήλ, Μπαραγκιζάλ, Αρμάρος, Μπαταρήλ, Ανανήλ, Ζακιήλ, Σαμσαπιήλ, Σαταρήλ, Τουρήλ, Ιομζαήλ, Σαριήλ 
Περιγράφει πως οι έκπτωτοι αυτοί άγγελοι έρχονται σε ερωτική επαφή με τις γήινες γυναίκες και γεννούν γιγάντιους απογόνους (Νέφελιμ), ερχόμενοι σε αντίθεση με το θέλημα του Θεού. Οι άγγελοι αυτοί μετέδωσαν στους ανθρώπους απαγορευμένες γνώσεις και ικανότητες, Οι γίγαντες που προήλθαν από τη συνεύρεση αγγέλων – ανθρώπων σκόρπισαν πολύ αίμα στη γη. Σε αυτή την αφήγηση βλέπουμε περιγραφές βεβήλωσης των μυστηρίων. Οι έκπτωτοι εξέθεσαν την απόκρυφη και θεόπνευστη σοφία στις επίγειες γυναίκες με τρόπο ασεβή και να παίρνουν με βάναυση δύναμη πλεονεκτήματα από αυτή τη βεβήλωση του θεϊκού νόμου, με αποτέλεσμα την επικράτησή τους. Μόνο ένας κατακλυσμός θα μπορούσε να εξαλείψει αυτή τη μόλυνση και τη διαφθορά, και να προετοιμάσει το δρόμο για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου, η οποία διαταράχθηκε από αυτά τα έκνομα πλάσματα… Ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ και ο Ραφαήλ άκουσαν τις εκκλήσεις των ταλαιπωρημένων, ανθρώπων απευθύνθηκαν στο Θεό κατηγορώντας τους έκπτωτους. Οι έκπτωτοι άγγελοι τιμωρήθηκαν και τα παιδιά τους καταστράφηκαν. Στον άγγελο Ουριήλ ανατέθηκε να πάει στο Νώε και να τον καθοδηγήσει να φτιάξει την κιβωτό, προκειμένου να σωθεί το ανθρώπινο γένος από την επερχόμενη καταστροφή. Έπειτα παρουσιάζεται ο Ενώχ να ανεβαίνει στους ουρανούς και να του ανατίθεται η αποστολή να ανακοινώσει στους αγγέλους ότι δε θα βρουν συγχώρεση και ειρήνη, και ότι το πνεύμα των Νέφελιμ θα παρέμενε στη γη. Τελειώνοντας το πρώτο αυτό χωρίο κάνει αναφορά στα ταξίδια του πατριάρχη σε μέρη όπου δεν είχε πατήσει άνθρωπος.

2. Το βιβλίο των παραβολών του Ενώχ (2ο βιβλίο)
Στο βιβλίο του Ενώχ βρίσκουμε τρεις παραβολές (αποκαλυπτικές ομιλίες) που αποδίδονται στον Ενώχ. Στη πρώτη παραβολή, αποκαλύπτεται ότι θα υπάρξει τελική κρίση. Ο Ενώχ βλέπει τα ιερά μέρη των αγίων, και βλέπει και τον Εκλεκτό, στου οποίου τις ημέρες η τιμιότητα θα επικρατήσει. Οι τίμιοι και οι εκλεκτοί θα τον ακολουθούν για πάντα.. Στη δεύτερη παραβολή φανερώνει ότι ο Εκλεκτός θα κρίνει τους αμαρτωλούς. Ο ουρανός και η γη θα μεταμορφωθούν και οι αμαρτωλοί θα εξαφανιστούν από προσώπου γης. Ο Υιός του Θεού θα έρθει στη Γη για να ανατρέψει τους δυνατούς. Σε εκείνες τις ημέρες οι έντιμοι θα προσεύχονται για εκδίκηση και το αίμα τους θα εμφανιστεί ενώπιον του Θεού μέχρι την κρίση,. Λέγεται ότι είχε δοθεί όνομα στον Υιό του Θεού πριν τη γέννησή του. Ο Υιός του Θεού, γνωστός ως Μεσσίας ή ο Εκλεκτός, θα κρίνει το ανθρώπινο είδος και τους αγγέλους. Στην τρίτη παραβολή αποκαλύπτονται περισσότερα σχετικά με την τελική κρίση. Οι τίμιοι θα λάβουν την αιώνια ζωή. Ο Θεός θα δείξει περισσότερο έλεος σε εκείνους που κατοίκησαν πάνω στη Γη την εποχή της κρίσης, αλλά θα αποδώσει αμοιβές και τιμωρίες.

3. Το βιβλίο των ουράνιων αστρικών σωμάτων (3ο βιβλίο)
Το βιβλίο αυτό είναι μία έκθεση των κοσμικών και των αστρολογικών φαινομένων. Ο Ενώχ ταξιδεύει στους ουρανούς υπό την καθοδήγηση του αρχάγγελου Ουριήλ. Χιλιάδες αγγέλων δουλεύουν για να ελέγχουν στο σύμπαν. Η γη ως αναπαράσταση είναι ένας επίπεδος δίσκος πάνω από το οποίο είναι τοποθετημένο ένας ημισφαιρικός ουρανός. Εκεί όπου βρίσκονται η γη και ο ουρανός υπάρχουν δώδεκα ανοίγματα, δώδεκα «πύλες, έξι στα δυτικά και έξι στα ανατολικά, μέσω των οποίων ο ήλιος και το φεγγάρι ανατέλλουν και δύουν». Εξηγείται επίσης ότι ο Θεός έχει οργανώσει το σύμπαν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν οι άνθρωποι με το ηλιακό ημερολόγιο να κρατούν την ώρα.

4. Τα οράματα (4ο βιβλίο)
Στο εδάφιο αυτό βρίσκονται δύο οράματα. Ο Ενώχ προβλέπει την επερχόμενη πλημμύρα. Βλέπει τους ουρανούς να πέφτουν στη γη και τότε ολόκληρη τη γη να καταβροχθίζεται από ένα τεράστιο χάος. Είναι μία προφητική ενόραση μιας πλημμύρας η οποία θα μπορούσε να καταστρέψει τη γη. Ο Ενώχ καθοδηγήθηκε να προσευχηθεί έτσι ώστε να διασωθεί κάποιο αγαθό από την Κρίση: Ο Νώε και η οικογένειά του. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι από την οπτική πλευρά του συγγραφέα η πλημμύρα προεικονίζει την τελική κρίση και την καταστροφή των αμαρτωλών.
Ακολουθεί το όραμα της πορείας της μέχρι τότε ιστορίας, από τον Αδάμ μέχρι την περίοδο των Μακκαβαίων. Όλες οι δραματικές προσωπικότητες , όλες οι γενεές και οι Παρατηρητές περιγράφονται ως ζώα, με εξαίρεση το Νώε και το Μωυσή οι οποίοι μεταμορφώνονται από ζώα σε ανθρώπινες υπάρξεις. Ωστόσο οι άγγελοι εμφανίζονται ως λευκοί άνθρωποι. Για το λόγο αυτό το σημείο αυτό του βιβλίου αποκαλείται και ως Ζωώδης Αποκάλυψη.

5. Το γράμμα του Ενώχ (5ο βιβλίο)
Το μέρος αυτό είναι γνωστό ως το γράμμα του Ενώχ και αποτελείται από δύο εδάφια: την Αποκάλυψη των Εβδομάδων και την επιστολή του Ενώχ στους γιους του που περιλαμβάνει προτροπές προς τους τίμιους και συμφορές στους αμαρτωλούς . Εξηγεί ότι ξέρει πως θα έρθει η τελική κρίση όταν οι έντιμοι θα αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις κατηγορίες των αμαρτωλών, ενώ οι πονηροί θα τιμωρηθούν. Ότι ο Θεός διόρισε ένα χρονικό διάστημα για να αποδοθεί η δικαιοσύνη. Οι τίμιοι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί, να μη φοβούνται τους αμαρτωλούς ή να παραπλανιούνται από την ευημερία τους.





Πηγές:
www.abu.nb.ca/Courses?NTIntro/InTest/1Enoch.htm
www.themystica.com/mystica/articles/e/enoch_book_of_history.html
www.heaven.net.nz/writings/thebookofenoch.htm
www.meta-religion.com/World_Religions/Christianity/Other_Books/Old_Testament_Apocrypha/book_of_enoch.htm
Απόκρυφες Ιστορίες - εκδόσεις Αρχέτυπο


Ολόκληρο το άρθρο ΕΔΩ 

http://www.artofwise.gr/anadromes/205-to-vivlio-tou-enox.html


Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

Αφιέρωμα στον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και στη θρυλική «Καζαμπλάνκα»

Σαν σήμερα, στις 14 Ιανουαρίου του 1957, φεύγει από τη ζωή ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ένας ηθοποιός που ταύτισε την είκονά του με μία σειρά αστυνομικών ταινιών μυστηρίου κατά την χρυσή εποχή του Χόλιγουντ. Ένας καλλιτέχνης που με τις ερμηνείες του δημιούργησε έναν αρχετυπικό χαρακτήρα που έμελλε να επηρεάσει την έβδομη Τέχνη, όσο λίγοι. Του Γιώργου Ρούσσου.
 
 
Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ή Bogey, όπως συνήθιζαν να τον λένε οι φίλοι του, (παρατσούκλι που του είχε κολλήσει ο φίλος του ηθοποιός Σπένσερ Τρέισι), γεννήθηκε το 1899 στη Νέα Υόρκη. Ήταν ένα κράμα ευσυνειδησίας, καλοσύνης, ταλέντου αλλά και μεγάλος φαν της οινοποσίας, του καπνίσματος, αλλά και της άστατης ζωής.
 
Ο Μπόγκαρτ, αγαπούσε πολύ το διάβασμα, το σκάκι και την κλασική μουσική. Είχε πολλούς φίλους ηθοποιούς που τον βοήθησαν να παίξει μικρούς ρόλους στο Broadway. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 υπογράφει συμβόλαιο με τη Fox, αλλά επειδή δεν έρχεται η πολυπόθητη επιτυχία, η συμφωνία διακόπτεται.


 
Απτόητος ο Βogey, το 1936, θα παίξει στην κινηματογραφική μεταφορά της θεατρικής επιτυχίας του Ρόμπερτ Σέργουντ "Το Απολιθωμένο Δάσος". Εκεί θα υποδυθεί τον φονιά Ντιούκ Μάντι, μετά από επίμονη προτροπή του σπουδαίου ηθοποιού Λέσλι Χάουαρντ.
 
Μετά από αυτό, υπογράφει συμβόλαιο με την Warner, παίζοντας σε δεύτερους ρόλους κατά το διάστημα 1936 - 1940, μέχρι που πρωταγωνιστεί στο "Γεράκι της Μάλτας" το 1941. Όλο αυτόν τον καιρό, έχει αρχίσει και καταξιώνεται και ως ηθοποιός, υποδυόμενος συνήθως τον γκάνγκστερ ή τον μαφιόζο. Παράλληλα ταυτίζεται με τον αυτοδημιούργητο άνθρωπο, που μάχεται για έναν δίκαιο κόσμο μέσα στη διεφθαρμένη κοινωνία εκείνης της εποχής. Δε διστάζει μάλιστα να εκφράσει έντονα την αντίθεσή του για τον Μακάρθι.


 
Στο "Γεράκι της Μάλτας", του Χιούστον, υποδύεται τον χαρακτήρα που έγινε το σήμα κατατεθέν του, αυτό του κυνικού αλλά και συνάμα έξυπνου και ευαίσθητου ιδιωτικού ντετέκτιβ. Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία και διεθνής αναγνώρισή έρχεται όμως με τη γνωστή σε όλους μας και κλασσική πια, «Καζαμπλάνκα», στην οποία συνεργάστηκαν ιερά τέρατα, όπως οι ηθοποιοί: Μαξ Στάινερ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο σκηνοθέτης Μάικλ Κερτίζ.
 
“Θα έχουμε πάντα το Παρίσι...”
«Καζαμπλάνκα» του Μάικλ Κερτίζ (1942)


 
Στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εξωτική Καζαμπλάνκα στο Μαρόκο, αποτελεί σταυροδρόμι των λαών που ψάχνουν μια διέξοδο από τα δεινά της Ευρώπης κι ένα εισιτήριο, προς την ελεύθερη Αμερική. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο πολιτικοί πρόσφυγες, τυχοδιώκτες, απατεώνες, καταζητούμενοι, καιροσκόποι, αντιστασιακοί, ένα σωρό διαφορετικοί άνθρωποι, που όλοι τους αναζητούν μια ελπίδα για επιβίωση. Εδώ βρίσκεται κι ο Ρικ (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ), ένας Αμερικανός ιδιοκτήτης νυχτερινού κλαμπ.
 
Ο Ρικ είναι κυνικός, απόμακρος και επιφανειακά σκληρός. Μια μέρα όμως, εμφανίζεται στο κλαμπ του, η πρώην αγαπημένη του, Ίλσα (Ίνγκριντ Μπέργκμαν), με την οποία έζησε έναν μεγάλο έρωτα στο Παρίσι, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Η Ίλσα τότε τον είχε εγκαταλείψει ανεξήγητα. Τώρα, η ξαφνική της επανεμφάνιση, τον αναστατώνει, καθώς ο έρωτας ανάμεσά τους ξαναφουντώνει. Ο Ρικ σύντομα καταλαβαίνει ότι η Ίλσα τον άφησε τότε από υποχρέωση στο σύζυγό της, Βίκτωρ Λάζλο, έναν θρυλικό αντιστασιακό, που καταζητείται από τους ναζί.


 
Ο Ρικ θα αντιμετωπίσει έτσι ένα ηθικό δίλημμα, να διεκδικήσει ξανά τον μεγάλο του έρωτα ή να θυσιαστεί για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, όπως είναι ο παγκόσμιος αγώνας ενάντια στον ναζισμό και να βοηθήσει τον Βίκτωρ και την Ίλσα να δραπετεύσουν στην Αμερική;
 
Αλήθεια, τι μπορεί να πει κανείς για αυτήν την ταινία; Ό,τι και να ειπωθεί, είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό το μνημειώδες φιλμ. Μια ταινία που καταλαμβάνει, δικαίως, περίοπτη θέση στην ανθολογία του παγκόσμιου σινεμά, διδάσκεται σε κινηματογραφικές σχολές και επηρέασε όσο λίγες, εκατοντάδες δημιουργούς.


 
Μια ταινία σεναρίου, με απογειωτική αρχή που κορυφώνεται σ' ένα από τα καλύτερα, φινάλε στην ιστορία της 7ης Τέχνης. Υπέροχη μουσική (υποψήφια για το αντίστοιχο Όσκαρ), μαγικά σκηνικά και κοστούμια, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία (υποψήφια επίσης για Όσκαρ), προκαλεί απλά δέος. Με το μοντάζ (και αυτό υποψήφιο για Όσκαρ), να είναι θέμα σεμιναρίου, αφήσαμε επίτηδες για το τέλος τις απαράμιλλες ερμηνείες, του Χάμφρει, της Ίνγκριντ αλλά και όλου του υπόλοιπου καστ.
 
Πρόκειται παράλληλα για ένα από τα καλύτερα καστ που συνεργάστηκαν στη μεγάλη οθόνη. Κατά ειρωνικό τρόπο όμως δεν κέρδισαν Όσκαρ, παρόλο που οι Μπόγκι και Κλοντ Ρέινς είχαν προταθεί.
 
Είναι χαρακτηριστικό ότι το Αμερικανικό Συνδικάτο Σεναριογράφων, την έχει βραβεύσει ως το «καλύτερο σενάριο όλων των εποχών», ενώ το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει αναδείξει ως την τρίτη καλύτερη αμερικανική ταινία όλων των εποχών, πίσω μόνο από τα φιλμ: «Πολίτης Κέιν» και «Ο Νονός»!


 
Η «Καζαμπλάνκα» είναι μία ταινία μύθος, μία μοναδική ερωτική ιστορία, που συνεχίζει να συγκινεί γενιές και γενιές. Σ' ένα ονειρικό, κοσμοπολίτικο φόντο, στην εξωτική Αφρική, με διεθνείς ίντριγκες, αντιστασιακούς αλλά και αδίστακτους ναζί.
 
Μια περίπλοκη, συναρπαστική ιστορία με έντονο πολιτικό, αλλά και πατριωτικό παρασκήνιο, που περιγράφεται αριστοτεχνικά μέσα από τη λιτή αφήγηση του σκηνοθέτη Μάικλ Κερτίζ. Παράλληλα έχουμε κι ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο φωτιά, αυτό των Χάμφρει Μπόγκαρτ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Ένα ζευγάρι, που η κινηματογραφική τους χημεία, ζωντάνεψε στην μεγάλη οθόνη έναν έρωτα που ήταν γραφτό να μη σβήσει ποτέ...


 
Ο ικανότατος σκηνοθέτης Μάικλ Κερτίζ, συνταίριαξε σε σωστές δόσεις, το δράμα, το μελόδραμα, την κωμωδία και την ίντριγκα, δημιουργώντας ένα σφιχτοδεμένο σύνολο. Όλα τα στοιχεία στην «Καζαμπλάνκα», το σενάριο, η ηθοποιία, η φωτογραφία, η σκηνοθεσία, αλλά και η μουσική, βρίσκονται μεταξύ τους σε υπέροχη αρμονία, χωρίς κανένα να επικρατεί και να υπερτερεί του άλλου, δημιουργώντας ένα εκπληκτικό σύνολο.
 
Η ταινία βασίστηκε στο θεατρικό των Μάρεϊ Μπάρνετ και Τζόαν Άλισον, «Everybody comes to Rick's». Αρχικά το φιλμ ξεκίνησε σαν ένα συνηθισμένο φιλμ προπαγάνδας αλλά τελικά έγινε μία από τις πιο ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών. Παρά την αρχική φήμη ότι τον πρωταγωνιστικό ρόλο θα είχε ο Ρόναλντ Ρίγκαν, ο παραγωγός της ταινίας, Χαλ Ουόλις, είχε τον Μπόγκαρτ στο μυαλό του από την πρώτη στιγμή. Επίσης, οι παραγωγοί είχαν σκεφτεί αρχικά στο ρόλο της Ίλσα, τη Γαλλίδα σταρ, Μισέλ Μοργκάν. Επέλεξαν όμως τελικά την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και αυτή ήταν μια απόφαση που δεν θα τη μετάνιωναν ποτέ, όπως απέδειξε η ιστορία.


 
Εκτός όμως από τις επιτυχημένες επιλογές του πρωταγωνιστικού ζευγαριού και οι υπόλοιπες προσθήκες του καστ, διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας. Πραγματικά, πολύ δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε κάποιον άλλο ως Γάλλο διοικητή Ρενό από τον Κλοντ Ρέινς. Όπως επίσης έξοχοι ήταν και οι Πίτερ Λόρε και Σίντνεϊ Γκρίνστριτ, που είχαν συνεργαστεί ξανά με τον Μπόγκαρτ στο "Γεράκι της Μάλτας".
 
Όλοι οι χαρακτήρες ζωντάνεψαν έξοχα σε αυτή την ταινία. Το στούντιο της Warner Bros. Pictures, είχε διαθέσιμο έναν πλούτο καταξιωμένων ηθοποιών, ο οποίος είχε αυξηθεί ακόμα περισσότερο λόγω του πόλεμο, με πολλούς Ευρωπαίους “πρόσφυγες” ηθοποιούς. Καλλιτέχνες εγνωσμένης αξίας που είχαν διαπρέψει στην Ευρώπη, δέχτηκαν με χαρά μικρούς ρόλους εδώ, λόγω των συνθηκών, δίνοντας εξαιρετική υποκριτική ποιότητα στην ταινία. Έτσι λοιπόν, τριάντα τέσσερα περίπου διαφορετικές εθνικότητες απαρτίζουν συνολικά το πολυσυλλεκτικό καστ της ταινίας και μας θυμίζουν πώς πραγματικά ήταν η "Καζαμπλάνκα" την εποχή του πολέμου.


 
Μόνο τυχαίο λοιπόν δεν είναι το γεγονός, πως έξι ατάκες της ταινίας μας, βρίσκονται στη λίστα με τις κλασικότερες όλων των εποχών, στον πίνακα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου. Ας τις θυμηθούμε παρέα:
 
«Here's looking at you, kid» - Καλή σου τύχη, μικρή (5η θέση)
 
«Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship» - Λούι, νομίζω ότι αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας (20η θέση)
 
«Play it, Sam. Play “As Time Goes By”» - Παίξ’ το Σαμ. Παίξε το τραγούδι “As Time Goes By” (28η θέση)
«Round up the usual suspects» - Μαζέψτε τους συνήθεις ύποπτους (32η θέση)
 
«We 'll always have Paris» - Θα έχουμε πάντα το Παρίσι (43η θέση)
 
«Of all the gin joints in all the towns in all the world, she walks into mine» - Απ’ όλα τα μπαρ, σε όλες τις πόλεις του κόσμου, αυτή μπαίνει στο δικό μου (67η θέση)


 
Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης Μαξ Στάινερ, με κορυφαία στιγμή τη «μάχη των τραγουδιών», όπου Σύμμαχοι και Γερμανοί αντιπαρατίθενται συμβολικά στο κλαμπ του Ρικ, τραγουδώντας οι μεν τη «Μασσαλιώτιδα», οι δε, έναν ναζιστικό ύμνο.


 
Και φυσικά, μία από τις κορυφαίες στιγμές της ταινίας είναι και το τραγούδι «As Time Goes By» του Χέρμαν Χάπφελντ, πάνω στο οποίο ο Στάινερ έχτισε όλο του το μουσικό θέμα, κάνοντάς το μία από τις πιο κλασικές μελωδίες στην ιστορία του σινεμά.
 
Το τραγούδι αυτό, όχι μόνο ήταν το ερωτικό θέμα του ζευγαριού, αλλά και το κύριο συνδετικό τέχνασμα του Στάινερ για τους χαρακτήρες. Συνδέει τον Ρικ με την Ίλσα, το παρόν με το παρελθόν, το κοινό με τους χαρακτήρες...
 
Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι το κείμενο διαμορφώθηκε με την συνδρομή πολλών σεναριογράφων, που έφτιαξαν αξεπέραστους διαλόγους κι ένα από τα πιο επιτυχημένα σενάρια της εποχής, το οποίο και τιμήθηκε με Όσκαρ. Είναι επίσης γνωστό, ότι το σενάριο δουλευόταν και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ώστε να προκύψει πιο άρτιο και εμπνευσμένο αποτέλεσμα, που να ταίριαζε ρεαλιστικά στα αδιέξοδα των ηρώων.
 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από την αβεβαιότητα που αποπνέουν τα πλάνα της. Κι ακόμα περισσότερο, από την αγωνία και την ανασφάλεια στα μάτια της Μπέργκμαν, η οποία μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν ήξερε ποιον από τους δύο ήρωες θα ακολουθούσε τελικά η Ίλσα! Όμως, αυτή η αβεβαιότητα είναι που έδωσε τελικά τη συναρπαστική νουάρ ατμόσφαιρα που καθηλώνει τους θεατές...


 
Μετά τη θρυλική "Καζαμπλάνκα", στην πλούσια καριέρα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ακολούθησαν οι ταινίες: "Η Σειρήνα της Μαρτινίκα" (1944), το πολύ καλό φιλμ νουάρ "Ο Μεγάλος Ύπνος" (1946), στο οποίο συμπρωταγωνιστεί και η μετέπειτα γυναίκα του, Λορίν Μπακόλ.


 
Πρωταγωνίστησε επίσης και στην αγέραστη ταινία "Ο Θησαυρός της Σιέρρα Μάντρε" (1948), καθώς και στη "Βασίλισσα της Αφρικής" το 1951, με την Κάθριν Χέμπορν, για το οποίο και τιμήθηκε με Όσκαρ Ά ανδρικού ρόλου. Μια από τις τελευταίες του ταινίες ήταν το "Σαμπρίνα", με συμπρωταγωνίστριά του την αξιολάτρευτη Όντρεϊ Χέμπορν (1954).
 
Στην προσωπική του ζωή, ο Χάμφρει Μπόγκαρτ, παντρεύτηκε τέσσερις φορές, έχοντας παράλληλα και κάποιες θυελλώδεις σχέσεις. Αλλά τον μεγάλο έρωτα τον γνώρισε στο πρόσωπο της Λορίν Μπακόλ, με την οποία κι έμεινε έως το τέλος της ζωής του. Ήταν πάρα πολύ ταιριαστοί, όπως λένε πηγές από εκείνη την εποχή, συνοδοιπόροι σε μια κοινή ζωή που αντιμετώπισαν μαζί με χιούμορ, τρυφερότητα και αγάπη.


 
Ο Bogey, χαρακτηρίστηκε ως ο μεγαλύτερος κινηματογραφικός σταρ όλων των εποχών, έγινε γραμματόσημο το 1997 στις ΗΠΑ αλλά και αγαπήθηκε όσο λίγοι, τόσο για τον χαρακτήρα του, όσο και για τις κινηματογραφικές του επιτυχίες.
 
Στο τέλος της ζωής του, η υγεία του είχε κλονιστεί από το τσιγάρο και το αλκοόλ, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά αυτός δεν πτοούνταν, ούτε έχανε το χιούμορ του. Ο Μπόγκαρτ, έφυγε σαν σήμερα στις δεκατέσσερις Ιανουαρίου του 1957, από καρκίνο του οισοφάγου. Ο θρύλος θέλει η τελευταία ατάκα αυτού του gentleman του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, να είναι διανθισμένη μέχρι τελευταία στιγμή από την αίσθηση του χιούμορ του: «Γαμώτο, δεν θα έπρεπε ποτέ να το γυρίσω από το ουίσκι στο μαρτίνι!»

TVXS

Τετάρτη, Ιανουαρίου 08, 2014

Ρασταφαριανισμός: Μια θρησκεία για τη Ρέγκε

Η 6η Ιανουαρίου είναι η «μεγάλη θρησκευτική εορτή» για τους Ρασταφάρι, τους πιστούς του Ρασταφαριανισμού, του θρησκευτικό και πολιτικού κινήματος που ξεπήδησε τη δεκαετία του ’30 από τη Τζαμάικα και εξελίχθηκε σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Όλα ξεκίνησαν από τον «προφήτη» Μάρκους Γκάρβεϊ (1887-1940), έναν πολιτικό ακτιβιστή, ο οποίος προώθησε μια αφροκεντρική ιδέα, που είχε ως βασική αρχή την επιστροφή των μαύρων στην Αφρική, ασκώντας παράλληλα δριμεία κριτική στην αποικιοκρατία και συνδυάζοντας στοιχεία του προτεσταντισμού με το μυστικισμό. Οι συμβολισμοί της Βίβλου, το Αιθιοπικό έπος Kebra Nagast και η «Βίβλος των Μαύρων» αναγνωρίζονται από τους Ρασταφάρι ως ιερά βιβλία.
Στα κείμενα του ο Γκάρβεϊ μιλούσε για την ενθρόνιση ενός μαύρου Βασιλιά στην Αφρική, που θα αποτελούσε τον οιωνό της απελευθέρωσης των μαύρων από τις χώρες σκλαβιάς τους και την ταυτόχρονη επιστροφή τους στη «γη της επαγγελίας», την Αφρική. Η «προφητεία» του Γκάρβεϊ, εκπληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς στην Αιθιοπία το 1930, ο Ρας Ταφάρι Μακόνεν, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Χαϊλέ Σελασιέ A', ανακηρύσσεται αυτοκράτορας και αναγνωρίζεται από τους οπαδούς του Γκάρβεϊ, ως ο «μεσσίας» που θα τους απελευθερώσει. Ταυτόχρονα, η χώρα του «μεσσία» αναγνωρίζεται ως ιερός τόπος.
Η νέα θρησκεία αποκτά όνομα («Ρασταφαριανισμός»), Μεσσία και βέβαια τις πρώτες βασικές δοξασίες, στις οποίες οι μαύροι αναγνωρίζονται ως απόγονοι των Ισραηλιτών, οι οποίοι εξαιτίας της αποικιοκρατικής καταπίεσης των λευκών έχουν εξοριστεί από την Αφρική. Στα πρώιμα στάδια του Ρασταφαριανισμού κεντρική φυσιογνωμία του κινήματος υπήρξε ο Λέοναρντ Χάουελ, ο οποίος ίδρυσε και την πρώτη οργανωμένη κοινότητα Ρασταφάρι στη Τζαμάικα.
Τα κοινωνικά μηνύματα του Ρασταφαριανισμού βρήκαν πρόσφορο έδαφος, δεδομένου των κοινωνικοοικονομικών δυσμενών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη τη περίοδο, στη χώρα της Καραϊβικής. Εκεί αναπτύχθηκαν και οι πρώτες τελετουργίες του Ρασταφαριανισμού, ανάμεσα σε αυτές ήταν η ειδική κόμμωση και η χρήση κάνναβης. Τραγική ειρωνεία... ήταν ότι οι θρησκευτικές τελετουργίες με τη χρήση κάνναβης θα οδηγήσουν στη σύλληψη του Χάουελ και στη διάλυση της κοινότητας το 1954. Ο ρασταφαριανισμός θα ανθήσει και πάλι στη πρωτεύουσα της Τζαμάικα, το Κίνγκστον. Τα επόμενα χρόνια όλο και περισσότεροι πιστοί προσηλυτίζονται και το 1960 εδραιώνεται πλέον στην κοινωνική και θρησκευτική ζωή της Τζαμάικα. Μεταξύ των πιστών του Ρασταφαριανισμού ήταν και ο ποιητής Σάμουελ Μπράουν, ο οποίος με την ενεργή πολιτική του δράση συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοσή των ιδεών των Ρασταφάρι.
Σημείο αναφοράς για τους Ρασταφάρι αποτέλεσε και η επίσκεψη του Χαιλέ Σελασιέ στη Τζαμαϊκά. Σε αυτή την επίσκεψη ο μεσσίας κηρύττει το «νέο του λόγο», σύμφωνα με τον οποίο οι Ρασταφάρι, δεν θα έπρεπε να επιδιώκουν την επιστροφή τους στην Αφρική προτού απελευθερωθεί η Τζαμάικα. Τη δεκαετία του ’70, ο Ρασταφαριανισμός εξαπλώνεται ραγδαία και αυτό χάρη στο μουσικό ρεύμα της ρέγκε και τον βασικό εκπρόσωπο του, τον ρασταφάρι Μπόμπ Μάρλει. Η διάδοση του κινήματος, εκείνη τη περίοδο, οδήγησε και τον τότε πρωθυπουργό Μάικλ Μάνλεϊ να αναγνωρίσει περισσότερες ελευθερίες στους Ρασταφάρι.
Σήμερα, ο Ρασταφαριανισμός έχει εξαπλωθεί σε όλο το κόσμο, χάνοντας όμως την θρησκευτική του υπόσταση και διατηρώντας περισσότερο τον κοινωνικό και ελευθεριακό του χαρακτήρα. Εξακολουθούν ωστόσο να υπάρχουν πιστοί στην θρησκευτική διάσταση του ρασταφαριανισμού.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 01, 2014

Ουκ αν λάβοις, ταινία μικρού μήκους - Thessaloniki Arts and Culture

Τζαφαρ, μια μικρού μήκους αντιρατσιστική ταινια - Thessaloniki Arts and Culture

ΑΠΛΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙ !! μπραβο στη Νανσυ !!! το χρειαζόμασταν !!

Τζαφαρ, μια μικρού μήκους αντιρατσιστική ταινια - Thessaloniki Arts and Culture