Σάββατο, Ιανουαρίου 29, 2022

O «καταραμένος» Αμεντέο Μοντιλιάνι/Amedeo Clemente Modigliani, (12 Ιουλίου 1884 – 24 Ιανουαρίου 1920)


 Γεννήθηκε στην πόλη Λιβόρνο της Τοσκάνης και ξεκίνησε τις σπουδές του στις καλές τέχνες στην Ιταλία πριν μετακομίσει στο Παρίσι το 1906, όπου άρχισε να δημιουργεί το προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος του. Φιλάσθενος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, πέθανε σε ηλικία 35 ετών. Το ψευδώνυμο του ήταν Μόντι (Modi).

Η ζωή και το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την οικογένειά του, γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε από αστούς γονείς Σεφαρδίτες Ιουδαίους. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της Εουτζένια και του Φλαμίνιο Μοντιλιάνι. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου, που είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό ξεπεσμό της οικογένειας. Η μητέρα του, από εύπορη οικογένεια της Μασσαλίας, άρχισε τότε να εργάζεται ως μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και δασκάλα σε ιδιαίτερα μαθήματα.

Η υγεία του Μοντιλιάνι ήταν εύθραυστη από τα παιδικά του χρόνια λόγω του ότι είχε αρρωστήσει από φυματίωση. Από νωρίς όμως γνώρισε τον κόσμο της τέχνης και αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Σε ηλικία 14 ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Το 1901 γράφτηκε στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού (Scuola libera di Nudo) της Φλωρεντίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 18 ετών, συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της τέχνης. Εκεί φαίνεται ότι άρχισε η σχέση του με τα ναρκωτικά (χασίς), των οποίων έκανε χρήση μέχρι τον θάνατό του. Τρία χρόνια έζησε εκεί, σπουδάζοντας και βελτιώνοντας την τεχνική του στη ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έργων του Νίτσε τον οδήγησε να πιστεύει ότι ο μόνος δρόμος για την αληθινή δημιουργικότητα ήταν μέσω της ανυπακοής και της αταξίας.

Όπως όλοι οι φιλόδοξοι καλλιτέχνες της εποχής του, ήταν το όνειρό του να ζήσει στο Παρίσι. Πράγματι, στα τέλη του 1905, σε ηλικία 21 ετών, πήγε για να ζήσει στο Παρίσι. Αρχικά έμενε σε ένα ξενοδοχείο στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ενώ σύντομα μετακόμισε στη Μονμάρτρη. Εκείνο τον καιρό η Μονμάρτρη αποτελούσε ήδη τη συνοικία του Παρισιού που συγκέντρωνε τους περισσότερους καλλιτέχνες, αποτελούσε το επίκεντρο της αβάν γκαρντ. Εγκαταστάθηκε στο Λε Μπατό Λαβουά (Le Bateau-Lavoir), ένα κοινόβιο για τους αδέκαρους καλλιτέχνες. Σύντομα, άρχισε να απασχολείται έντονα με τη ζωγραφική, επηρεαζόμενος αρχικά από τα έργα του Ανρί ντε Τουλούζ Λοτρέκ, έως ότου ο Πωλ Σεζάν άλλαξε πολλές από τις απόψεις του. Τελικά, ο Μοντιλιάνι ανέπτυξε το δικό του ιδιαίτερο ύφος, το οποίο δύσκολα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με εκείνο άλλων καλλιτεχνών. Παρήγαγε τα έργα του σε σύντομο χρόνο και ποτέ δεν τα επεξεργαζόταν ξανά. Στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της Μονμάρτρης έζησε ο Μοντιλιάνι για περίπου τρία χρόνια, προσθέτοντας στις καταχρήσεις και αυτή του αλκοόλ. Η άσχημη, όμως, οικονομική του κατάσταση, τον ανάγκασε να επιστρέψει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην πατρίδα του, το Λιβόρνο.

Στο Παρίσι εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον το 1909. Επέλεξε τότε να μείνει την συνοικία Μονπαρνάς, λόγω των χαμηλών ενοικίων των κατοικιών. Οι ηδονιστικές του τάσεις ικανοποιούνταν μέσω αγοραίου έρωτα, έως ότου συνάντησε στα 26 του τον πρώτο σοβαρό έρωτα της ζωής του, τη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, η οποία ήταν 21 χρονών και είχε παντρευτεί μόλις πρόσφατα. Έμεναν σε διαμερίσματα του ίδιου κτιρίου και εκεί αναπτύχθηκε η σχέση τους. Ο θυελλώδης έρωτάς τους διήρκεσε ένα έτος περίπου, καθώς τα βίαια ξεσπάσματα του Μοντιλιάνι την οδήγησαν να επιστρέψει στον σύζυγό της. Ο Μοντιλιάνι, ζώντας μέσα στην απόγνωση, έφτανε στα άκρα όσον αφορά τους εθισμούς και τις καταχρήσεις, ως το τέλος της ζωής του.

Γλυπτό του Μοντιλιάνι

Η εγκατάσταση του Μοντιλιάνι στο Μονπαρνάς συνοδεύτηκε από την γνωριμία του με τον Ρουμάνο γλύπτη Κονσταντίν Μπρανκούζι. Στο εργαστήριο του Μπρανκούζι και με την καθοδήγησή του, ο Μοντιλιάνι αφοσιώθηκε στη γλυπτική. Τόσο πολύ τον απορρόφησε η τέχνη αυτή, που εγκατέλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά την ζωγραφική για έξι ολόκληρα χρόνια ως το έτος 1915. Ο Μοντιλιάνι δεν έγινε ευρέως γνωστός ως γλύπτης, κυρίως γιατί σώζονται ελάχιστα έργα του, τα οποία όμως είναι θαυμάσια. Τα περισσότερα από τα έργα του τα κατάστρεψε ο ίδιος. Τα έργα του γίνεται φανερό ότι επηρεάστηκαν από την πρωτόγονη τέχνη της Αφρικής και της Καμπότζης.

Αν και μια σειρά γλυπτών του εκτέθηκε στο Φθινωπορινό Σαλόνι του 1912, εγκατέλειψε ξαφνικά τη γλυπτική και στράφηκε πλήρως στη ζωγραφική. Μέχρι να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ζωγραφική από το 1915 και μετά, ο Μοντιλιάνι εκτός από γλυπτά έκανε και σχέδια. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε την απαραίτητη γι’ αυτόν, καθημερινή ποσότητα αλκοόλ. Συνήθως έμπαινε σε ένα καφέ κρατώντας χαρτί και μολύβι, ζωγράφιζε επιτόπου τα σχέδια του και τα αντάλλασσε με μερικά ποτήρια κρασί.

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μοντιλιάνι προσπάθησε να καταταγεί στον στρατό αλλά δεν στρατεύθηκε τελικά λόγω της επιβαρυμένης υγείας του. Τα δύσκολα αυτά χρόνια και κυρίως λόγω της βοήθειας του Λέοπολντ Ζμπορόφσκι, ενός εμπόρου τέχνης, έμελλαν να γίνουν τα πιο δημιουργικά για τον καλλιτέχνη. Σε διάστημα περίπου πέντε ετών, από το 1915 έως το 1920, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε πάνω από τριακόσιους πίνακες.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης — και τελικά μοναδικής όσο ζούσε — ατομικής έκθεσής του. Τις αίθουσες της γκαλερί κοσμούσαν γυμνά μεγάλου μεγέθους κι ένα από αυτά τοποθετήθηκε στη βιτρίνα. Η έκθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκλήθηκε κοσμοσυρροή. Λόγω του σκανδάλου που προέκυψε η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση.

Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή έγινε πολύ δύσκολη στο Παρίσι λόγω της έλλειψης τροφίμων και ηλεκτροδότησης και του φόβου των αεροπορικών βομβαρδισμών. Ο 33χρονος Μοντιλιάνι αποφάσισε να φύγει μαζί με τη νέα του αγαπημένη, τη 19χρονη σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν (Jeanne Hébuterne). Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακές του. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν. Στις 29 Νοεμβρίου 1918 η Ζαν γέννησε την κόρη τους, η οποία πήρε το όνομά της (1918-1984). Δεν πρόλαβε όμως να παντρευτεί την αγαπημένη του Ζαν ούτε να αναγνωρίσει νόμιμα τον καρπό της σχέσης τους.

Στις 24 Ιανουαρίου 1920 ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, στο νοσοκομείο Σαριτέ. Μια μέρα μετά το θάνατο του καλλιτέχνη, η σύντροφός του, Ζαν, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του του διαμερίσματός τους στον πέμπτο ορόφο, μην αντέχοντας τον θάνατό του, ούσα εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Στην κηδεία του στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ (Père Lachaise) παρευρέθηκε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου.

https://cb.run/mncL

Αμεντέο Μοντιλιάνι και Ζαν Εμπιτέρν. Το μοιραίο ζευγάρι του Παρισιού που δεν τους χώρισε ούτε ο θάνατος. Όταν πέθανε ο Μοντιλιάνι, η Ζαν πήδηξε από τον 5ο όροφο Η επιγραφή στον τάφο της Ζαν Εμπιτέρν λέει: «Αφοσιωμένη σύντροφος, ακόμα και στην υπέρτατη θυσία». 

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/amenteo-montiliani-kai-zan-ebitern-to-moiraio-zevgari-tou-parisiou-pou-den-tous-xorise-oute-o-thanatos-otan-pethane-o-montiliani-i-zan-pidikse-apo-ton-5o-orofo/


Ακόμα 

Ο Καταραμένος κος Μόντι 

Τρίτη, Ιανουαρίου 18, 2022

Παύλος Σιδηρόπουλος: Η αυτοκαταστροφική σχέση με τη Γιόλα Αναγνωστοπούλου

 https://cb.run/Z15b

Η καθοριστική σχέση του μουσικού με τη νεαρή ποιήτρια στα τέλη της δεκαετίας του 70.


παραμένει ένας μύθος της ελληνικής ροκ μουσικής. Ήταν σπουδαίος μουσικός και ερμηνευτής, γι’ αυτό και κατάφερε να αφήσει το στίγμα του στην εγχώρια σκηνή, ενώ η αλήθεια στα τραγούδια του παραμένει ζωντανή έως σήμερα και αυτή είναι που τα καθιστά διαχρονικά.

Ο Παύλος έζησε και δημιούργησε σε μια εποχή που το ροκ στην Ελλάδα βρισκόταν στην πρώιμη φάση του. Ο ίδιος αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του και φάρο στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, έστω κι αν τότε δεν μπορούσε - ίσως - να το αντιληφθεί. Ένας νέος με ταλέντο, ορμή, αλλά και πάθη. Πάθη που υπήρξαν συστατικά, όχι μόνο της ενδιαφέρουσας προσωπικότητάς του, αλλά και ολόκληρης της εποχής του.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έζησε και δημιούργησε σε μια εποχή που το ροκ στην Ελλάδα βρισκόταν στην πρώιμη φάση του.
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έζησε και δημιούργησε σε μια εποχή που το ροκ στην Ελλάδα βρισκόταν στην πρώιμη φάση του.  PAVLOS-SIDIROPOULOS.GR

Η παρακαταθήκη του είναι πολύτιμη, ωστόσο, ο μύθος γύρω από το όνομά του δεν εξαντλείται στις καλλιτεχνικές πτυχές του. Η σχέση του με τα ναρκωτικά, η χρήση ηρωίνης, ο τρόπος που πέθανε, αλλά και οι ερωτικές του σχέσεις συμπληρώνουν το παζλ του «Πρίγκιπα της Ροκ».

Μία από αυτές, εκείνη με τη νεαρή ποιήτρια Γιόλα Αναγνωστοπούλου, συνεχίζει να γοητεύει μέχρι και σήμερα. Ήταν μία σχέση με "άρωμα" έμπνευσης, ναρκωτικών, έρωτα και θανάτου. Μία σχέση καταδικασμένη να "σβήσει".


ΓΙΟΛΑΝΤΑ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑ

«Αργότερα, όταν πια θα ξεκαθαριστούνε όλα μέσα μου, όλα τα «γιατί» που τα άφησα στη μέση λόγω τεχνικών δυσκολιών (προβλεπομένων από το πρόγραμμα)… αργότερα, όταν πια θα ηρεμήσω να αγωνίζομαι γι’ αυτό που δεν αλλάζει, αργότερα, όταν τα χέρια μου μ’ εμπιστοσύνη θα τα βάλω στα δικά σου…

Τότε, καλέ μου, θα πάρω ένα σακίδιο και μια κιθάρα και μόνη μου θα ταξιδέψω στις μοναξιές του ανθρώπου στ’ άγνωστα και επικίνδυνα μονοπάτια της ψυχής μου (ή του στομαχιού μου) κι ήρεμη χωρίς φωνές δίχως απότομες εξάρσεις θα σκαλίσω και θα ξεθάψω με τα τραγούδια της κιθάρας μου αυτό το άγνωστο "εγώ, γιατί, πού, πότε", κι ό,τι απ’ όταν γεννήθηκα με τυραννούσε, ίσως, καλέ μου, ίσως πια αναπαυμένο πάψει να σιγοτρώει τα σωθικά».

Γιόλα Αναγνωστοπούλου, "Κατ' Εικόνα Και Ομοίωσιν" (1973)

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έμεινε γνωστός ως ο
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έμεινε γνωστός ως ο "Πρίγκιπας της ροκ"  PAVLOS-SIDIROPOULOS.GR


Αυτή ήταν η Γιόλα Αναγνωστοπούλου, το θλιμμένο κορίτσι με τα σκούρα ρούχα που νόμιζε πως «ρουφούσε» τη ζωή, αλλά μάλλον η ζωή την ξεγέλασε. Αγαπούσε την ποίηση και τη ζωγραφική, ενώ έψαχνε να βρει τα δικά της μονοπάτια ανάμεσα στα αδιέξοδα που την κατέκλυζαν διαρκώς. Ήταν όμορφη, με μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια και μια μελαγχολική γοητεία που «μάγεψε» τον «Πρίγκιπα της Ροκ».

Η ιστορία τους παραμένει ζωντανή τόσα χρόνια μετά, γιατί η Γιολάντα αποτέλεσε καθοριστικό πρόσωπο τόσο στην προσωπική όσο και στην καλλιτεχνική πορεία του Παύλου Σιδηρόπουλου. Η σχέση τους διήρκησε από το 1977 έως το 1980, παρόλο που η Γιόλα έλειπε για μεγάλα διαστήματα στο Παρίσι, αλλά ήταν τόσο έντονη που σημάδεψε και τους δύο εξίσου, ενώ επηρεάστηκαν αμφότεροι από την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Οι απόψεις για το πότε έγινε η γνωριμία του Παύλου και της Γιόλας διίστανται, με την επικρατέστερη εκδοχή να τους θέλει να συναντώνται για πρώτη φορά το Πάσχα του 1978 σε ένα μπαρ στο κέντρο της Αθήνας. Έκτοτε, ο ένας βυθίστηκε στον κόσμο του άλλου, με θετικές και αρνητικές συνέπειες.

Λέγεται πως το παραπάνω τραγούδι αγάπης, το έγραψε ο Παύλος Σιδηρόπουλος για την Γιόλα Αναγνωστοπούλου και της το έστειλε με κασέτα στο Παρίσι.

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Μαζί με τα συναισθήματα που ανέπτυξαν μεταξύ τους οι δύο νέοι, ο Παύλος τότε τριαντάρης και η Γιόλα 22 χρονών, εξελίχθηκε και η καλλιτεχνική τους υπόσταση. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, ο Παύλος Σιδηρόπουλος παρουσίασε δύο δίσκους – σταθμούς της καριέρας του και της ελληνικής μουσικής γενικότερα, το «Φλου» (1978) και το «Εν Λευκώ» λίγο αργότερα (1982) ενώ η Γιόλα κυκλοφόρησε την δεύτερη ποιητική συλλογή «Οξείς Μετάλλου Ήχοι» (1979) – είχαν προηγηθεί άλλες δύο «Ποιήματα» (1972) και «Κατ’ Εικόνα και Ομοίωσιν» (1973).

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ο Παύλος Σιδηρόπουλος επηρεάζεται πάρα πολύ από τη σκέψη της Γιολάντας

Ο δημοσιογράφος Μανώλης Νταλούκας, που έχει μελετήσει εκτενώς τη σχέση τους μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις και μαρτυρίες των ανθρώπων που τους γνώριζαν, εντοπίζει στο βιβλίο του «Το βιβλίο των ηρώων του τρόμου» (2011) την επιρροή του Παύλου από τη Γιόλα και το αντίστροφο, σε διάφορα τραγούδια του πρώτου και ποιήματα της δεύτερης. Κοινές θεματικές, όμοια συναισθήματα, ταυτίσεις στη σκέψη.

Η σχέση του Παύλου Σιδηρόπουλου και της Γιόλας Αναγνωστοπούλου επηρέασε σημαντικά το έργο και των δύο.
Η σχέση του Παύλου Σιδηρόπουλου και της Γιόλας Αναγνωστοπούλου επηρέασε σημαντικά το έργο και των δύο.  PAVLOS-SIDIROPOULOS.GR

Συγκρίνοντας τα ποιήματα των συλλογών της Γιόλας και τα τραγούδια «Εν κατακλείδι», «Πού να γυρίζεις» και η «Ώρα του Stuff» του Παύλου, καταλήγει:

«Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ο Παύλος Σιδηρόπουλος επηρεάζεται πάρα πολύ από τη σκέψη της Γιολάντας. Δεν είναι ότι αντιγράφει στίχους, όχι. Αλλά ο επηρεασμός, όταν είναι ισχυρός, σου αλλάζει τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο. Και έχουμε ακριβώς αυτό. Ο Παύλος για πρώτη φορά βάζει στην ποιητική του και τη διάστασης της θλίψης, το οποίο σημαίνει ότι βλέπει τον κόσμο και με τα μάτια της Γιόλας. Και έτσι ανατρέπεται το παλαιό δίπολο, τα πρόσωπα του Ζορμπά και του Αυγέρη υποχωρούν, και η Γιόλα γίνεται η μούσα του από εδώ και πέρα».

ΣΤΟ ΒΟΥΡΚΟ ΤΗΣ ΗΡΩΙΝΗΣ

Τα αφηγήματα που συνοδεύουν πάντα τις μεγάλες προσωπικότητες, θέλουν την Γιόλα να είναι ο άνθρωπος που γνώρισε στον Παύλο την ηρωίνη. Ο ίδιος έκανε μέχρι τότε χρήση άλλων ναρκωτικών ουσιών.

Ο Μανώλης Νταλούκας έχει καταγράψει στο προαναφερθέν βιβλίο του μια συζήτηση που είχε με την ίδια τη Γιόλα Αναγνωστοπούλου προτού πεθάνει σχετικά με αυτό το θέμα. Κατά τη διάρκεια της κουβέντας τους, τη ρωτά επίμονα αν η ίδια του έμαθε την «πρέζα», ωστόσο, δεν απαντά ξεκάθαρα. Όταν πια της λέει «σε κατηγορούν ότι έριξες τον Παύλο στην ηρωίνη», η Γιόλα απαντά:

Ήθελα να δω στο πρόσωπο έστω και έναν από αυτούς τους ανθρώπους που λένε ότι εγώ έβαλα τον Σιδηρόπουλο στην ηρωίνη

«Οι άνθρωποι αυτοί που βγάζουν εύκολα καταδικαστικές αποφάσεις… Ήθελα να δω στο πρόσωπο έστω και έναν από αυτούς τους ανθρώπους που λένε ότι εγώ έβαλα τον Σιδηρόπουλο στην ηρωίνη. Και προφανώς εννοούνε ότι τον πήρα από το χέρι και τον εισήγαγα σε μία διαδικασία και σε μία ουσία για την οποία δεν είχε ιδέα, αυτό σου έχουνε πει… Good… Αυτοί οι άνθρωποι είχανε οποιαδήποτε επαφή με τον Σιδηρόπουλο;».

Ο Μανώλης Νταλούκας επιμένει: «Φταις εσύ που έμπλεξε με την πρέζα ο Παύλος; Η αλήθεια ποια είναι;». Και η Γιολάντα απαντά: «Λοιπόν… Η αλήθεια… Χα… Αν δεν συνοδευόταν από αμετακλήτως τραγικά γεγονότα όπως θάνατοι, πόνος διαρκής, αυτή τη στιγμή θα κάγχαζα. Η αλήθεια ποια είναι; Δεν υπάρχει αλήθεια, αυτή είναι η μόνη αλήθεια».

Σε συνέντευξή του, πάντως, στον Μανώλη Νταλούκα το 2018 ο φίλος του Σιδηρόπουλου, Αλέξης Γκόλφης, αναφέρει πως τόσο ο Παύλος όσο και η Γιόλα έκαναν χρήση ηρωίνης προτού γνωριστούν.

Αξίζει να σημειωθεί, πως το τραγούδι «Η» λογοκρίθηκε για «προτροπή στη χρήση ναρκωτικών».

ΤΟ ΔΕΜΕΝΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Το καλοκαίρι του 1990 το αριστερό χέρι του Παύλου άρχισε να παραλύει. Αν και κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά τι έφταιγε, η επίσημη διάγνωση ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος». Εκείνη την περίοδο, κατά τις εμφανίσεις του στο ΑΝ, ο Παύλος ανέβαινε στη σκηνή με δεμένο χέρι.

Το καλοκαίρι του 1990 το αριστερό χέρι του Παύλου Σιδηρόπουλου άρχισε να παραλύει.
Το καλοκαίρι του 1990 το αριστερό χέρι του Παύλου Σιδηρόπουλου άρχισε να παραλύει.  PAVLOS-SIDIROPOULOS.GR

Στις 4 Δεκεμβρίου είχε πάει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τα φωνητικά του δίσκου, αλλά ήταν μεθυσμένος, διαπληκτίστηκε με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος και έφυγε με μια φίλη του. Το μεσημέρι της 6ης Δεκεμβρίου του 1990 ο Σιδηρόπουλος βρέθηκε στο σπίτι μιας άλλης φίλης του στο Νέο Κόσμο σε κωματώδη κατάσταση λόγω υπερβολικής δόσης ηρωίνης και λίγο μετά ξεψύχησε στο ασθενοφόρο καθοδόν προς το νοσοκομείο Ευαγγελισμός.

Ο Αλέκος Αράπης, μπασίστας των «Απροσάρμοστων», έχει εκφράσει την υπόθεση πως ο Σιδηρόπουλος πήρε εσκεμμένα υπερβολική δόση με σκοπό να αυτοκτονήσει λόγω των προβλημάτων με το χέρι του, με βάση μια συζήτηση που είχαν λίγους μήνες πριν από το θάνατο του. Από την άλλη, ο ηθοποιός Αντώνης Καφετζόπουλος σε συνέντευξή του το 2020 ανέφερε πως την περίοδο που απεβίωσε, ο Παύλος δεν ήταν σε τόσο χάλια κατάσταση, εκφράζοντας την άποψη πως ο θάνατός του ήταν ατύχημα και όχι αυτοκτονία.

Την αλήθεια μπορεί να μην τη μάθουμε ποτέ. Άλλωστε, όσο έντονη προσωπικότητα υπήρξε κάποιος, τόσο πιο πολλοί μύθοι δημιουργούνται γύρω από το όνομά του. Ακόμη και για τη σχέση του με τη Γιόλα Αναγνωστοπούλου μπορεί να μη μάθουμε ποτέ την ακριβή αλήθεια. Ποιος επηρέασε ποιον ή ακόμη και ποιος παρέσυρε ποιον – αν παρασύρθηκαν. Το σίγουρο είναι πως η σχέση τους υπήρξε. Κι αν οι δρόμοι τους χωρίστηκαν, θα ανταμώνουν πάντα στην ιστορία...

«Το βιβλίο των ηρώων του τρόμου», Μανώλης Νταλούκας, Εκδόσεις Οξύ, Αθήνα (Μάρτιος 2011). Ευχαριστούμε την κα Σεμέλη Σιδηροπούλου και το pavlos-sidiropoulos.gr για την ευγενική παραχώρηση των φωτογραφίων

Πέμπτη, Ιανουαρίου 06, 2022

«ΕΡΜΗΣ Ο ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ» 240. – Ποιμάνδρης §§ 1-7, 12-15

 

Ο Ποιμάνδρης είναι το πρώτο και σημαντικότερο έργο της συλλογής συγγραμμάτων (σε ελληνική, λατινική και κοπτική γλώσσα) που παραδίδονται με το όνομα του Ἑρμῆ Τρισμεγίστου.Η συλλογή, που άρχισε να δημιουργείται σταδιακά από τον 2ο αι. μ.Χ., συνδέεται με τη λατρεία τον αιγυπτιακού θεού Θωθ (στα ελληνικά ως αντίστοιχος θεός θεωρήθηκε ο Ερμής Τρισμέγιστος) και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του συγκρητισμού των αυτοκρατορικών χρόνων. Περιέχει κείμενα κατά κύριο λόγο αποκαλυπτικά αλλά και κείμενα με αστρολογικό, αλχημιστικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο. Αν και ο τίτλος της συλλογής (Ερμής Τρισμέγιστος ~ Θωθ) υπονοεί ότι περιέχει αιγυπτιακή σοφία, αυτή περιορίζεται σε ένα επιφανειακό επίπεδο, ενώ κατ᾽ ουσίαν το περιεχόμενο των έργων στηρίζεται σε ελληνικές αντιλήψεις (ιδιαίτερα εμφανής είναι η επίδραση των νεοπλατωνικών αντιλήψεων, βλ. Κείμενο 203). Ο τίτλος Ποιμάνδρης (‹ ποιμὴν ἀνδρῶν)του πρώτου έργου της συλλογής οφείλεται στο υπερφυσικό ον που αποκαλύπτεται μέσα σ᾽ αυτό. Στο πρώτο απόσπασμα που ανθολογείται εδώ ο ανώνυμος αφηγητής βλέπει σε ένα όραμα τον Ποιμάνδρη, ο οποίος ταυτίζεται με τον Νου, να του αναπτύσσει τη διδασκαλία του για την δημιουργία του κόσμου. «Οι μορφές και οι αποχρώσεις αυτού του οράματος δίνουν», όπως παρατήρησε κάποιος φιλόλογος, «σχεδόν την εντύπωση ενός αφηρημένου έργου τέχνης». Αξιοπρόσεκτη στην περιγραφή του οράματος είναι η χρήση,-συχνή στα ερμητικά κείμενα- συμβόλων υπό μορφή αντιθετικών ζευγών (π.χ. φως-σκοτάδι, νερό-φωτιά). Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα με την παρουσίαση οραμάτων στη λογοτεχνία, η θέαση του οράματος ακολουθείται από την ερμηνεία του. Στο δεύτερο απόσπασμα περιέχεται η -αινιγματική σε μερικά σημεία- αφήγηση για τη δημιουργία του ανθρώπου.



[1] ἐννοίας μοί ποτε γενομένης περὶ τῶν ὄντων καὶ μετεωρισθείσης μοι τῆς διανοίας σφόδρᾳ, κατασχεθεισῶν μου τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων, καθάπερ οἱ ὕπνῳ βεβαρημένοι ἐκ κόρου τροφῆς ἢ ἐκ κόπου σώματος, ἔδοξά τινα ὑπερμεγέθη μέτρῳ ἀπεριορίστῳ τυγχάνοντα καλεῖν μου τὸ ὄνομα καὶ λέγοντά μοι, Τί βούλει ἀκοῦσαι καὶ θεάσασθαι, καὶ νοήσας μαθεῖν καὶ γνῶναι;

[1] Κάποτε που άρχισα να σκέφτομαι για τα όντα κι η σκέψη μου περιπλανήθηκε πολύ στα μεγάλα ύψη, ενώ οι σωματικές μου δυνάμεις έπεσαν σε λήθαργο, θαρρείς και βυθίστηκαν σε βαθύ ύπνο, όπως ύστερα από πολύ φαγητό ή από βαριά δουλειά, νόμιζα πως είδα μπροστά μου ένα τεράστιο και πέρα από κάθε μέτρο ον, που με φώναξε με το όνομά μου και μου είπε: Τι θέλεις να ακούσεις, να δεις και με τη νόηση να γνωρίσεις και να κατανοήσεις;


[2] ―φημὶ ἐγώ, Σὺ γὰρ τίς εἶ; ―Ἐγὼ μέν, φησίν, εἰμὶ ὁ Ποιμάνδρης, ὁ τῆς αὐθεντίας νοῦς· οἶδα ὃ βούλει, καὶ σύνειμί σοι πανταχοῦ. 

 [2] Κι εγώ του είπα: Κι εσύ ποιος είσαι; -Εγώ, είπε, είμαι ο Ποιμάνδρης, ο αυθεντικός νους. Ξέρω τι ζητάς και βρίσκομαι μαζί σου παντού.


[3] ―φημὶ ἐγώ, Μαθεῖν θέλω τὰ ὄντα καὶ νοῆσαι τὴν τούτων φύσιν καὶ γνῶναι τὸν Θεόν· πῶς, ἔφην, ἀκοῦσαι βούλομαι. ―φησὶν ἐμοὶ πάλιν, Ἔχε νῷ σῷ ὅσα θέλεις μαθεῖν, κἀγώ σε διδάξω.

[3] Κι εγώ του είπα: Θέλω να μάθω για τα όντα και να κατανοήσω τη φύση τους, θέλω να γνωρίσω το θεό. Κι είπα πάλι: Πόσο θα ᾽θελα να σε ακούσω. - Σκέψου τα όσα θέλεις να μάθεις κι εγώ θα σε διδάξω.


[4] τοῦτο εἰπὼν ἠλλάγη τῇ ἰδέᾳ, καὶ εὐθέως πάντα μοι ἤνοικτο ῥοπῇ, καὶ ὁρῶ θέαν ἀόριστον, φῶς δὲ πάντα γεγενημένα, εὔδιόν τε καὶ ἱλαρόν, καὶ ἠράσθην ἰδών. καὶ μετ᾽ ὀλίγον σκότος κατωφερὲς ἦν, ἐν μέρει γεγενημένον, φοβερόν τε καὶ στυγνόν, σκολιῶς ἐσπειραμένον, ὡς ‹ὄφει› εἰκάσαι με· εἶτα μεταβαλλόμενον τὸ σκότος εἰς ὑγράν τινα φύσιν, ἀφάτως τεταραγμένην καὶ καπνὸν ἀποδιδοῦσαν, ὡς ἀπὸ πυρός, καί τινα ἦχον ἀποτελοῦσαν ἀνεκλάλητον γοώδη· εἶτα βοὴ ἐξ αὐτῆς ἀσυνάρθρως ἐξεπέμπετο, ὡς εἰκάσαι φωνῇ πυρός,

[4] Και λέγοντας αυτά άλλαξε όψη η κατάστασή μου. Και ξαφνικά άνοιξαν μπροστά μου τα πάντα. Και βλέπω ένα όραμα, χωρίς όρια· όλα έγιναν φως, ένα γαλήνιο και χαρούμενο φως. Και έρωτας μεγάλος με κατέλαβε γι᾽ αυτό που είδα. Κι ύστερα από λίγο σκοτάδι κατέβαινε από τη μια μεριά. Κι ήταν φοβερό και τρομερό. Και στριφογύριζε σαν σπείρα. Κι έμοιαζε με (φίδι). Ύστερα το σκοτάδι έγινε κάτι υγρό, ανείπωτα ταραγμένο, που ανάδινε καπνό, σαν να έβγαινε από φωτιά και ακούστηκε ένας απερίγραπτα θρηνητικός ήχος. Σε λίγο βοή ασυνάρτητη ακούστηκε, σαν να ήταν βοή φωτιάς.


[5] ἐκ δὲ φωτὸς *** λόγος ἅγιος ἐπέβη τῇ φύσῃ, καὶ πῦρ ἄκρατον ἐξεπήδησεν ἐκ τῆς ὑγρᾶς φύσεως ἄνω εἰς ὕψος· κοῦφον δὲ ἦν καὶ ὀξύ, δραστικὸν δὲ ἅμα, καὶ ὁ ἀὴρ ἐλαφρὸς ὢν ἠκολούθησε τῷ πνεύματι, ἀναβαίνοντος αὐτοῦ μέχρι τοῦ πυρὸς ἀπὸ γῆς καὶ ὕδατος, ὡς δοκεῖν κρέμασθαι αὐτὸν ἀπ᾽ αὐτοῦ· γῆ δὲ καὶ ὕδωρ ἔμενε καθ᾽ ἑαυτὰ συμμεμιγμένα, ὡς μὴ θεωρεῖσθαι ‹τὴν γῆν› ἀπὸ τοῦ ὕδατος· κινούμενα δὲ ἦν διὰ τὸν ἐπιφερόμενον πνευματικὸν λόγον εἰς ἀκοήν.

[5] Και από το φως *** λόγος άγιος γέμισε τη φύση και ολοκάθαρη φωτιά ξεπήδησε από την υγρά φύση, ψηλά, πάνω στα ύψη. Κι ήταν κάτι ανάλαφρο μαζί και οξύ και δραστικό. Κι ο αέρας, που ακολούθησε το πνεύμα που ανέβαινε από τη γη και το νερό ώς τη φωτιά, ήταν ανάλαφρος· κι έμοιαζε σαν να κρέμεται από τη φωτιά. Η γη και το νερό είχαν μπερδευτεί τόσο πολύ, ώστε να μην ξεχωρίζει η (γη) από το νερό . Και κινούνταν για να κάνουν να ακουστεί ο πνευματικός λόγος.


[6] ὁ δὲ Ποιμάνδρης ἐμοί, Ἐνόησας, φησί, τὴν θέαν ταύτην ὅ τι καί βούλεται; καί, Γνώσομαι, ἔφην ἐγώ. ―Τὸ φῶς ἐκεῖνο, ἔφη, ἐγὼ Νοῦς ὁ σὸς θεός, ὁ πρὸ φύσεως ὑγρᾶς τῆς ἐκ σκότους φανείσης· ὁ δὲ ἐκ Νοὸς φωτεινὸς Λόγος υἱὸς θεοῦ. ―Τί οὖν; φημί. ―Οὕτω γνῶθι· τὸ ἐν σοὶ βλέπον καὶ ἀκοῦον, λόγος κυρίου, ὁ δὲ νοῦς πατὴρ θεός. οὐ γὰρ διίστανται ἀπ᾽ ἀλλήλων· ἕνωσις γὰρ τούτων ἐστὶν ἡ ζωή. ―Εὐχαριστῶ σοι, ἔφην ἔγω. ―Ἀλλὰ δὴ νόει τὸ φῶς καὶ γνώριζε τοῦτο.

[6] Και τότε ο Ποιμάνδρης μου είπε: Κατάλαβες τι σημαίνει αυτό το όραμα; Κι εγώ του αποκρίθηκα: Κατάλαβα. - Το φως εκείνο είπε, είμαι εγώ ο Νους, ο θεός σου, εκείνος που υπήρχε πριν από την υγρά φύση και το σκοτάδι και ο φωτεινός Λόγος που εκπορεύεται από το Νου είναι υιός Θεού. Κι είπα: Τι σημαίνει αυτό. -Μάθε το λοιπόν: Αυτό που είδες και άκουσες είναι Λόγος Κυρίου και ο Νους Θεός Πατέρας. Και δεν χωρίζεται το ένα από το άλλο. Η ένωσή τους είναι η ζωή. -Ευχαριστώ, του αποκρίθηκα. - Αλλά τότε κατανόησε το φως και μάθε να το αναγνωρίζεις.


7] εἰπόντος ταῦτα ἐπὶ πλείονα χρόνον ἀντώπησέ μοι, ὥστε με τρέμειν αὐτοῦ τὴν ἰδέαν· ἀνανεύσαντος δέ, θεωρῶ ἐν τῷ νοΐ μου τὸ φῶς ἐν δυνάμεσιν ἀναριθμήτοις ὄν, καὶ κόσμον ἀπεριόριστον γεγενημένον, καὶ περιίσχεσθαι τὸ πῦρ δυνάμει μεγίστῃ, καὶ στάσιν ἐσχηκέναι κρατούμενον· ταῦτα δὲ ἐγὼ διενοήθην ὁρῶν διὰ τὸν τοῦ Ποιμάνδρου λόγον.

[7] Και με τούτα τα λόγια με κοίταξε κατάματα αρκετή ώρα έτσι που με την ιδέα αυτή έτρεμα. Και όταν κούνησα το κεφάλι μου βλέπω στο νου μου ότι το φως αποτελούνταν από αναρίθμητες δυνάμεις. Κι έγινε ένας άπειρος κόσμος, όπου υπερίσχυε η φωτιά με πολύ μεγάλη δύναμη και έκανα προσπάθεια για να σταθώ στη θέση μου. Και να τι ξεχώρισα με τη σκέψη μου από όσα είδα με το λόγο του Ποιμάνδρη.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[12] ὁ δὲ πάντων πατὴρ ὁ Νοῦς, ὢν ζωὴ καὶ φῶς, ἀπεκύησεν Ἄνθρωπον αὐτῷ ἴσον, οὗ ἠράσθη ὡς ἰδίου τόκου· περικαλλὴς γάρ, τὴν τοῦ πατρὸς εἰκόνα ἔχων· ὄντως γὰρ καὶ ὁ θεὸς ἠράσθη τῆς ἰδίας μορφῆς, παρέδωκε ‹τε› τὰ ἑαυτοῦ πάντα δημιουργήματα,

[12] Και ο πατέρας όλων, ο Νους, που είναι ζωή και φως, γέννησε τον άνθρωπο, ίσον με τον εαυτόν του, τον οποίο και αγάπησε ως γέννημα δικό του. Κι ήταν πανέμορφος ο άνθρωπος γιατί είχε την εικόνα του πατέρα του. Επειδή ο θεός αγάπησε την ίδια του τη μορφή, του παρέδωσε όλα του τα δημιουργήματα.


[13] καὶ κατανοήσας δὲ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ κτίσιν ἐν τῷ πυρί, ἠβουλήθη καὶ αὐτὸς δημιουργεῖν, καὶ συνεχωρήθη ἀπὸ τοῦ πατρός· γενόμενος ἐν τῇ δημιουργικῇ σφαίρᾳ, ἕξων τὴν πᾶσαν ἐξουσίαν, κατενόησε τοῦ ἀδελφοῦ τὰ δημιουργήματα, οἱ δὲ ἠράσθησαν αὐτοῦ, ἕκαστος δὲ μετεδίδου τῆς ἰδίας τάξεως· καὶ καταμαθὼν τὴν τούτων οὐσίαν καὶ μεταλαβὼν τῆς αὐτῶν φύσεως ἠβουλήθη ἀναρρῆξαι τὴν περιφέρειαν τῶν κύκλων, καὶ τὸ κράτος τοῦ ἐπικειμένου ἐπὶ τοῦ πυρὸς κατανοῆσαι.

[13] Και ο άνθρωπος αφού κατενόησε την κτίση του Δημιουργού μέσα στη φωτιά, σκέφτηκε να δημιουργήσει και αυτός. Και ο πατέρας του συγχώρησε αυτό που έκανε στη σφαίρα της δημιουργίας στην οποία είχε κάθε εξουσία. Κατανόησε του αδελφού τα δημιουργήματα και αγάπησαν αυτόν και ο καθένας του μετέδιδε τις γνώσεις της δικής του τάξης. Και αφού κατανόησε την ουσία τους και αφού μετάλαβε της φύσης τους, θέλησε να σπάσει την περιφέρεια των κύκλων, για να κατανοήσει τη δύναμη αυτού που κυριαρχεί μέσα στη φωτιά.


[14] καὶ ὁ τοῦ τῶν θνητῶν κόσμου καὶ τῶν ἀλόγων ζῴων ἔχων πᾶσαν ἐξουσίαν διὰ τῆς ἁρμονίας παρέκυψεν, ἀναρρήξας τὸ κύτος, καὶ ἔδειξε τῇ κατωφερεῖ φύσει τὴν καλὴν τοῦ θεοῦ μορφήν, ὃν ἰδοῦσα ἀκόρεστον κάλλος ‹καὶ› πᾶσαν ἐνέργειαν ἐν ἑαυτῷ ἔχοντα τῶν διοικητόρων τήν τε μορφὴν τοῦ θεοῦ ἐμειδίασεν ἔρωτι, ὡς ἅτε τῆς καλλίστης μορφῆς τοῦ Ἀνθρώπου τὸ εἶδος ἐν τῷ ὕδατι ἰδοῦσα καὶ τὸ σκίασμα ἐπὶ τῆς γῆς. ὁ δὲ ἰδὼν τὴν ὁμοίαν αὐτῷ μορφὴν ἐν αὐτῇ οὖσαν ἐν τῷ ὕδατι, ἐφίλησε καὶ ἠβουλήθη αὐτοῦ οἰκεῖν· ἅμα δὲ τῇ βουλῇ ἐγένετο ἐνέργεια, καὶ ᾤκησε τὴν ἄλογον μορφήν· ἡ δὲ φύσις λαβοῦσα τὸν ἐρώμενον περιεπλάκη ὅλη καὶ ἐμίγησαν· ἐρώμενοι γὰρ ἦσαν.

[14] Και τότε ο άνθρωπος που είχε την εξουσία πάνω στον κόσμο των θνητών και των αλόγων ζώων που βγήκε από την αρμονία, σκέφτηκε να διαρρήξει το πλαίσιο που τα περιβάλλει. Και είδε στην κατώτερη φύση την ωραία μορφή του θεού και όταν είδε το απέραντο κάλλος (και) όλη την ενεργητικότητα των διοικητών να ενώνονται στη μορφή του θεού, εκείνος μειδίασε από αγάπη, γιατί είδε την υπέροχη μορφή του ανθρώπου να αντανακλάται στο νερό και στη σκιά του πάνω στη γη. Κι αυτός βλέποντας την όμοια με αυτόν μορφή στο νερό τον αγάπησε και θέλησε να κατοικήσει σ᾽ αυτό. Και αμέσως η βουλή έγινε ενέργεια και κατοίκησε στην άλογο μορφή. Τότε η φύση, αφού πήρε τον αγαπημένο της, μπλέχτηκε μαζί του και ενώθηκαν κανονικά. Γιατί ήταν ερωτευμένοι.


[15] καὶ διὰ τοῦτο παρὰ πάντα τὰ ἐπὶ γῆς ζῷα διπλοῦς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, θνητὸς μὲν διὰ τὸ σῶμα, ἀθάνατος δὲ διὰ τὸν οὐσιώδη ἄνθρωπον· ἀθάνατος γὰρ ὢν καὶ πάντων τὴν ἐξουσίαν ἔχων, τὰ θνητὰ πάσχει ὑποκείμενος τῇ εἱμαρμένῃ· ὑπεράνω οὖν ὢν τῆς ἁρμονίας ἐναρμόνιος γέγονε δοῦλος ἀρρενόθηλυς δὲ ὤν, ἐξ ἀρρενοθήλεος ὢν πατρὸς καὶ ἄϋπνος ἀπὸ ἀΰπνου *** κρατεῖται.

[15] Και για το λόγο αυτό ο άνθρωπος είναι διπλός από όλα τα ζώα της γης: θνητός κατά το σώμα και αθάνατος στην ουσία του ανθρώπου. Παρόλο που στην ουσία είναι αθάνατος και έχει εξουσία σε όλα, πάσχει ως θνητός και υπόκειται στην Ειμαρμένη. Παρόλο που είναι υπεράνω της αρμονίας έγινε δούλος της αρμονίας· και καθώς ήταν σερνικοθήλυκος αφού προερχόταν από σερνικοθήλυκο πατέρα και άυπνος από άυπνο *** έτσι και μένει.


 https://www.greek-language.gr/

(μετάφραση Π. Ροδάκης)