Δευτέρα, Φεβρουαρίου 15, 2021

Μια διαφορετική αναφορά στη μνήμη του Αντώνη μας της Ελλάδας και ...της Καισαριανής

 .............................................................................................................

"-Καλημέρα Αντώνη μου τι κάνεις;

-Καλημέρα! Γεια σου και σένα! Ποια είσαι; έλα κοντά...

-Κάποια από αυτούς που σ' αγαπάνε πολύ. Να είσαι γερός Αντώνη μου πάντα. 

-Ε τώρα πια...χαχα τέτοιες μέρες, τέτοια λόγια..Νά' σαι καλά, σ' ευχαριστώ, καλό δρόμο".

Συνάντηση έξω από το καφενείο που σύχναζε πριν λίγους μήνες. 

Μόνο που τον έβλεπες να κάθεται εκεί απέξω, στο τραπεζάκι του  και να κοιτάζει τι άραγε; Με τα μισόκλειστα  μάτια του καρφωμένα απέναντι, με τις μουσικές στ' αυτιά του και τις άπειρες εικόνες στο μυαλό του, μόνο που τον έβλεπες έτσι εκεί, ανατρίχιαζες. 

Ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τους Καισαριανιώτες η αναχωρησή του. ..............................................................................................................

Συνεχιστε ΕΔΩ 

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 11, 2021

ΜΙΝ ΛΙΑΝ .....η αρχή ( μιά ιστορία πού δεν τελείωσε ποτέ)

 


Δια μέσου των Αιώνων

Το 1247 εξελίχθηκε ένας πόλεμος ανάμεσα στο βασίλειο του Θιβέτ και την Κίνα. Ένας πόλεμος που άφησε πίσω του κατεστραμένες πόλεις, χιλιάδες νεκρούς πολεμιστές και αθώα θύματα. Όμως μέσα σε όλον αυτό τον ορυμαγδό, ξετυλίχθηκε το δράμα ενός έρωτα που βασανίζει τους πρωταγωνιστές του μέσα στους αιώνες. 

Ο Σανα Χι Σουί, ο μικρός πρίγκιπας του βασιλειου του Θιβέτ, ερωτεύτηκε τη μικρή Μιν Λιαν όταν αυτή βρισκόταν ακόμα στους κήπους του ανακτόρου κι έπαιζε ανέμελη με τις φίλες της....................................

.........................Ο Σάνα Χι Σουί είχε φύγει από κείνη τη μάχη επίσης τραυματισμένος, αλλά και απόλυτα δυστυχής όταν κατάλαβε ότι ο Μα Ξίου, δεν ήταν άλλος από την αγαπημένη του, που έτρεξαν οι δικοί της με αυτοθυσία να σηκώσουν τραυματισμένη και να απομακρύνουν από τον τόπο της σφαγής. 

Πέταξε το κράνος του και φώναξε με αγωνία το ονομά της, καθώς το κορίτσι μεταφέροταν με το κεφάλι κρεμασμένο προς τα πίσω και τον είδε με το χέρι του γεμάτο αίματα πάνω στο πλευρό του. 

Για το υπόλοπο αυτού του τρομερού δράματος απο την αρχή μέχρι το ΜΗ-τέλος διαβάστε ΕΔΩ




Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2021

Ο Θρήνος του ΣΑΝΑ ΧΙ ΣΟΥΙ (μέρος 2ο)

 Ολα τελειωσαν

ο αχός της μάχης και η σκόνη σιγά σιγά καταλαγιάζουν .....στην απεραντη πεδιαδα υπαρχουν μόνο βαριά πληγωμένοι και νεκροί από τα φοβερά σπαθιά των πολεμιστών του !! 

Αυτοί στέκονται αμίλητοι πίσω του ...και είναι αυτός μπροστά τους ο ατρόμητος αρχηγός τους ...μόνος του .

Να τόν σκεπάζει το βαρύ πέπλο της μοίρας του, που όρισε από  το δικό του σπαθί να πέσει νεκρή στην αγκαλιά του αυτός ο αγγελος με τα φλογερά σαν τη φωτιά μαλλιά και με ορθάνοικτα δακρυσμένα μάτια να του τρυπά το βλέμμα .....

Η μήπως δεν τελείωσαν όλα ? 

Γιατί τίποτα δεν χάνεται ....γιατί η αγάπη ζει αιώνια !!!.......................




....................................

Μιν Λιαν! Ας ήτανε να γύριζε ο χρόνος πίσω

ορμητικέ μου σίφουνα, ποτάμι της ζωής

θα πέρναγες! κι ας ήτανε εγώ να μη δεήσω

να δω ξανά τη χώρα μου, ή τ’ άστρο της ευχής

που, μάρτυρά μας κάναμε στον ιερό μας όρκο

 

Και ποιά αξία Μιν Λιαν, ποιά ένδοξη μάνα μάχη

άξιζε τάχα πιο πολύ από τη μικρή στιγμή

που ένωσε γη και ουρανό παραδεισένια η αγάπη

και ζήλεψε τ’ αστέρι μας που έσβησε σαν κερί.

.....................................................

Για το πριν και το μετά ΕΔΩ 

because music needs the words to travel. Because the words, need music to be heard. 
Για αυτό την ώρα της απαγγελίας βάλτε τη γραμμή της μουσικής να παίζει 


Τρίτη, Φεβρουαρίου 02, 2021

Η Ιστορία της ΜΙΝ ΛΙΑΝ και του ΣΑΝΑ ΧΙ ΣΟΥΙ



Μιά ιστορία που μπορεί να επαναλαμβανεται εως την αιωνιότητα .... 

 Η Θυσία της βασίλισσας ΜΙΝ ΛΙΑΝ ............................................... .................................................. ................................................... 

 Στο μοναστήρι Γκουνγκ Τάι μαθαίνουν Τάι, οι μοναχές και οι πριγκίπισσες ξέρουν να πολεμάνε
 Όμως για τον Μάο Τα δεν ήταν αρκετό φυγάδευσε τις άλλες με τους χωρικούς
 κι έστειλε εμένα με το Τσινδουί γι’ ασφάλεια είπε μέχρι να με παραδώσουν και είχα υποσχεθεί στον Σάνα Χι Σουί ότι θα μείνω ζωντανή γι’ αυτόν και μόνο ως να τα βρούν οι χώρες μας μια λαμπερή αυγή και να μπορέσουμε άφοβα να ξαναγαπηθούμε.

 ......................................................... ............................................................. 

Για το πριν και το μετά ΕΔΩ

because music needs the words to travel. Because the words, need music to be heard. 
Για αυτό την ώρα της απαγγελίας βάλτε τη γραμμή της μουσικής να παίζει 

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2021

Αλμπέρ Καμύ. Έχουμε εξορίσει την ομορφιά. Οι Έλληνες είχαν πάρει τα όπλα γι’ αυτήν

 

Ο Άλμπερ Καμύ, Γάλλος φιλόσοφος, συγγραφέας και δημοσιογράφος έφυγε από την ζωή σαν σήμερα στις 4 Ιανουαρίου το 1960

Ο Αλμέρ Καμύ σαν σήμερα το 1960, αναπάντεχα, χάνει τη ζωή του σε τροχαίο ατύχημα - Διαβάστε παρακάτω το αφιέρωμα του alfavita.gr 

Ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του «Ο Ξένος» και «Η Πανούκλα», στα θεατρικά του έργα «Καλλιγούλας» και «Οι δίκαιοι» αλλά και στα φιλοσοφικά του δοκίμια «Ο Μύθος του Σίσυφου» και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος». Έγραψε για την αναζήτηση του νοήματος στη ζωή και για την ανάγκη της εξέγερσης και τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1957.
 
Ο μικρός Αλμπέρ θα γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από μία φωτογραφία και μία σημαντική οικογενειακή ιστορία: την περιγραφή της έντονης αποστροφής που έδειξε ο πατέρας του μπροστά στο θέαμα μίας εκτέλεσης. Μετά το θάνατο του Λυσιέν η οικογένεια εγκαθίσταται στο Αλγέρι. Ο Αλμπέρ κάνει τις σπουδές του έχοντας την υποστήριξη των καθηγητών του (μεταξύ των οποίων βρίσκουμε και τον Ζαν Γκρενιέ, που θα παρουσιάσει στον μαθητή του το έργο του Νίτσε). Ξεκινά να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα φιλοξενούνται στο περιοδικό Sud το 1932. Μετά το απολυτήριο λυκείου (bac) παίρνει πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία (lettres), της Φιλοσοφικής Σχολής, αλλά η φυματίωση τον εμποδίζει να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (agrégation).

To 1935, ξεκινά το L' Envers et l' Endroit, που θα εκδοθεί δύο χρόνια αργότερα. Ιδρύει το Θέατρο της Εργασίας (le Théâtre du Travail) στο Αλγέρι, που αργότερα (1937) μετονομάζει σε «Θέατρο της Ομάδας». Στο μεσοδιάστημα, εγκαταλείπει το κομμουνιστικό κόμμα δύο χρόνια μετά την εγγραφή του σε αυτό. Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πιά (Pascal Pia). Η έρευνα που κάνει Μιζέρια της Καμπυλίας θα συναντήσει αντιδράσεις. Το 1940, η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ. Εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει τον Ξένο (L' Étranger, 1942) και το δοκίμιο Ο μύθος του Σίσυφου (Le Mythe de Sisyphe, 1942) και θα αναπτύξει τις φιλοσοφικές του θέσεις.

Σύμφωνα με τη δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου» – ο οποίος θα συμπληρωθεί αργότερα με τα θεατρικά έργα Η παρεξήγηση (Le Malentendu) και Καλιγούλας (Caligula, 1944). Το 1943 προσλαμβάνεται ως εκδότης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας Combat(Μάχη), που συγκέντρωσε μερικές από τις σημαντικότερες υπογραφές Γάλλων αριστερών διανοουμένων, όταν ο Π. Πια κλήθηκε να προσφέρει από άλλες θέσεις στη Γαλλική Αντίσταση. Το 1947, διαφωνώντας με τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας, ο Καμύ την εγκαταλείπει. Συνεχίζει το λογοτεχνικό έργο με την παραγωγή του «κύκλου της εξέγερσης», που περιλαμβάνει ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, την Πανούκλα (1947), αλλά και άλλα έργα, λιγότερο δημοφιλή: L' État de siège (1948), Οι δίκαιοι (1949) και Ο επαναστατημένος άνθρωπος (L' Homme révolté) (1951).

Το 1952 έρχεται σε ρήξη με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ με τη δημοσίευση στο περιοδικό Μοντέρνοι καιροί (Les Temps modernes) του άρθρου από τον Ανρί Ζανσόν (Henri Jeanson) που προσάπτει στην εξέγερση του Καμύ ότι είναι «εκ προθέσεως στατική». Το 1956, στο Αλγέρι, πρότεινε την «πολιτική ανακωχή» ενώ μαινόταν ο πόλεμος. Εκδίδει την Πτώση (La Chute), ένα απαισιόδοξο βιβλίο. Το 1957 τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.

Ο Καμύ βρίσκει τον θάνατο στις 4 Ιανουαρίου 1960, πριν προλάβει να συμπληρώσει τα 47 του, σε αυτοκινητιστικό ατύχημα στο (Πτι) Βιλμπλεβέν της Υόν , όταν ο οδηγός και συγγενής του στενού του φίλου Γκαλιμάρ παρεκκλίνει της πορείας του και ρίχνει το αυτοκίνητο σε ένα δέντρο.

Ο Καμύ τάφηκε στο Λουρμαρέν της Βωκλύζ, όπου είχε αγοράσει μία κατοικία.

Αλμπέρ καμύ

Τερματοφύλακας σε σχολική ποδοσφαιρική ομάδα στην Αλγερία. 

"Πραγματικά, τη λίγη ηθική που ξέρω, την έμαθα στα ποδοσφαιρικά γήπεδα και τις θεατρικές σκηνές, που θα παραμείνουν τα αληθινά μου πανεπιστήμια" (Albert Camus, Γιατί κάνω θέατρο ; 1959). To 1930, o Camus αρρώστησε από φυματίωση και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο.
 
Ο Καμύ ξεκινάει να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα δημοσιεύονται στο περιοδικό Sud το 1932. Πήρε πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία αλλά εξαιτίας της φυματίωσης δεν κατάφερε να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (agrégation). Δύο χρόνια μετά την εγγραφή του στο κομουνιστικό κόμμα, το εγκαταλείπει, προσάπτοντάς του «ιδεολογικό απολυταρχισμό». Εκείνη την εποχή γράφει στα σημειωματάριά του: «Όσοι έχουν κάποιο μεγαλείο μέσα τους δεν κάνουν πολιτική». Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Το λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πια, όμως η έρευνά του με τίτλο «Μιζέρια της Καμπυλίας», συναντά αντιδράσεις και το 1940 η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ.

Αλμπέρ καμύ

Στοκχόλμη, συνέντευξη τύπου
 
Τότε είναι που εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει και τον «Ξένο» (1942) και τον «μύθο του Σίσυφου» (1942). «Ο Ξένος», η ιστορία ενός άντρα που δεν δείχνει κανένα συναίσθημα για το θάνατο της μητέρας του, που στη συνέχεια σκοτώνει έναν Άραβα, έγινε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία. Σύμφωνα με την δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου», ο οποίος θα συμπληρωθεί με τα θεατρικά έργα «Η παρεξήγηση» και ο «Καλλιγούλας».
 
Το 1943 προσλαμβάνεται ως αναγνώστης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard. Κατά την κατοχή της Γαλλίας από τους Ναζί, ο Καμύ υπήρξε ενεργός στην αντίσταση, γράφοντας και έχοντας την αρχισυνταξία για την παράνομη εφημερίδα Combat. Το λογοτεχνικό του έργο συνεχίζεται με τον «κύκλο της εξέγερσης», στον οποίο περιλαμβάνεται η «Πανούκλα» (1947) αλλά και άλλα έργα όπως «Οι δίκαιοι» (1949) και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951).

 


Με τον Picasso και τον Sartre μεταξύ άλλων διανοουμένων και καλλιτεχνών σε μία φωτογραφία (πιθανόν) του Brassai
 
Ο βιογράφος του γράφει για τη σχέση του με τη δημοσιογραφία: «Πολλοί συγγραφείς γεννιούνται από τη δημοσιογραφία. Αλλοι τόσοι θάβονται απ΄ αυτήν. Ο Καμύ ξεκινάει μια αντίστροφη κίνηση. Ξέρει ήδη να στήνει το σκηνικό, να τοποθετεί τα πρόσωπα. Το δίπλωμα της φιλοσοφίας του είναι χρήσιμο: αναζητεί το νόημα κάτω από τα γεγονότα».
 
Πολιτική και δημοσιογραφία έχουν αξίες ασύμβατες κατά τον Καμύ, καθώς ο πολιτικός αποκρύπτει την αλήθεια, ενώ ο δημοσιογράφος οφείλει να την ξεσκεπάσει, χαρακτηρίζοντας τον δημοσιογράφο «ιστορικό τού άμεσου».
 
Επισκέφθηκε την Ελλάδα στις 28 Απριλίου 1955 και είχε δώσει διάλεξη στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Τη συζήτηση αποτύπωσε στο μαγνητόφωνο ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.
 
Εκείνη την εποχή, οι μνήμες του Εμφυλίου στη χώρα μας ήταν ακόμα νωπές, ενώ ο Καμύ είχε ήδη συνυπογράψει επιστολή συμπαράστασης στους αριστερούς που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο (1949), ενώ αργότερα κράτησε την ίδια στάση και για τους αγωνιστές της Κύπρου. «Πράγματι», παραδεχόταν, «υπήρξε μια γαλλική εθνική αλληλεγγύη και υπήρξε και μια ελληνική εθνική αλληλεγγύη: η αλληλλεγγύη της οδύνης. Αυτή την αλληλεγγύη μπορούμε να την ξαναβρούμε κάθε στιγμή και όχι μόνο με το ένδυμα της οδύνης».
 
Κατά τη συζήτηση αυτή, απάντησε και στην ερώτηση «πού είναι η ελευθερία την οποία διεκδικείτε;», που του έθεσε μια μαθήτρια: «Η άνευ όρων ελευθερία είναι το αντίθετο της ελευθερίας. Την άνευ ορίων ελευθερία μόνον οι τύραννοι μπορούν να την ασκούν. Ο Χίτλερ ήταν ένας σχετικά ελεύθερος άνθρωπος, ο μόνος άλλωστε από όλη την Αυτοκρατορία του. Αλλά αν θέλουμε να ασκήσουμε μια αληθινή ελευθερία, αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί μόνο προς το συμφέρον τού ατόμου που την ασκεί. Η ελευθερία είχε πάντα ως όριο την ελευθερία των άλλων».

Αλμπέρ Καμύ
 
Ο συγγραφέας έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1960 σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όταν ο οδηγός, εκδότης Μισέλ Γκαλιμάρ, παρέκκλινε της πορείας του και χτύπησε σε ένα δέντρο. Ο Γκαλιμάρ τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε πέντε ημέρες αργότερα στο νοσοκομείο. Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Ο ίδιος έλεγε στους φίλους του ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα». Η σορός του ενταφιάστηκε στην Lourmarin, στη Νότια Γαλλία, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Αλμπέρ καμύ

Το αμάξι με το οποίο σκοτώθηκε ο Άλμπερ Καμύ

Famous portrait photographer Yousuf Karsh (R) leafing through notebook prob. belonging to French author Albert Camus, whose home he is visiting during photo shoot.

Ο πατέρας του, Λυσιέν, εργαζόταν για έναν έμπορο κρασιού σε ένα οινοπαραγωγικό κτήμα κοντά στο Μοντοβί (Mondovi) της Αλγερίας, όπου γεννήθηκε και ο Αλμπέρ. Επιστρατεύθηκε όμως τον Σεπτέμβριο του 1914 και ο τραυματισμός του στη μάχη του Μάρνη Famous portrait photographer Yousuf Karsh (R) leafing through notebook prob. belonging to French author Albert Camus, whose home he is visiting during photo shoot. (1958)

15 Αποφθέγματα  

  1. Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.
  2. Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.
  3. Για να είμαστε ευτυχισμένοι, πρέπει να μη μας απασχολούν πολύ οι άλλοι.
  4. Να αυτοκτονήσω ή να κάνω καφέ;
  5. Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’ αυτό που σε συνθλίβει.
  6. Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.
  7. Σε τελευταία ανάλυση, χρειάζεται περισσότερο κουράγιο για να ζήσεις παρά για να αυτοκτονήσεις.
  8. Το σχολείο μας προετοιμάζει για τη ζωή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
  9. Δεν μου αρέσουν τα μυστικά των άλλων. Με ενδιαφέρουν όμως οι εξομολογήσεις τους.
  10. Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο, σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος.
  11. Η παγίδα του μίσους είναι ότι σε δένει με τον χειρότερο εχθρό σου.
  12. Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές.
  13. Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής.
  14. Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή μόνο αυτοί που δεν την έχουν ζήσει.
  15. Έχουμε εξορίσει την ομορφιά. Οι Έλληνες είχαν πάρει τα όπλα γι’ αυτήν

ΓΝΩΜΙΚΑ

Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.

•    Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.

•    Για να είμαστε ευτυχισμένοι, πρέπει να μη μας απασχολούν πολύ οι άλλοι.

•    Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’ αυτό που σε συνθλίβει.

•    Να αυτοκτονήσω ή να κάνω καφέ;

•    Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.
 
•    Μπορείς να κρίνεις το χαρακτήρα ενός άντρα παρατηρώντας την όψη της γυναίκας του.

•    Σε τελευταία ανάλυση, χρειάζεται περισσότερο κουράγιο για να ζήσεις παρά για να αυτοκτονήσεις.

•    Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας.

•    Γοητεία είναι ένας τρόπος να παίρνεις την απάντηση «ναι», χωρίς να έχεις κάνει κάποια ξεκάθαρη ερώτηση.

•    Το σχολείο μας προετοιμάζει για τη ζωή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.

•    Ένας άντρας έχει πάντα δύο χαρακτήρες: τον δικό του και αυτόν που του δίνει η γυναίκα του.

•    Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής.
 

•    Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι.

•    Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο, σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος.

•    Δεν μου αρέσουν τα μυστικά των άλλων. Με ενδιαφέρουν όμως οι εξομολογήσεις τους.

•    Η παγίδα του μίσους είναι ότι σε δένει με τον χειρότερο εχθρό σου.

•    Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές.

•    Η πολιτική και η μοίρα της ανθρωπότητας διαμορφώνονται από ανθρώπους χωρίς ιδανικά και χωρίς μεγαλείο. Άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική. 

•    Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή μόνο αυτοί που δεν την έχουν ζήσει.

•    Έχουμε εξορίσει την ομορφιά. Οι Έλληνες είχαν πάρει τα όπλα γι’ αυτήν.
(από την «Εξορία της Ελένης», 1948)

•    Η πραγματική γενναιοδωρία προς το μέλλον έγκειται στο να τα δίνουμε όλα στο παρόν.

•    Στην πραγματικότητα δεν ζούμε παρά μερικές ώρες της ζωής μας.

•    Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.

•    Ακόμα κι όταν κάποιος είναι πεπεισμένος για την απελπισία του, πρέπει να δρα σαν να ελπίζει. Ή να αυτοκτονεί. Ο πόνος δεν δίνει δικαιώματα.

•    Η αλήθεια, όπως και το φως, τυφλώνει.

•    Οι άνθρωποι σπεύδουν να ασκήσουν κριτική για να μην κριθούν οι ίδιοι.

•    Υπάρχουν κάποια πάθη τόσο δυνατά, που δεν μπορεί παρά να είναι αρετές.

•    Χωρίς δουλειά, η ζωή σαπίζει, αλλά όταν η δουλειά είναι άψυχη, η ζωή εκφυλίζεται και ξεψυχάει.

•    Επαναστατώ άρα υπάρχω.

•    Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές.

•    Ο κόσμος όπου αισθάνομαι πιο άνετα, είναι ο Ελληνικός μύθος.

•    Ο σκλάβος ξεκινά ζητώντας δικαιοσύνη και καταλήγει να περιμένει να φορέσει ένα στέμμα.

•    Δεν μπορείς να αποκτήσεις εμπειρία κάνοντας πειράματα. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις εμπειρία. Πρέπει να την υποστείς.

•    Μια ένοχη συνείδηση έχει ανάγκη να εξομολογηθεί. Ένα έργο τέχνης είναι μια εξομολόγηση.

•    «Το αλκοόλ σβήνει τον άνθρωπο για ν’ ανάψει το κτήνος», κάτι που τον κάνει να αντιληφθεί γιατί του αρέσει το αλκοόλ.

•    Σε συγχωρούν για την ευτυχία σου και τα πλούτη σου μόνο αν τα μοιράζεσαι γενναιόδωρα.

•    Το να αγαπάς ένα πλάσμα σημαίνει να έχεις αποδεχτεί να γερνάς μαζί του.

•    Η ακεραιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες.

•    Η ζωή μπορεί να είναι υπέροχη και συνταρακτική, αυτή είναι όλη η τραγωδία της. Χωρίς ομορφιά, αγάπη ή κίνδυνο, θα ήταν σχεδόν εύκολο να ζεις.

•    Υπάρχουν στους ανθρώπους περισσότερα πράγματα να θαυμάσουμε παρά να περιφρονήσουμε.

•    Προπαντός όταν οι μέρες φαίνονται ατέλειωτες, είναι που αρχίζουν τα χρόνια να περνάνε γρήγορα.

•    Πρέπει να θεωρείτε τον ηρωισμό και το θάρρος δευτερεύουσες αξίες, αφού όμως πρώτα δώσετε αποδείξεις ηρωισμού και θάρρους.

•    Όταν παραδέχεται κανείς κάποια -ασήμαντα- ελαττώματα, πιστεύει ότι αποφεύγει έτσι να γίνει λόγος για τα άλλα του ελαττώματα. Επειδή είναι φυσιολογικό, σε κάποιον που ομολογεί αυθόρμητα κάποια ελαττώματα, να μην αναζητούμε κι άλλα.

•    Αν πρόκειται να μου συμβεί κάτι, θέλω να είμαι εκεί.

•    Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι.

•    Η αδράνεια είναι μοιραία μόνο για τις μετριότητες.

•    Να ζεις μέχρι δακρύων.

•    Φαντάζομαι πως ο Σίσυφος ήταν ευτυχισμένος.

•    Όλα όσα ξέρω για την ηθική και την αίσθηση καθήκοντος τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο.
(σ.σ: στα νιάτα του ήταν τερματοφύλακας)

•    Ανάμεσα στη δικαιοσύνη σας και τη μάνα μου, προτιμώ τη μάνα μου.

•    Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι.

•    Στα τριάντα μου, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, γνώρισα τη φήμη. Τώρα ξέρω περί τίνος πρόκειται. Μικροπράγματα.

•    Αυτός που απελπίζεται από την ανθρώπινη μοίρα είναι δειλός. Αυτός που έχει ελπίδες γι’ αυτήν είναι ανόητος.

•    Σύμφωνα με τους Κινέζους, οι αυτοκράτορες που πλησιάζουν στο τέλος τους, εκδίδουν αναρίθμητους νόμους.

•    Ο σκοπός του συγγραφέα είναι να εμποδίσει τον πολιτισμό να καταστρέψει τον εαυτό του.

•    Όλες οι σπουδαίες πράξεις και όλες οι σπουδαίες σκέψεις έχουν γελοίο ξεκίνημα.

•    Για τους πιο πολλούς ανθρώπους, ο πόλεμος είναι το τέλος της μοναξιάς. Για μένα, είναι η οριστική μοναξιά.

•    Η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ευκαιρία για να γίνουμε καλύτεροι.

•    Ο ελεύθερος Τύπος μπορεί να είναι είτε καλός είτε κακός, αλλά χωρίς ελευθερία, είναι απόλυτα βέβαιο ότι ο Τύπος δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από κακός.

•    Σήμερα η μαμά πέθανε. Ή μπορεί χτες, δεν ξέρω.
(από τον «Ξένο»)

•    Όλη η τέχνη στον Κάφκα συνίσταται στο ότι υποχρεώνει τον αναγνώστη να τον ξαναδιαβάσει.

•    Μιλώντας γι’ αυτά που αγνοείς, στο τέλος τα μαθαίνεις.

•    Είναι πιθανό να είναι κανείς ενάρετος, αλλά μόνο από ιδιοτροπία.

•    Από την εμπειρία κανείς δεν γίνεται σοφός, αλλά εμπειρογνώμων. Σε τι όμως;

•    Κάθε άνθρωπος είναι ένας εγκληματίας που παραμένει άγνωστος.

•    Δεν υπάρχει αγάπη για την ζωή χωρίς απελπισία για την ζωή.

•    Το να δημιουργείς, σημαίνει επίσης να δίνεις μια μορφή στο πεπρωμένο σου.

•    Στην πολιτική, είναι τα μέσα που καθαγιάζουν τον σκοπό και ποτέ ο σκοπός τα μέσα.

•    Οι αμφιβολίες είναι ό,τι πιο ενδόμυχο έχουμε.

•    Από τη στιγμή που όλοι θα πεθάνουμε, είναι προφανές ότι το πού και το πότε δεν έχουν καμιά σημασία.

•    Η τραγωδία δεν είναι λύση.

•    Καλιγούλας: «αυτό που δεν θα καταλάβετε ποτέ είναι πως είμαι ένας άνθρωπος απλός».

«Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου» 

«Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι» - Ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε την Πανούκλα το 1947.

Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους.

Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη.


Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του.

Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους.

Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες.

 Πώς θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες.

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2020

ΠΑΧΤΑΚΟΡ. Η ποδοσφαιρική ομάδα των...απάτριδων της Τασκένδης

 Το θέμα που πρόκειται να διαβάσετε θα μπορούσε να είναι ένα αθλητικό θέμα. Για μια ποδοσφαιρική ομάδα, μιλάει, άλλωστε. Δεν είναι, όμως, ένα αθλητικό θέμα. Ή πιο σωστά δεν είναι ένα αμιγώς αθλητικό θέμα.

Βλέπετε, η ιστορία της Παχτακόρ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες που μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου έφυγαν από την Ελλάδα και πέρασαν στις χώρες του κραταιού τότε «ανατολικού μπλοκ».

Θα μπορούσε κάποιος να πει, πως η ιστορία της Παχτακόρ, διατρέχει την ιστορία των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων και μέσα από εκεί μπορεί κάποιος να μάθει πολλά σχετικά με τον τρόπο ζωής, τις αγωνίες και τις καλές στιγμές των Ελλήνων που βρέθηκαν στην ΕΣΣΔ.

Ίσως γι αυτό τον λόγο, η ιστορία επέλεξε σε αυτή την ομάδα να δώσει και έναν κεντρικό ήρωα ο οποίος, μάγεψε τους φιλάθλους με το ποδοσφαιρικό του ταλέντο στα γήπεδα της Τασκένδης αλλά και (πολλά χρόνια αργότερα) και στα ελληνικά γήπεδα.

Ο ήρωας αυτός δεν είναι άλλος από τον σπουδαίο Βασίλη Χατζηπαναγή. Τον θρυλικό «Βάσια», ο οποίος είναι ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που πάτησαν ποτέ το πόδι τους στα ελληνικά γήπεδα.

Η λήξη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και η προσφυγιά

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τον Αύγουστο του 1949, μετά από τρία χρόνια, σκληρού και αιματοβαμμένου εμφυλίου πολέμου, ο εθνικός στρατός έχει κερδίσει τις μάχες ενάντια στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας σε όλα τα μέτωπα.

Οι ηττημένοι αντάρτες, φοβούμενοι, πως με το τέλος του εμφυλίου θα ακολουθήσει ένα πογκρόμ ανάλογο με αυτό που είχαν βιώσει μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, αρχίζουν κατά χιλιάδες (μαζί με τις οικογένειες τους και τα λιγοστά υπάρχοντά τους) να περνούν τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας με κατεύθυνση προς τις «φιλικές» χώρες του τότε κραταιού ανατολικού μπλοκ και κυρίως τη Σοβιετική Ένωση. Υπολογίζεται πως πάνω από 60.000 άτομα εγκατέλειψαν την Ελλάδα εκείνη την περίοδο.

Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών προσφύγων που δεν έμειναν στην Αλβανία ή στην Βουλγαρία εγκαταστάθηκαν στην Τασκένδη. Εκεί συνάντησαν πολλές και διάφορες δυσκολίες, έδιναν έναν καθημερινό αγώνα για επιβίωση σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από την Ελλάδα, προκειμένου να προσαρμοστούν σε έναν τρόπο ζωής εντελώς διαφορετικό από εκείνο που βίωναν στη χαμένη πατρίδα.

Η Τασκένδη, η πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, είχε μουσουλμανικό παρελθόν αλλά από το 1918 έγινε πρωτεύουσα της Αυτόνομης Σοβιετικής Δημοκρατίας του Τουρκεστάν και από το 1930 και έπειτα έγινε μέλος της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν.

Το 1991, λίγο πριν την «κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού», η Τασκένδη ήταν η τέταρτη σε πληθυσμό πόλη της ΕΣΣΔ!

Μια από τις μεγαλύτερες κοινότητες ήταν αυτοί των Ελλήνων. Ήταν οι «απάτριδες», όρος που προερχόταν από τη ρωσική λέξη «апатри́д» (που φυσικά είχε τη ρίζα της στην αρχαιοελληνική άπατρις), που σημαίνει άνθρωπος χωρίς ιθαγένεια.

Υπολογίζεται πως ακόμα και σήμερα υπάρχουν στην Τασκένδη περίπου 500 Έλληνες που δεν επέστρεψαν πίσω στην Ελλάδα με το μεγάλο κύμα του επαναπατρισμού, όταν το 1981 εκλέχθηκε κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, και παρέμειναν εκεί έχοντας για ταυτότητα ένα επίσημο κρατικό έγγραφο το οποίο έχει πάνω του τη λέξη «απαντρίντ»!

Βασική ασχολία των Ελλήνων της περιοχής ήταν η συλλογή βαμβακιού. Οι ανάγκες της ΕΣΣΔ για τη συγκομιδή του ήταν τεράστιες και έτσι οι περισσότεροι πρόσφυγες έβρισκαν εργασία στα χωράφια.

Η Παχτακόρ ή αλλιώς «αυτοί που καλλιεργούν βαμβάκι»


Η ζωή στην Σοβιετική Τασκένδη, κυλούσε με πολλά και διάφορα προβλήματα. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο από τη σκληρή καθημερινότητα σε διάφορες διασκεδάσεις. Μια από αυτές ήταν φυσικά και το ποδόσφαιρο.

Έτσι κάποιοι από αυτούς, μεταξύ των οποίων και Έλληνες, ίδρυσαν το 1956 την Παχτακόρ Τασκένδης. Παχτακόρ σημαίνει «αυτοί που καλλιεργούν βαμβάκι».

Από το 1936 μέχρι το 1991 που διήρκεσε η Σοβιετική Λίγκα η Παχτακόρ ήταν η μόνη ομάδα από το Ουζμπεκιστάν που αγωνίστηκε εκεί. Έπαιξε για 22 χρονιές στη πρώτη κατηγορία της ΕΣΣΔ. Η κορυφαία θέση που κατέλαβε ποτέ ήταν η έκτη και αυτό γιατί είχε να ανταγωνιστεί ομάδες- μεγαθήρια από τη Ρωσία και την Ουκρανία που τότε ήταν υπολογίσιμα μεγέθη όχι απλά στη σοβιετική λίγκα αλλά και στο κορυφαίο επίπεδο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Παράλληλα το 1968 έπαιξε και στον τελικό του κυπέλλου, όπου έχασε από τη Τορπέντο Μόσχας.

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης η Παχτακόρ, έχοντας πολλούς σπουδαίους ποδοσφαιριστές στο ρόστερ της αλλά και έχοντας την εμπειρία από τη Σοβιετική λίγκα, έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος στο πρωτάθλημα του Ουζμπεκιστάν. Συνολικά έχει κατακτήσει 12 τίτλους. Η μοναδική χρονική περίοδος που «έπεσε» από τον βάθρο της ήταν όταν πριν από περίπου μία δεκαετία η Μπούνιοντκορ ξόδεψε πολλά εκατομμύρια δολάρια για πείσει διάσημους ποδοσφαιριστές να φορέσουν τη φανέλα τους. Το κατάφερε με τον Ριβάλντο, ενώ λίγο έλειψε να αγοράσει και τον Ετο.

Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, η Μπούνιοντκορ πήρε τέσσερα σερί πρωταθλήματα (2008-2012).

Σήμερα, όμως, η Παχτακόρ έχει επανέλθει για τα καλά στην κορυφή με προπονητή τον Σότα Αρβελάτζε και αστέρα τον Ερέν Ντερτιγιόκ.

Η Παχτακόρ του Βασίλη Χατζηπαναγή


Η ομάδα των βαμβακοκαλλιεργητών και των ελλήνων πολιτικών προσφύγων έμελε να είναι αυτή που θα αναδείξει τον μεγάλο Βασίλη Χατζηπαναγή ο οποίος είχε γεννηθεί στην Τασκένδη το 1954.

Ο σπουδαίος Βάσιας ξεκίνησε να παίζει από μικρός μπάλα στη Δυναμό Τασκένδης, ωστόσο, το 1972 τον εντόπισε ένας παράγοντας της Παχτακόρ και πήρε γρήγορα μεταγραφή.

Εκεί έπαιξε για τρία χρόνια πριν έρθει στην Ελλάδα και τον Ηρακλή, το 1975. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως η πρώτη ελληνική ομάδα που εντόπισε τον Χατζηπαναγή ήταν ο Ολυμπιακός αλλά η Παχτακόρ δεν επέτρεψε να γίνει η συγκεκριμένη μεταγραφή.

Στην τριετία, πάντως, που έπαιξε με τη φανέλα των βαμβακοκαλλιεργητών ο Χατζηπαναγής έκανε… «πράματα και θάματα» με ματς σταθμό το 5-0 επί της πανίσχυρης Ντιναμό Κιέβου όπου ο «Βάσια» έκανε σμπαράλια την άμυνα των Ουκρανών, αφού έβαλε ένα γκολ και έδωσε… τέσσερις ασίστ!

Ο Χατζηπαναγής έφτασε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ηρακλή τον Δεκέμβριο του 1975, με τρένο. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στους ανθρώπους που τον περίμεναν ήταν και η γιαγιά του. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε από κοντά.

Ήταν εκείνη που υπέγραψε το χαρτί του επαναπατρισμού του, προκειμένου να «ξεκλειδώσει» η μεταγραφή από την Παχτακόρ.

Η συνέχεια της καριέρας του «Νουρέγιεφ των ελληνικών γηπέδων» είναι γνωστή.

Μοναδική του πικρία το ότι φόρεσε μόλις δυο φορές τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας, (η μία σε φιλικό και η άλλη σε αγώνα προς τιμήν του) επειδή είχε αγωνιστεί με την αντίστοιχη της Σοβιετικής Ένωσης. «Πιστεύω πια σίγουρα πως πλήρωσα κιόλας και τα πολιτικά φρονήματα του πατέρα μου, που ήταν αριστερός μέχρι το τέλος της ζωής του. Είχα πάει τόσες φορές στη Σοβιετική Ένωση για να πάρω την ελευθέρας, αλλά τζίφος» είχε πει ο ίδιος, σε παλαιότερη συνέντευξή του.

Το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα που σημάδεψε την ιστορία της Παχτακόρ


Τέσσερα, μόλις, χρόνια μετά την μεταγραφή του Χατζηπαναγή από την Παχτακόρ για τον Ηρακλή, η ιστορία της θα σημαδευτεί από ένα τραγικό αεροπορικό δυστύχημα. Στις 11 Αυγούστου του 1979 το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή της ομάδας που θα αντιμετώπιζε τη Ντιναμό Μινσκ στο πλαίσιο της Σοβιετικής λίγκας, συγκρούστηκε με ένα άλλο και ο τραγικός απολογισμός ήταν 178 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους. Οι 17 από αυτούς ήταν ποδοσφαιριστές της Παχτακόρ.

Από την έρευνα που ακολούθησε, προέκυψε πως ένα μοιραίο λάθος απ’ τον πύργο ελέγχου και ένα μπέρδεμα με τους ασυρμάτους και την επικοινωνία οδήγησε σε αυτή την τεράστια τραγωδία. Ουσιαστικά ο υπεύθυνος του πύργου ελέγχου έβαλε τα δυο αεροπλάνα με τους διαφορετικούς προορισμούς, να περάσουν από την ίδια περιοχή και στο ίδιο ύψος.

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής, θα μπορούσε να ήταν μέσα στο μοιραίο αεροπλάνο, αν δεν είχε πάρει εκείνη την μεταγραφή. «Ήμασταν με τον Ηρακλή για προετοιμασία στην Κατερίνη. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο στο ξενοδοχείο. Ήταν Έλληνες δημοσιογράφοι που ρωτούσαν τα ονόματα των παικτών της Παχτακόρ. Τι τα θέλετε, ρε παιδιά; τους ρώτησα. Σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα, μου είπαν. Πάγωσα. Μου κόπηκαν τα πόδια. Αν έμενα στην Τασκένδη, θα ήμουν κι εγώ νεκρός», είχε πει ο ίδιος.

ΠΗΓΗ https://cb.run/gu6d




Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

 

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873 – 1950)

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μαθηματικούς της εποχής του με διεθνή αναγνώριση.Το επιστημονικό του έργο εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, από τα Μαθηματικά και την Φυσική ως την Αρχαιολογία. Πολυσχιδής προσωπικότητα, διέπρεψε ως καθηγητής μαθηματικών και από τα πανεπιστήμια του Βελγίου και της Γερμανίας, βρέθηκε να οργανώνει το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στη Σμύρνη και να εργάζεται ως μηχανικός στο εργοτάξιο του φράγματος στο Ασουάν. Είχε φιλικές σχέσεις, μεταξύ άλλων, με τον Αλβέρτο Αϊνστάιν και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1873, στο Βερολίνο, όπου ο πατέρας του Στέφανος Καραθεοδωρή υπηρετούσε ως πρεσβευτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Δέσποινα Πετροκόκκινου καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Χίου.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2087?fbclid=IwAR0Y_5w9khr2cP-9bpzXNCUEMClyQaaHEqiKHfhb59YEEGyLv8uEM9vpIao#.X13lj0QBRcg.linkedin

© SanSimera.gr

Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2020

Ελληνοιταλικό Επος 1940 , ένας πόλεμος που είχε κριθεί πριν καν αρχίσει

 

Γυρίστε τον χρόνο πίσω, σαν σήμερα πριν από 80 χρόνια... Ηταν λίγο μετά τις 5 το πρωί όταν οι Ιταλοί άνοιξαν πυρ εναντίον των ελληνικών δυνάμεων που βρίσκονταν στα σύνορα με την Αλβανία και με τον πλέον ανήθικο και δειλό τρόπο επιχείρησαν να καταλάβουν στη χώρα μας. Πριν καν εκπνεύσει το τελεσίγραφο που είχε παραδώσει μερικές ώρες πριν ο Εμμανουέλε Γκράτσι στον Ιωάννη Μεταξά, μέσω του οποίου ζητούσε την άδεια ώστε στρατεύματα της χώρας του να καταλάβουν καίρια εδάφη της δική μας. Η απάντηση του τελευταίου δεν ήταν «ΟΧΙ» όπως έμεινε στη ιστορία αλλά του είπε στα γαλλικά  που συνομιλούσαν, μόλις διάβασε το κείμενο, «alors c’ est la Guerre», που σημαίνει «λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος». 
 
Το πώς ένας δικτάτορας που διατηρούσε στενούς δεσμούς με όλα τα φασιστικά καθεστώτα που ανθούσαν τότε στην Ευρώπη αρνήθηκε πεισματικά να συνεργαστεί με τους ομοϊδεάτες του Αδόλφο Χίτλερ και Μπενίτο Μουσολίνι, είναι κάτι που έχει απασχολήσει κατά καιρούς τους ιστορικούς. Η πλειοψηφία τους καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο Μεταξάς δεν εθελοτυφλούσε και γνώριζε πως λόγω της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδος, της τεράστιας ακτογραμμής της και των εκατοντάδων νησιών της, ήταν αδύνατο να αντιταχθεί στους Βρετανούς που κυριαρχούσαν στη θάλασσα.
 
Αλλωστε φέρεται να είπε σε μία ομιλία του προς τους αρχηγούς των επιτελείων της χώρας μας αρκετά χρόνια πριν το ξέσπασμα του μεγάλου πολέμου. «Αυτό που θα σας είπω δεν θα το ανακοινώσετε εις κανένα. Προβλέπω πόλεμον μεταξύ του Αγγλικού και του Γερμανικού συγκροτήματος. Πόλεμον πολύ χειρότερον από τον προηγούμενον. Εις τον πόλεμον αυτόν θα κάνω ό,τι ημπορώ δια να μην εμπλακή η Ελλάς, αλλά τούτο δυστυχώς θα είναι αδύνατον. Είναι περιττόν να σας είπω ότι η θέσις μας εις την σύρραξιν αυτήν θα είναι παρά το πλευρόν της Αγγλίας. Επαναλαμβάνω και πάλιν: Το τελευταίον αυτό, προπαντός, να μην εξέλθη της αιθούσης ταύτης». Αυτόματα άπαντες στην ηγεσία της χώρας γνώριζαν πως οι απαιτήσεις του Μουσολίνι δεν θα γίνονταν αποδεκτές. Κάτι ανάλογο υποστήριξε και παραμονές των εχθροπραξιών. «Η Ελλάς δέν είναι μία χερσόνησος περιβρεχομένη άπό θάλασσαν, αλλά μία θάλασσα περιβαλλόμενη υπό ξηράς. Ή Ελλάς δέν δύναται λοιπόν νά τά βάλη ώς έκ της γεωγραφικής της θέσεως μέ καμίαν απολύτως ναυτικής δυναμιν Μεγάλην. Είναι πράγμα τό όποιον ουδέ νά σκεφθή δύναται».  
 

Σε αντίστοιχο ύφος κινήθηκε και μία επίσημη τοποθέτησή του στις 30 Οκτωβρίου του 1940 σε ομιλία τους προς τους δημοσιογράφους, που πάντως ήταν απολύτως ελεγχόμενοι από το καθεστώς. «Δια να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των». 

Ο Μεταξάς ήταν ένας δικτάτορας που δεν αναρριχήθηκε στην εξουσία με δημοκρατικό τρόπο, όμως δεν θέλησε να συμπλέξει στρατιωτικά με τους ομοϊδεάτες του επειδή αντιλαμβάνονταν πως μία ναυτική χώρα όπως η Ελλάδα είναι αδύνατον να αντιπαρατεθεί των Αγγλων. 

Για την ιστορία ας θυμηθούμε μεταφρασμένο τον διάλογο των δύο ανδρών, όπως τουλάχιστον διασώθηκε στο πέρασμα των δεκαετιών, αμέσως μόλις ο Μεταξάς διάβασε το ιταλικό τελεσίγραφο, τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940.  Οπως και τι προηγήθηκε λίγες ώρες πριν. Ο Γκράτσι βρίσκονταν μέχρι αργά το βράδυ σε μία κοσμική εκδήλωση αλλά αποχώρησε νωρίς λέγοντας πως είναι κουρασμένος. Αμέσως μετέβη στην πρεσβεία της Ιταλίας όπου και βρίσκονταν η οικία του και εκεί τον περίμενε ο στρατιωτικός του ακόλουθος. Τον παρέλαβε και μαζί με τον μεταφραστή τους κατευθύνθηκαν για το σπίτι του Μεταξά στην Κηφισιά, με το στρατιωτικό όχημα που είχαν στην κατοχή τους. 
 
Λίγο πριν της 3 το πρωί έφτασαν στον προορισμό τους και ζήτησαν να μιλήσουν εσπευσμένα στον πρωθυπουργό. Ο οποίος ενημερώθηκε πως τον ζητούν για σοβαρό ζήτημα ορισμένοι ξένοι διπλωμάτες, χωρίς όμως να του μεταφέρουν τα ονόματά τους, καθώς οι άνδρες της ασφαλείας του δεν ήταν σίγουροι για την εθνικότητά τους. Ομως ο Μεταξάς έγραψε πως αμέσως αντιλήφθηκε ποιοι ήταν, αφού είδε από το παράθυρο το αμάξι που είχε σταθμεύσει έξω από το σπίτι του και διέκρινε τα ιταλικά διακριτικά. Εβαλε μία ρόμπα και βγήκε μόνος του στην εξώπορτα, φωνάζοντας στον φρουρό να επιτρέψει την είσοδο στους τρεις άνδρες. 
 
Επειδή τόσο εκείνος όσο και ο Γκράτσι γνώριζαν γαλλικά, κρίθηκε σκόπιμο να μιλήσουν απευθείας και όλοι οι υπόλοιποι έμειναν στον κήπο. Οι δύο τους έχουν περιγράψει τη σκηνή και οι μαρτυρίες τους δεν διαφέρουν. Βρέθηκαν απέναντι σε ένα σαλονάκι, κάθισαν αντικριστά και ο Ιταλός πρέσβης του είπε. «Με έχουν επιφορτίσει να σας επιδώσω αυτή τη διακοίνωση». Ο Μεταξάς την πήρε στα χέρια του, άρχισε να τη διαβάζει και από τις εκφράσεις του προσώπου του έδειχνε σοκαρισμένος. Η Ρώμη κατηγορούσε την Αθήνα πως είχε παραβιάσει τις αρχές της ουδετερότητας υπέρ των Αγγλων και ότι καταπίεζε τους Αλβανούς της Τσαμουρίας. Για αυτό ο Μουσολίνι ζητούσε να επιτραπεί από την Ελλάδα η διέλευση των στρατευμάτων του και η κατάληψη από μέρος τους ορισμένων στρατηγικών σημείων της. Σε διαφορετική περίπτωση στις 6 το πρωί, δηλαδή σε 3 ώρες από τότε, θα επιτεθεί. «Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν», έγραψε αργότερα ο Γκράτσι.
 
Ο διάλογός τους εικάζεται πως ήταν, πάντα στη γαλλική, περίπου ο εξής: 
-Μεταξάς: Λοιπόν, έχουμε πόλεμο
-Γκράτσι: Οχι απαραίτητα εξοχότατε. Η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει ότι θα αποδεχτείτε τους όρους της.
-Μεταξάς: Λέτε ότι θα επιτεθείτε σε λιγότερο από τρεις ώρες. Ακόμα και να το ήθελα, πιστεύετε ότι σ’ αυτό το διάστημα προλαβαίνω να ξυπνήσω τον βασιλιά και να τον ενημερώσω; Να ειδοποιήσω τον Υπουργό Στρατιωτικών και το  Γενικό Επιτελείο Στρατού; Να παρθούν όλες οι σχετικές αποφάσεις; Εστω ότι γίνονται όλα αυτά, ποια είναι τα στρατηγικά σημεία που θέλει να καταλάβει η κυβέρνησή σας;
-Γκράτσι: Δεν έχω ιδέα.  
-Μεταξάς: Οχι... Είναι απαραίτητο. Εχουμε πόλεμο... 
Ο Γκράτσι έγραψε και πως ολοκληρώθηκε η συνάντησή τους. «Ενιωσα ντροπή. Με ευλάβεια υποκλίθηκα στον Ελληνα πρωθυπουργό και έφυγα με το κεφάλι σκυμμένο. Εκείνος μου είπε 'vous êtes les plus forts' (σ.σ. είστε πιο δυνατοί)». 


Ο Γκράτσι έγραψε στα απομνημονεύματά του πως έφυγε με σκυμμένο κεφάλι από την κατοικία του Μεταξά. 
 
Πλέον αρκετά χρόνια μετά δύναται να ειπωθεί πως εκείνος ο πόλεμος κερδήθηκε πριν καν αρχίσει, χάρις στην αυταπάρνηση και το απαράμιλλος θάρρος όλων των Ελλήνων, που ενώθηκαν απέναντι σε έναν θρασύδειλο εχθρό. Εκ των υστέρων η ημερομηνία που έκρινε την έκβασή του ήταν η 15η Αυγούστου του 1940, όταν στο λιμάνι της Τήνου τορπιλίστηκε το ελαφρύ καταδρομικό «Ελλη», που ναυλοχούσε εκεί επ' ευκαιρία των εορτασμών της Παναγίας. Ηδη οι Ελληνες είχαν αντιληφθεί τις ιταλικές επεκτατικές βλέψεις, όταν από τις αρχές του 1940 έθετε ζήτημα Τσαμουριάς και κατηγορούσε την Αθήνα για ανοικτή συνεργασία με τους Αγγλους.
 
Βλέπετε ο Μουσολίνι αισθάνονταν πως ο Χίτλερ δεν τον αντιμετώπιζε σαν ίσο προς ίσο, αφού δεν ενημερώθηκε τόσο για την εισβολή στην Πολωνία όσο και στη Γαλλία. Το γόητρό του είχε πληγεί ανεπανόρθωτα και επιθυμούσε να το ανυψώσει με μία δική του στρατιωτική επιτυχία. Δεν είναι τυχαίο πως έλεγε στους συνεργάτες του ότι «ο Φύρερ θα ενημερωθεί από τις εφημερίδες για την κατάληψη της Ελλάδας», ενώ επέλεξε την 28η Οκτωβρίου για δύο λόγους. Επίσημα επειδή συνέπιπτε με την «Πορεία προς τη Ρώμη» που είχαν κάνει οι μελανοχίτωνες το 1922 με εκείνον ηγέτη, αλλά κυρίως επειδή τότε θα τον επισκέπτονταν ο Χίτλερ και ήθελε να τον φέρει προ τετελεσμένου γεγονότος. 
 
Ετσι από τις αρχές του έτους η προπαγάνδα του «θορύβησε» την Αθήνα που άρχισε να προετοιμάζεται. Τον Ιούνιο η διπλωματική ένταση κορυφώθηκε, όταν αποβιβάστηκαν στην Κέρκυρα δύο Αλβανοί που έφτασαν στο νησί με μία βάρκα και αμέσως συνελήφθησαν από την αστυνομία. Υστερα από ανακρίσεις που διεξήχθησαν ομολόγησαν πως είχαν σκοτώσει τον επικηρυγμένο ληστή Νταούτ Χότζα και για το συμβάν ειδοποιήθηκαν οι αρχές των Τιράνων, οι οποίες όμως δεν αποκριθήκαν. Αν' αυτού περίπου ένα μήνα μετά σύσσωμος ο ιταλικός Τύπος δημοσίευσε την είδηση του θανάτου του Χότζα και τόνιζε πως πρόκειται για πατριώτη που σκότωσαν επίτηδες οι Ελληνες στη μεθόριο. Η Αθήνα προέβη σε άμεσες διαψεύσεις, αλλά η προπαγάνδα κυριαρχούσε. 


Ο Μουσουλίνι επέλεξε την 28η Οκτωβρίου ως ημέρα επίθεσης κατά της Ελλάδος, ώστε να τιμήσει την «Πορεία προς τη Ρώμη» που τον οδήγησε στην εξουσία.
 
 
Ετσι φτάσαμε ανήμερα της Παναγίας, όπου το υποβρύχιο  «Ντελφίνο» βύθισε την «Ελλη», με τραγικό απολογισμό 9 νεκρούς και πάνω από 20 τραυματίες. Από την πρώτη στιγμή έγινε αντιληπτό πως πρόκειται για ιταλική επίθεση, αλλά απαγορεύτηκε στον Τύπο να αναφέρει το παραμικρό για την ταυτότητα του δράστη. Το  «Ντελφίνο» είχε λάβει διαταγή να βυθίσει ένα πολεμικό σκάφος από τον Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκι, διοικητή των Δωδεκανήσων. Θεωρείται απίθανο να μην είχε ενημερωθεί σχετικά ο Μουσουλίνι, αν και υπάρχουν ιστορικοί που πιστεύουν ότι η επίθεση ήταν απόρροια του σαθρού οικοδομήματος της ιταλικής κυβέρνησης.
 
Πιο συγκεκριμένα επειδή άπαντες ήθελαν να συμφωνούν με τον Ντούτσε, είχαν την πεποίθηση πως στο Αιγαίο βρίσκονταν βρετανικά πολεμικά σκάφη και ο Τζουζέπε Αϊκάρντι, διοικητής του υποβρυχίου, έλαβε διαταγή να βυθίσει κάποιο από τα δεκάδες αγγλικά που περιπολούσαν στην περιοχή. Εκείνος δεν αντιλήφθηκε πως πρόκειται για ελληνικό και του επιτέθηκε. Η δεύτερη εκδοχή, ότι δηλαδή οι Ιταλοί έπεσαν «θύμα» των ψεμμάτων και της προπαγάνδας τους, μάλλον δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες και φαίνεται πως ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα και μία πράξη δειλίας. 
 
Η Αθήνα όμως κράτησε, επίσημα, χαμηλούς τόνους. Ως απολυταρχικό καθεστώς, δεν πρέπει να το λησμονούμε ποτέ, η κυβέρνηση Μεταξά έδωσε εντολή όλα τα σχετικά δημοσιεύματα να κάνουν λόγο για «άγνωστης ταυτότητας υποβρύχιο», παρότι από την επομένη κιόλας είχαν βρεθεί υπολείμματα από τις τορπίλες που εξαπολύθηκαν και αποδείχθηκε πως ήταν εκείνες που χρησιμοποιούσε το ιταλικό ναυτικό. Βέβαια άπαντες γνώριζαν τι είχε συμβεί, το συζητούσαν στον δρόμο, τα καφενεία, παντού σε όλη την επικράτεια. «Οι Ιταλοί βύθισαν την Ελλη». 
Ο τορπιλισμός της Ελλης «συσπείρωσε» τον ελληνικό λαό 
 
Η στάση της Ελλάδος «ερμηνεύτηκε» στη Ρώμη ως αδυναμία, ενώ την ίδια στιγμή οι πράκτορες που είχε στην Αρτα, στην Ηγουμενίτσα και τα Γιάννινα μετέδιδαν πως ο πληθυσμός της Ηπείρου θα «υποδεχθεί» τα στρατεύματά της ως απελευθερωτές! Ο Μουσουλίνι και οι συνεργάτες τους ζούσαν σε μία εικονική πραγματικότητα... 
 
Το τι ακριβώς συνέβη εκείνη την ημέρα, την 15η Αυγούστου του 1940, το αντιλήφθηκαν μετά τον πόλεμο και  Γκράτσι ανέφερε στα απομνημονεύματά του.  «Το έγκλημα της Τήνου είχε ως αποτέλεσμα, για να μην πω έκανε το θαύμα, να δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, πείστηκαν πως ένα μόνο αδυσώπητο εχθρό έχει η Ελλάδα: Την Ιταλία. Και πως θα ήταν προτιμότερο να αντιμετωπιστεί ο εχθρός με ανδρισμό παρά να υποχωρήσει το ελληνικό έθνος μπροστά σε έναν εχθρό που δε δίσταζε να μεταχειρίζεται τέτοια μέσα», έγραψε σχετικά. 
 
Από τότε και μέχρι τις 28 Οκτωβρίου μεσολάβησαν 68 μέρες, διάστημα όπου η Ελλάδα προετοιμάστηκε για μία μάχη που θύμιζε Δαβίδ εναντίον Γολιάθ, αλλά και μέχρι τότε είχε λάβει πολλά μέτρα που αποδείχθηκαν καθοριστικά. Ας θυμηθούμε λοιπόν τα γεγονότα της εποχής. 
 
Απέναντι βρίσκονταν μία υπερδύναμη, που διαφεντεύονταν και λάτρευε έναν παρανοϊκό δικτάτορα, ο οποίος αναρριχήθηκε στην εξουσία με «όπλο» τη δημαγωγία και τις καταστάσεις που επικρατούσαν στην εποχή, όπως την κακή οικονομική κατάσταση της Ιταλίας. Ο Μουσολίνι λοιπόν που στα μαθητικά του χρόνια μαχαίρωσε δύο συμμαθητές του αλλά παρόλα αυτά πήρε πτυχίο δασκάλου, ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα ως σοσιαλιστής, αλλά σύντομα έγινε ο «πατέρας» του φασισμού και μέντορας του Αδόλφου Χίτλερ. Ας μην ξεχνάμε πως ο Ντούτσε όπως έμεινε στην ιστορία και σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «ηγέτης», ανέλαβε τα ηνία της Ιταλίας πολλά χρόνια πριν τους Ναζί και από τις δικές του εξτρεμιστικές ενέργειες, όπως τα τάγματα εφόδου, έμαθαν πολλά. Στην πορεία βέβαια μετατράπηκε σε μία γραφική φιγούρα και υποτελής των συμμάχων του.
 
Μέχρι και τα πρώτα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου όμως χαρακτηρίζονταν ένας «δυνατός » παίκτης στην παγκόσμια σκηνή και ακολούθησε αλλοπρόσαλλη πολιτική εναντίον της Ελλάδος.  Το 1923, με αφορμή τη δολοφονία του στρατηγού Τελίνι  στα ελληνοαλβανικά σύνορα που λανθασμένα χρεώθηκε στην πατρίδα μας, επιτέθηκε και κατέλαβε την Κέρκυρα για περίπου ένα μήνα και η υπό διάλυση, λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής, χώρα μας αναγκάστηκε να καταβάλει υψηλές οικονομικές αποζημιώσεις. 
 
Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1927, ξεκίνησε επαφές με τις ελληνικές κυβερνήσεις και μερικούς μήνες μετά (23 Σεπτεμβρίου 1928) ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετέβη στη Ρώμη και υπογράφτηκε μεταξύ των δύο κρατών σύμφωνο φιλίας και αμοιβαίας υποστήριξης, σε ενδεχόμενο εξωτερικό κίνδυνο. Βρεθήκαμε δηλαδή στο άλλο άκρο.
 
Το αποτυχημένο κίνημα του τελευταίου το 1934 άνοιξε τον δρόμο στον Ιωάννη Μεταξά, αφού η χώρα μας «χωρίστηκε», για ακόμη μία φορά, σε αντιμαχόμενα «στρατόπεδα» τους Βενιζελικούς και τους αντι-Βενιζελικούς και εν μέσω αναστάτωσης και με την ανοχή του Βασιλιά Γεωργίου Β' (ήταν φίλοι και ο Μεταξάς μέντοράς του σε πολεμικά ζητήματα), οδηγηθήκαμε στο πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου του 1936. Η παραπάνω εξέλιξη οδήγησε τον Μουσολίνι στο συμπέρασμα πως απέναντί του βρίσκονταν ένας ομοϊδεάτης του, που θα συμπράξει στον άξονα όλων των φασιστικών κινημάτων της Ευρώπης. 
 
Κάτι λογικό, αφού ο Μεταξάς δεν πήρε την εξουσία μέσω της λαϊκής ετυμηγορίας, κυβέρνησε απολυταρχικά, υπήρχε κλίμα τρομοκρατίας, συνάνθρωποί μας διώχθηκαν και δολοφονήθηκαν για τις ιδέες και τα «πιστεύω» τους και καταλύθηκε κάθε έννοια της δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο πως οι ραδιοφωνικοί σταθμοί της Ιταλίας  ενέταξαν στο πρόγραμμά τους εκπομπές στα ελληνικά, όπου υποστήριζαν ανοιχτά το καθεστώς των Αθηνών, αλλά στην εξωτερική πολιτική ο Ελληνας δικτάτορας παρέμενε πιστός στο «Δόγμα Βενιζέλου».  Δηλαδή ουδετερότητα, φιλειρηνική στάση, ουδεμία κίνηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εχθρική, αλλά συνάμα και διατήρηση διαύλου επικοινωνίας με την Αγγλία. Παρότι λίγο πριν τον πόλεμο είχε υποδεχθεί και φιλοξενήσει θερμά τον Γιόζεφ Γκέμπελςυπουργό Προπαγάνδας της Ναζιστικής Γερμανίας. Ποτέ δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο Μεταξάς δεν πίστευε στη δημοκρατία και την ελευθερία, αλλά εκπροσωπούσε τον φασισμό. 
Ο Μεταξάς μαζί με τον Γκέμπελς, όταν ο Υπουργός Προπαγάνδας των Ναζί επισκέφθηκε την Αθήνα. 
 
 
Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θέλησε να αναδιαρθρώσει τις ένοπλες δυνάμεις που βρίσκονταν σε κακή κατάσταση και ξεκίνησαν οι αντίστοιχες παραγγελίες οπλισμού για όλα τα σώματα, οι οποίες πάντως δεν ολοκληρώθηκαν λόγω της έναρξης του πολέμου. Πάντως ενισχύθηκαν αισθητά, ενώ από τα τέλη του 1936 ξεκίνησε η κατασκευή της «Γραμμής Μεταξά». Εκείνα τα χρόνια η Βουλγαρία θεωρούνταν ως ο υπ' αριθμόν ένα εχθρός της Ελλάδος και εκεί δόθηκε το βάρος της αμυντικής της θωράκισης. Αλλωστε από το 1934 ήταν σε ισχύ το  το «Σύμφωνο Βαλκανικής Συνεννόησης», μεταξύ της πατρίδας μας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ρουμανίας και της Τουρκίας, που προέβλεπε και στρατιωτική σύμπραξη, σε περίπτωση που κάποιο εκ των τεσσάρων συμβαλλόμενων μελών απειλούνταν από εξωτερικό εχθρό. Οι Βούλγαροι ήταν απομονωμένοι από όλους. 
 
Τα όσα διαδραματίστηκαν για την κατασκευή των οχυρών, ήταν προϊόν ένας εξαιρετικού σχεδίου σε οργάνωση και εφαρμογή και δεν είναι τυχαίο πως οι Γερμανοί βρέθηκαν προ δυσάρεστων εκπλήξεων και υπέστησαν βαριές απώλειες όταν το 1941 παραβίασαν από εκεί τα σύνορα της πατρίδας. Αλλωστε στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν κατάλαβαν τα οχυρά αλλά εκείνα παραδόθηκαν με τη συνθηκολόγηση ή υπερκεράστηκαν,. Ουδείς από το εξωτερικό γνώριζε τι ακριβώς είχε κατασκευαστεί. 
 
Το έργο έγινε αποκλειστικά με τη συνδρομή Ελλήνων αρχιτεκτόνων, εργατών και φυσικά πόρων, κάτω μάλιστα από το πέπλο πλήρης μυστικότητας. Οσοι δούλευαν μεταφέρθηκαν από άλλα μέρη και κυρίως την Πελοπόννησο, ώστε να μην ξέρουν την ακριβή τοποθεσία που βρίσκονταν και να μην διαρρεύσει το παραμικρό.  
 
Τα εργοτάξια φυλάγονταν εξαιρετικά, απαγορεύονταν η είσοδος ή έξοδος χωρίς ουσιαστικό λόγο και είχαν καμουφλαριστεί, ώστε να μοιάζουν με οικοδομές ή συνεργεία οδοποιίας. Οι μηχανικοί της χώρας που επισκέφθηκαν τη «Γραμμή Μαζινό» «πάντρεψαν» το γαλλικό μοντέλο με το φυσικό τοπίο της Μακεδονίας και τα περισσότερα κτίσματα ήταν αδύνατο να εντοπιστούν. 
 
Οταν τον Απρίλιο του 1939 οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αλβανία, κατέστη σαφές πως θεωρούσαν τη Βαλκανική ως σφαίρα της επιρροής τους και στην Αθήνα σήμανε συναγερμός. Τους επόμενους μήνες άρχισαν να καταστρώνονται τα πρώτα σχέδια αντιμετώπισης του εχθρού, ενώ ξεκίνησαν και επιδιορθώσεις στο οδικό δίκτυο της Ηπείρου. Με το πρόσχημα πως πρόκειται για κοινωνικά και όχι στρατιωτικά έργα, η Ρώμη δεν αντιλήφθηκε τι  γίνονταν. Την ίδια στιγμή η ελληνική αντικατασκοπεία έπαιρνε άριστα. Ενημέρωνε συνεχώς για το μέγεθος των αντίπαλων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Αλβανία και η Ελλάδα γνώριζε ουσιαστικά από τις αρχές Οκτωβρίου πως επίκειται επίθεση. Τότε οι αρμόδιες υπηρεσίες ελάμβαναν συνεχείς ειδοποιήσεις πως το ιταλικό μηχανικό επιδιορθώνει όλες τις γέφυρες που οδηγούσαν στα σύνορα και προχωρά σε διαπλάτυνση των δρόμων. 
 
Το ΓΕΣ μάλιστα συνέλαβε και εκτέλεσε ένα πανέξυπνο σχέδιο. Από τον Μάιο άρχισε να καλεί σε μετεκπαίδευση πολίτες στα νέα όπλα. Αλλά πώς; Τα φύλλα πορείας ήταν ατομικά και αποστέλλονταν ως επί το πλείστων σε κατοίκους της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, με χώρο συγκέντρωσης τις μεραρχίες του Αλβανικού μετώπου.
 
Ετσι δεν υπήρξε η οποιαδήποτε μαζική μετακίνηση πληθυσμού που θα κινούσε υποψίες στην απέναντι πλευρά, ενώ και δεν απέλυσε, με την ίδια αιτιολογία, του στρατευμένους από το καλοκαίρι του 1940 και μετά που είχαν ήδη ολοκληρώσει τη θητεία τους. Δεν είναι τυχαίο πως περισσότεροι από 30.000 Ελληνες στρατιώτες απέκρουσαν το πρώτο κύμα της επίθεσης μέχρι να ολοκληρωθεί η επιστράτευση, ενώ οι Ιταλοί υπολόγιζαν πως απέναντί τους θα βρίσκονταν περίπου 10.000. Μάλιστα υπάρχει και μία σημαντική λεπτομέρεια. Οι περισσότεροι εκ των οπλιτών και αξιωματικών ήταν και κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, οπότε γνώριζαν τα εδάφη, τις ακραίες καιρικές συνθήκες παρότι εκείνη τη χρονιά επικρατούσε πολικό ψύχος και πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και πολεμούσαν μερικά χιλιόμετρα από τα σπίτια τους. 
Η μερική επιστράτευση που προηγήθηκε του πολέμου, έδωσε μετέπειτα στην Ελλάδα το πλεονέκτημα στα πεδία των μαχών, 
 
Μετά τον τορπιλισμό της Ελλης ήταν τόσο μεγάλη η ομοψυχία του λαού, που όλοι βοηθούσαν. Οι γυναίκες της Πίνδου πριν το πόλεμο είχαν αναλάβει ουσιαστικά τον ρόλο της επιμελητείας, αφού σε κάθε χωριό άνοιγαν τα σπίτια για να φιλοξενήσουν τους στρατιώτες που περιπολούσαν στα σύνορα ή επιδιόρθωναν τα έργα στην περιοχή. 
 
Ετσι φτάσαμε στις αρχές του Οκτωβρίου και οι πάντες γνώριζαν πως ανά πάσα στιγμή ο εχθρός θα κινηθεί. Το ερώτημα ήταν το πότε, αφού ξέχωρα από την ενημέρωση που είχε η Αθήνα από τους κατασκόπους της επί αλβανικού εδάφους, ανάλογες αναφορές ελάμβανε και από τους Βρετανούς, ότι δηλαδή άμεσα θα δεχθεί επίθεση από την Ιταλία.
 
Στις 11 Οκτωβρίου ο Μουσολίνι ενημερώθηκε από τον Χίτλερ ότι μονάδες των ΕΣ ΕΣ εισήλθαν στη Ρουμανία, ώστε να διασφαλίσουν τα πετρέλαια του Πλοεστί και άφησε την οργή του να ξεσπάσει, αφού θεώρησε πως ο «σύμμαχός» του ενεργούσε μονομερώς σε χώρο που χαρακτήριζε ως δική του επιρροής. Λίγες ημέρες μετά, στις 15 του μηνός, συγκάλεσε το ανώτατο συμβούλιο της Ιταλίας και ανακοίνωσε την απόφασή του να εισβάλει άμεσα στη χώρα μας. Ο μόνος που διαφώνησε, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν ο στρατηγός Πιέτρο Μπαντόλιο. 
 
Στη Ρώμη έδειχναν να παραπλανημένοι για όλα. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως δεν γνώριζαν την ακριβή σύνθεση των μεραρχιών της Ηπείρου αφού το «τρικ» της μερικής επιστράτευσης είχε λειτουργήσει σε απόλυτο βαθμό, τη μορφολογία του εδάφους και κυρίως το πώς θα τους «υποδεχθεί» ο ντόπιος πληθυσμός. 
 
Είναι χαρακτηριστικό πως λίγες ώρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών ο αρχιστράτηγος των επιχειρήσεών τους Πράσκα και ο υφυπουργός Στρατιωτικών και Στρατηγός Σοντού, ανέφεραν πως οι Ιταλοί  θα χρειαστούν μόνο μία εβδομάδα για να καταλάβουν τα Γιάννινα! Επειδή μάλιστα ο Ντούτσε τους είχε τυφλή εμπιστοσύνη και προφανώς βρίσκονταν εν πλήρη αδυναμία να αντιληφθεί την κατάσταση, έχει διασωθεί το παρακάτω περιστατικό.
 
Στις 2 Νοεμβρίου έστειλε στο μέτωπο τον στρατηγό Πίκολο, ώστε να συναντήσει τον Πράσκα και να τον συγχαρεί, εκ μέρους του, για τη θετική έκβαση του πολέμου και ότι άμεσα θα λάβει περαιτέρω ενισχύσεις ώστε να επισπεύσει την προέλασή του, από τις μονάδες που αρχικά προγραμματίζονταν να αποβιβαστούν στην Κέρκυρα! Τι απάντησε ο αρχιστράτηγος; «Μπορείτε να του μεταφέρετε ότι μπορεί να είναι ήσυχος. Υπολογίζω πως σε τρεις ημέρες θα βρίσκομαι στα Ιωάννινα και λίγο μετά στην Πρέβεζα. Οι Ελληνες αντιτάσσουν ψεύτικη αντίσταση και τράπηκαν σε φυγή. Πλέον δεν υφίσταται κίνδυνος και στο μέτωπο της Κορυτσάς. Οι Ελληνες δεν επιτέθηκαν μέχρι τώρα και δεν πρόκειται να επιτεθούν». Απαντες είχαν χάσει την επαφή με την πραγματικότητα ή δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τον ηγέτη τους. Αλλη εξήγηση δεν υφίσταται. 
Ενώ όλοι Ελληνες έφυγαν χαμογελώντας για το μέτωπο, οι Ιταλοί θεωρούσαν πως προβάλουν «ψεύτικη» αντίσταση. 
 
Σε διπλωματικό επίπεδο η κυβέρνηση της Ιταλίας θέλησε να «κοιμίσει» την Αθήνα, ακόμη και ώρες πριν της κυρήξει τον πόλεμο. Ομως στις 20 Οκτωβρίου ο εκεί πρέσβης μας τηλεγράφησε πως η ιταλική επίθεση θα πρέπει να αναμένεται στις 25 ή 26 του μηνός, δηλαδή άμεσα. Για όσους αναρωτιόνται αν μπορούσε να αποφευχθεί, η απάντηση βρίσκεται στο ημερολόγιο του Κόμη Τσιάνο, γαμπρό του Μουσουλίνι και Υπουργό Εξωτερικών της χώρας του. «Ο Ντούτσε συνέταξε μια επιστολή για τον Χίτλερ όπου περιγράφει τη γενική κατάσταση που επικρατεί. Υπαινίσσεται επίσης την επικείμενη ενέργεια μας στην Ελλάδα, αλλά δεν καθορίζει ούτε την μορφή που θα έχει, ούτε την ημερομηνία, γιατί φοβάται μήπως οι Γερμανοί τον σταματήσουν ακόμη μία φορά. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις που μας κά­νουν να πιστεύουμε ότι από το Βερολίνο δεν βλέπουν με πολύ ενθουσιασμό την πορεία μας προς την Αθήνα. Η ορισθείσα ημερομηνία είναι η 28η Οκτωβρίου. Αρχίζω να συντάσσω το τελεσίγραφο, το οποίο ο Γκράτσι θα επιδώσει στον Μεταξά στις 2 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου. Φυσικά είναι ένα κείμενο το οποίον δεν αφήνει στην Ελλάδα κάποια διέξοδο. Ή θα δεχθεί κατάληψη ή θα υποστεί επίθεση»!
 
Η ενημέρωση από την πρεσβείας μας στη Ρώμη ήταν πάντως ακριβής, αφού η επιχείρηση της εισβολής ξεκίνησε ουσιαστικά στις 26/10, όταν οι Ιταλικές αρχές στην Αλβανία «σκηνοθέτησαν» επεισόδια που πιστώθηκαν στην πατρίδα μας. Μεταξύ άλλων στο λιμάνι των Αγίων Σαράντα εξεράγησαν τρεις βόμβες και το εκεί πρακτορείο ειδήσεων μετέδωσε πως «καταζητούνται Ελληνες και Βρετανοί σαμποτέρ που τις τοποθέτησαν».
 

Η Ιταλία ήταν μία υπερδύναμη της εποχής και «σκηνοθέτησε» «θερμά επεισόδια», ώστε να δικαιολογήσει την εισβολή της στην Ελλάδα.
 
Λίγες ημέρες πριν, στις 24 του μηνός, οι Ιταλοί «επιστράτευσαν» και τον Αντόνιο Πουτσίνι, γιο του διάσημου  συνθέτη, ώστε να παρακολουθήσει από κοντά την πρεμιέρα της όπερας «Μαντάμ Μπατερφλάι», που είχε προγραμματιστεί για την επομένη στο Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας. Ο Γκράτσι τον προσκάλεσε να παρευρεθεί με την πρόφαση η παρουσία του να αποτελέσει το έναυσμα για τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών και να αποφορτίσει το κλίμα. 
 
Στις 26 Οκτωβρίου οι διοργανωτές που δεν γνώριζαν το παρασκήνιο παρέθεσαν δεξίωση προς τιμήν του Πουτσίνι και προσκάλεσαν σύσσωμη την ελληνική κυβέρνηση, ξέχωρα φυσικά από την εγχώρια ελίτ της εποχής. Ηταν το γεγονός της χρονιάς, ενώ οι ερπύστριες ζεσταίνονταν. Ο Μεταξάς έδωσε εντολή να δώσουν το παρών δύο Υπουργοί του ώστε να μην κινηθούν υποψίες, ενώ εκείνος προφασίστηκε φόρτο εργασίας και απουσίαζε. «Ξέρω πόσο δυσάρεστο είναι για κάποιον να δεχθεί το φιλί του Ιούδα. Δεν θα μεταβώ και από τους υπουργούς θα πάνε μόνο δύο. Ο Υφυπουργός Εξωτερικών Ν. Μαυρουδής και ο Υφυπουργός Τύπου και Τουρισμού Θ. Νικολούδης», ήταν η εντολή του.  
 
Την ώρα που όλοι διασκέδαζαν ανέμελοι, ο πρόξενός μας στην Αλβανία τηλεγραφούσε: «Ολοι οι αξιωματικοί πήραν εντολή να μεταβούν στο Αργυρόκαστρο». Την ίδια στιγμή στην ιταλική πρεσβεία έφτανε κωδικοποιημένο το τελεσίγραφο που έπρεπε να επιδώσει ο Γκράτσι. Για να αντιληφθεί κάποιος τι συνέβαινε τότε, έχει επιβεβαιωθεί πως ο Ιταλός πρέσβης ζήτησε από τις γραμματείς του που το δακτυλογραφούσαν και το αποκωδικοποιούσαν να μην απουσιάζουν ταυτόχρονα από τη δεξίωση, ώστε η παράλληλη η απουσία τους να μην θεωρηθεί ύποπτη και προκαλέσει συζητήσεις! Ο πόλεμος βρίσκονταν προ των πυλών και η μία πλευρά έριχνε στάχτη στα μάτια της άλλης. 
 
Στις 27 του μηνός ο Μεταξάς έγραψε στο ημερολόγιό του. «Τι νύχτα! Στις 2 το πρωί ο Νικολούδης (σ.σ. Υφυπουργός Τύπου και Τουρισμού) μου τηλεφώνησε πως το ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων μετέδωσε ότι ελληνική συμμορία πέρασε σε αλβανική έδαφος και συνεπλάκη με άνδρες του στρατού (σ.σ. στο πλαίσιο της προπαγάνδας που ξεκίνησε από τις 26/10). Συνδυάζω όλες τις πληροφορίες και φήμες και απέκτησα τη πεποίθηση ότι πρόκειται περί σκηνοθεσίας, ενόψει της επικείμενης επίθεσης. Ηδη ήρθα σε συνεννόηση με τον Παπάγο και τους διοικητές στα σύνορα. Στις 4 το πρωί έδωσα εντολή να διαψευστεί από το αθηναϊκό πρακτορείο ειδήσεων». 
 
Στη Ρώμη προετοίμαζαν και το έδαφος για το πώς θα ενημερώσουν τους Γερμανούς για όσα θα επακολουθούσαν. Ο Κόμης Τσιάνο ζήτησε από τους συνεργάτες του να μην πουν τίποτα στο Βερολίνο μέχρι και λίγο πριν τη έναρξη της εισβολής, ενώ εκείνος μόλις τα μεσάνυχτα, περίπου 6 ώρες πριν ηχήσουν τα κανόνια, κάλεσε τον  Οτο Φόν Μπίσμπαρκ, πρεσβευτή της Γερμανίας στην Ρώμη, και του μετέφερε το περιεχόμενο του τελεσιγράφου που θα επιδίδονταν στην Ελλάδα.
 
Αλλωστε το πρωί της 28ης είχε προγραμματιστεί στην ιταλική πρωτεύουσα συνάντηση μεταξύ του Μουσολίνι και του Χίτλερ , στο πλαίσιο των επισκέψεων που έκανε ο ηγέτης των Ναζί στους συμμάχους του (προέρχονταν από επισκέψεις σε Μαδρίτη και Βισί όπου έθεσε επί τάπητος το ενδεχόμενο εισόδου του Φράνκο στον πόλεμο). 
 
Στις 05:30 το πρωί οι Ελληνες ξύπνησαν υπό τους ήχους των σειρήνων και λίγο αργότερα το ραδιόφωνο μετέδωσε τι είχε συμβεί. «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της πέμπτης και τριάντα πρωϊνής της σήμερον, τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνο-αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους», ανέφερε το πρώτο ανακοινωθέν.   

Ο Τύπος της εποχής, αν και ελεγχόμενος, έδινε το στίγμα της κοινωνίας. 
 
Λίγο πριν ο Μεταξάς είχε ενημερώσει τον τον βασιλιά και τον Παπάγο, ενώ οι διοικητές μεραρχιών της Ηπείρου βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους και είχαν σημάνει συναγερμό. Οι Αγγλοι, μέσω του πρέσβη τους Πάλερετ, ανακοίνωσαν στην ελληνική πλευρά πως είναι στο πλευρό τους, ενώ τόσο η Τουρκία όσο και η Βουλγαρία διαβεβαίωναν πως θα σεβαστούν την εθνική μας κυριαρχία, όπως και συνέβη μέχρι τουλάχιστον να μας επιτεθούν και οι Γερμανοί. Αυτό επέτρεψε στο ΓΕΣ να αποσπάσει, τις επόμενες εβδομάδες, δυνάμεις από την Ανατολική Μακεδονία και να τις μεταθέσουν στο μέτωπο της Αλβανίας. 
 
Ο Υποστράτηγος Κατσιμήτρος εξέδωσε την ημερήσια διαταγή που κατέληγε με την εξής φράση: «Ούτε βήμα πίσω»! Λίγο πριν είχε απαντήσει γραπτώς στη διαταγή που έλαβε από τον Στρατηγό Παπάγο, να αποκρούσει την ιταλική επίθεση. «Η Μεραρχία θα εκτέλεση το καθήκον της προς την πατρίδα, όπως επιβάλλη η εθνική τιμή και καθ' όν τρόπον αυτή γνωρίζει». 
 
Το θρυλικό Aπόσπασμα Πίνδου του Κωνσταντίνου Δαβάκη «εγκλώβισε» την 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» και όλες οι ελληνικές δυνάμεις εφάρμοσαν με υποδειγματικό τρόπο την ανελαστική άμυνα, κάτι που σήμαινε πως οι εισβολείς προχωρούσαν αργά και με βαρύ φόρο αίματος. Οι πλήρους σύνθεσης ελληνικές δυνάμεις επιβράδυναν κάθε κίνησή τους, μέχρι να ολοκληρωθεί η πανελλαδική επιστράτευση και να ενισχυθούν, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τη σαρωτική τους αντεπίθεση. 
 
Σύντομα οι αμυνόμενοι απώθησαν τους εισβολείς στις αρχικές τους θέσεις, ενώ μέχρι το τέλος του 1940 οι ελληνικές δυνάμεις είχαν εισχωρήσει βαθιά στο αλβανικό έδαφος, απελευθερώνοντας δεκάδες πόλεις όπως η Κορυτσά. Μάλιστα  διατήρησαν τις θέσεις τους ακόμη και στην Εαρινή επίθεση του Μαρτίου 1941 και «φώναξαν» πως σε αυτά τα βράχια η ελευθερία είναι ένα πολύτιμο αγαθό που θα το υπερασπίζονται άνθρωποι όλων των κοινωνικών και πολιτικών τάξεων. Στα βουνά της Πίνδου δεν υπήρχαν παρατάξεις.  
 
Επ' ευκαιρία έχει διασωθεί το τηλεγράφημα του Κατσιμήτρου προς το αρχηγείο, μία ημέρα πριν την εισβολή. «Αναφέρατε παρακαλώ στον κ. Αρχηγόν του ΓΕΣ ότι, η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αύριον την πρωίαν ή κατά τη διάρκεια της νυκτός 27 προς 28 Οκτωβρίου θα έχωμεν ιταλικήν επίθεσιν. Η Μεραρχία θα εκτελέσει το καθήκον της προς την πατρίδα, συμφώνως προς τας διαταγάς και οδηγίας του Γενικού Επιτελείου. Δύναμαι να βεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγόν ΓΕΣ – και τονίζω τούτο ιδιαιτέρως –  ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι». Και δεν πέρασαν! 

«Δύναμαι να βεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγόν ΓΕΣ – και τονίζω τούτο ιδιαιτέρως – ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι», έγραφε ο Υποστράτηγος Κατσιμήτρος σε επιστολή του παραμονές του πολέμου και τήρησε τη δέσμευσή του. 
 
Ηταν οι Ελληνες λοιπόν που επέφεραν στον Αξονα, που διατυμπάνιζε το «Χαλύβδινο Σύμφωνο» που είχε συνάψει από το 1939, το πρώτο καίριο πλήγμα και απέδειξε πως ο φασισμός δεν είναι ανίκητος. Βέβαια ουδείς πρέπει να παραβλέπει, να το ξαναπούμε αυτό, πως η κυβέρνηση Μεταξα ήταν δικτατορική και απολυταρχική και κάθε έννοια της Δημοκρατίας είχε καταλυθεί. Για τους λόγους όμως που αναφέραμε αποφάσισε να αντισταθεί, αντιλαμβανόμενη, προφανώς, και το λαϊκό αίσθημα. 
 
Βέβαια η σημερινή ημέρα σήμανε την έναρξη του πολέμου και όχι τη λήξη του, αφού στην πατρίδα μας παρατηρείται το φαινόμενο να τιμούμε κάθε 28 Οκτωβρίου τη μνήμη όσων έδωσαν τη ζωή τους στο βωμό της ελευθερίας και όχι στις 12 Οκτωβρίου, οπότε και καθιερώθηκε ως επίσημη ημέρα λήξης της κατοχικής περιόδου (στις 12/10/1944 αποχώρησαν οι Γερμανοί από την Αθήνα).
 
Το «γιατί» ίσως βρίσκεται στον εμφύλιο που ακολούθησε και δίχασε ξανά τη χώρα μας, όπου ακόμη και 80 χρόνια μετά παρατηρούνται πληγές που ακόμη δεν έχουν επουλωθεί. Στις 3/12 του 44 έπεσαν στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη οι πρώτοι πυροβολισμοί των «Δεκεμβριανών», ενώ για πολλούς η κατοχή δεν είχε ακόμη λήξει. Τα πάθη της εποχής ήταν τόσο έντονα που μάλλον φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο να τα αντιληφθούμε στις μέρες μας, όμως διαμόρφωσαν ένα ταραγμένο  status quo.
 
 
Το «ΟΧΙ» ως  έκφραση που συμβολίζει την άρνηση της Ελλάδος στις απαιτήσεις των Ιταλών εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε τίτλους εφημερίδων τον Οκτώβριο του 1940 και «υιοθετήθηκε» από όλους τους Ελληνες ως η «απάντησή» τους στον επίδοξο κατακτητή. Αλλωστε ακόμη και τα σκοτεινά χρόνια της κατοχής όλοι έβλεπαν με υποτιμητικό βλέμμα τους Ιταλούς, αφού ηττήθηκαν στα πεδία των μαχών και εισήλθαν στη χώρα μας χάρις στην επέμβαση των Γερμανών. Οι οποίοι στην πρώτη συνθήκη παράδοσης των Ελλήνων που ήταν αδύνατον να πολεμούν σε δύο μέτωπα και «λύγισαν» από τη Βέρμαχτ, δεν συμπεριέλαβαν τους «συμμάχους» τους και μόνο όταν ο Μουσολίνι  διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Χίτλερ, υπογράφηκε δεύτερη με την παρουσία εκπροσώπων του. 
 
Υπό αυτές τις συνθήκες η σημερινή ημέρα λογίζεται και ως επέτειο νίκης και στις 28/10/1941 οι φοιτητές αψήφησαν τους κατακτητές και διοργάνωσαν εκδήλωση στο κεντρικό κτίριο και στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1942 το πλήθος συγκεντρώθηκε στην πλατεία Συντάγματος , ενώ ανάλογες σκηνές χαράς εκτυλίχθηκαν και στον Πειραιά. Οι Ιταλοί που είχαν την ευθύνη αστυνόμευσης παρακολουθούσαν αμήχανοι και χωρίς να αντιδράσουν. Το 1943 όμως οι Ναζί έλεγχαν ολοκληρωτικά τη χώρα επενέβησαν μόλις υπήρξαν οι πρώτες εκδηλώσεις στο τότε κτίριο της Εθνικής Τράπεζας. 

Στις 28 Οκτωβρίου του 1941 εορτάστηκε για πρώτη φορά η επέτειος του «ΟΧΙ». 
 
Ετσι καθιερώθηκε η 28η Οκτωβρίου ως Εθνική Εορτή, με την ευχή και την ελπίδα εκείνος ο πόλεμος και όσοι ακολούθησαν να είναι οι τελευταίοι που βίωσε η χώρα μας και ευρύτερα η ανθρωπότητα. Αλλά πάντα να έχουμε κατά νου που οδηγεί ο φασισμός και το μίσος... 
 
Στο τέλος αξίζει να θυμηθεί κάποιος τις δύο πρώτες στροφές από το ποίημα «Παλαμάς» που έγραψε ο Αγγελος Σικελιανός την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος μας ποιητής και απήγγειλε ο ίδιος στην κηδεία του που πραγματοποιήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1943 και ήταν ουσιαστικά μία μαζική διαδήλωση κατά του κατακτητή. Ο οποίος θέλοντας να «αδυνατίσει» τη φωνή του λαού παρευρέθηκε στη νεκρώσιμο ακολουθία μέσω του δοσίλογου πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και Ναζί αξιωματικών. Μάταια όμως...
 
Τότε πήρε τον λόγο μπροστά στο πλήθος που διψούσε για ελευθερία και βροντοφώναξε... 
 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
 
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

ΠΗΓΗ https://cb.run/eG3b